Το ολυμπιακό αγώνισμα της ζωής

Ο διευθυντής σύνταξης της “Π” Κωνσταντίνος Μάγνης γράφει…

«Εμείς τον χρόνο τον μετράμε με Ολυμπιάδες» μας είχε πει κάποτε ένας στρατιωτικός από αυτούς που βαριόταν την καριέρα του και δεν είχε άδικο γιατί δεν έκανε τίποτα στην καριέρα του πέρα από το να περιφέρεται με μια στολή σε ένα στρατόπεδο. Είχε πάντως μεταπτώσεις η καριέρα: Κατά καιρούς το στρατόπεδο ήταν άλλο.
Όπως και στις Ολυμπιάδες: Κάθε φορά η πόλη είναι διαφορετική. Κύλησαν πολλές Ολυμπιάδες και πολλές πόλεις από τότε που θυμόμαστε Ολυμπιακούς Αγώνες, ήταν και πάλι Τόκιο, 1968. Στη μνήμη μας έχει μείνει ένα σκίτσο του Κώστα Μητρόπουλου, με έναν τύπο που κοιτούσε πολύ χαμηλά, στα τάρταρα για να δει τη χώρα μας στον πίνακα των μεταλλίων, αλλά δεν την έβλεπε ούτε εκεί. Αλλά ήρθαν οι Ολυμπιακοί του Μονάχου, 1972, και μας έφεραν μετάλλια ο Γαλακτόπουλος και ο Χατζηπαυλής, και τους υποδεχθήκαμε στα αεροδρόμια σαν τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο και τον Βουλγαροκτόνο που έσερναν μαζί τους την Κωνσταντινούπολη. Όχι την πραγματική, αλλά σε μπαλόνι.
Στο τελείωμα κάθε διοργάνωσης, νιώθαμε μαχαιριά. Θα περάσουν άλλα τέσσερα χρόνια μέχρι τους επόμενους Ολυμπιακούς. Παρηγοριά: Στα μισά έχει Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου. Δύο χρόνια για το ένα, δύο χρόνια για το άλλο, πέρασαν καμιά δεκαριά Ολυμπιάδες ακόμα και τώρα πρέπει να τελειώνει και η θητεία του στρατιωτικού της ιστορίας μας. (Και η δική μας, μεταξύ μας αυτό).
Περάσαμε όλοι μας καμιά διακοσαριά μεσημέρια της ζωή μας, με καύσωνες μπροστά σε ασπρόμαυρες και πρωτόβγαλτες έγχρωμες τηλεοράσεις, για να δούμε τον Καπώνη στον δίσκο και τον Λουκά στη σφαίρα ή κάποιον ατυχή προκριματικό αθλητή μας στα εμπόδια ή στην ημιαντοχή. Ενδιαμέσως περνούσαν από μπροστά μας μυριάδες πόδια αθλητών του στιπλ, άλογα, σκοπευτές, παλαιστές, ξιφομάχοι. Και σκάφη, ατελείωτα σκάφη, διάφορων τύπων, να πλέουν χωρίς να ξέρεις ποιος νικάει και γιατί. Και δεκαθλητές, σαν μονομάχοι χωρίς λιοντάρια. Πώς γίνεται η ψυχαγωγία να εμπεριέχει τόση ανία; Αλλά όταν είσαι δέκα και δεκατεσσάρων χρόνων, η δίψα για τη διάκριση και η επαφή με το μεγάλο γεγονός παρακάμπτει όλα τα εμπόδια, και των στιπλ, και των 110 μέτρων και των 400. Στέκεσαι με τις ώρες και περιμένεις μην κάνει τίποτα αυτή τη φορά ο Κουτσοδήμος.
Κάποια στιγμή υποχωρεί η παιδιαριώδης, θριαμβο-θηρική και κρυφοσοβινιστική προσέγγιση του αθλητισμού και αρχίζει να κερδίζει η βαθύτερη κατανόησή του. Συμβάλλει σ’ αυτό η ευρύτερη ενημέρωση και η ανάγκη σου να υπερβείς την επαρχιώτικη αντίληψη της ζωής.
Ετσι, αρχίζεις να μπαίνεις βαθύτερα στα μυστικά των αθλημάτων και των σπορ. Όχημά σου είναι πρωτίστως οι ιστορίες. Τα πρόσωπα, οι καταβολές τους, ο αγώνας τους, οι ανταγωνιστές τους, η δυσκολία και η φύση του αγωνίσματος. Μυείσαι. Παρασύρεσαι από την κοινότητα των φίλων του αθλήματος. Βλέπεις θεατές να πάλλονται ενώ οι αθλητές συναγωνίζονται στο τζούντο ή στις καταδύσεις, διδάσκεσαι κάτι παραπάνω στον κανονισμό και στο νόημα της προσπάθειας, αντιλαμβάνεσαι τις διαφορές των επιδόσεων, σε συνεπαίρνει ο ανταγωνισμός και οι διακυμάνσεις στη βαθμολόγηση. Ανακαλύπτεις ότι σασπένς δεν έχουν μόνο τα 100 μέτρα των ανδρών, που ούτε προλαβαίνεις να δεις ποιος κερδίζει, με πόσο χρόνο και ποιος χάνει, αλλά ακόμα και ο ακοντισμός των κοριτσιών: Εχεις διαβάσει για τις αθλήτριες, είσαι μέρος της ιστορίας.
(Εντάξει, με την ιππασία συνθηκολογείς, όλες οι προσπάθειες σου φαίνονται ίδιες, όπως και οι αναβάτες και τα άλογα).
Μερικοί δυσανασχετούν. Όχι και ολυμπιακό άθλημα το σκέιτ μπορντ. Γιατί όχι; Ανεξάρτητα από τις προφανείς εμπορικές σκοπιμότητες (οι χορηγοί θέλουν οι Αγώνες να αφορούν Ολους, με κεφαλαίο το Ο), η ιδέα μιας πολυεπίπεδης συνάντησης της αθλούμενης υφηλίου έχει κάτι το ποιητικό και μεγαλειώδες. Ενας έμπρακτος ύμνος προς την ειρήνη. Οι Αγώνες φέρουν μια πανάρχαια μνήμη ανακωχής αλλά και σαν αίτημα για αμοιβαιότητα και αδιατάρακτη συνύπαρξη με σεβασμό καθενός για την πολιτισμική και εθνική ταυτότητα όπως και την ιδιαιτερότητα του άλλου. Είναι επίσης ένας κολοσσιαίος διαφημιστικός μηχανισμός για την ιδέα της άθλησης.
Καθώς μάλιστα η διεύρυνση του αριθμού των αθλημάτων συνεπάγεται χώρο σε πολλές διαφορετικές κουλτούρες, το βάθρο κάνει τόπο και για άλλους νικητές, που δεν έχουν το αμερικάνικο εθνόσημο στο στήθος. Ολοι οι λαοί βρίσκουν τους ήρωές τους. Τον Πετρούνια; Τον Πετρούνια. Την Τσουλφά; Την Τσουλφά. Ακούμε τον ύμνο και δακρύζουμε, αλλά η συγκίνησή μας χωράει και τις προσπάθειες άλλων αθλητών που ξεπέρασαν τον εαυτό τους και πρόσφεραν ευτυχία στους συμπατριώτες τους.
Δεν έχουμε τον χρόνο που είχαμε άλλοτε. Τα μεσημέρια μας, που τότε περνούσαν με βανίλια υποβρύχιο ή φρούτα και χασμουρητά, τώρα κυλούν στο πληκτρολόγιο. Ολο και κάποιος συνάδελφος θα βάλει μια φωνή όταν θα έρθει η ώρα του μεγάλου αγωνίσματος, για ένα γκέιμ του Τσιτσιπά ή μια ελληνική συμμετοχή με κάποια ελπιδίτσα. Κάποια στιγμή όλα γίνονται ασπρόμαυρα και η οθόνη δείχνει Κοντοσώρο, Καθηνιώτη, Μερμίγκη, Ζαχαρόπουλο, αλλά το παθαίνεις αυτό με τον καιρό, υπερμετρωπία είναι, έχεις μάθει να ζεις μαζί της.

Ακολουθήστε το Pelop.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Γράψτε το σχόλιό σας

Παρακολουθήστε τα σχόλια
Να ειδοποιηθώ όταν
guest
0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ