ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Το νόημα της ζωής της

Το νόημα της ζωής της



«Δεν το πιστεύω!».
Μπορείτε να προσθέσετε όσα θαυμαστικά θέλετε στη φράση αυτή, όταν έβγαινε από το στόμα της Λουκίας, με εκείνο το ανεπανάληπτο διάπλατο χαμόγελο.
Της Λουκίας της άρεσε να τρυγάει τα πάντα, κι αυτό ήταν το μυστικό της απαράμιλλης ζωτικότητάς της, που σχολιαζόταν από όλον τον κόσμο, γιατί η Λουκία Σιμονοβίκη ήξερε όλον τον κόσμο, και είμαστε σίγουροι ότι είχε φωτογραφία με όλον τον κόσμο: Τα άλμπουμ της πρέπει να έχουν την περιεκτικότητα του ληξιαρχείου.
Ο τρύγος της είχε μια ιδιαίτερη έμφαση στις φράσεις. Οταν άκουγε μία που της πήγαινε, την υιοθετούσε και την οικειοποιούσε απολαυστικά.
«Δεν το πιστεύω!» αναφωνούσε στους χώρους των κοινωνικών συναθροίσεων, μολονότι το πίστευε και το παραπίστευε: Χορός του Κομιτάτου ήταν, εκεί θα είμαστε όλοι, βρε Λουκία. Χορός κάποιας Κυριακής ή της Μάσκας, θεατρικές παραστάσεις, εγκαίνια, τσικνοπέμπτες, περιοδείες με τη νταλίκα, σαββατιάτικες μεσημεριανές, ακροθαλασσιές, κλαμπ, καφέ του πεζοδρόμου.
«Δεν το πιστεύω!». Οποιος την ήξερε, μπορούσε να αποκωδικοποιήσει αυτήν την τεχνητή έκπληξη. Ηταν μια έκφραση χαράς για τη συνάντηση, μιας αγάπης για τη ζωή, ενός ατέλειωτου έρωτα για την κίνηση, την έκφραση, την παρέμβαση στα πράγματα. Η Λουκία Σιμονοβίκη ήταν το πιο αεικίνητο πλάσμα που γνώρισε η πόλη τα τελευταία χρόνια.
«Να ανεβάσουμε τον πήχη»: Μια ακόμα φράση που είχε υπεξαιρέσει και είχε μεταβάλει σε προσωπικό της σύνθημα, από τις τάξεις του Καρναβαλικού Κομιτάτου. Από όλα τα μέλη, ιδρυτικά και μεταγενέστερα, από όλους τους προέδρους και τους άλλους διοικητικούς του Κομιτάτου, η Λουκία Σιμονοβίκη ήταν το πρόσωπο που αγαπούσε περισσότερο από τον καθένα το σωματείο, το πονούσε, μέχρις αναστεναγμού όταν κάτι στράβωνε και η υπόθεση περνούσε καμπές και κεσάτια. Ηταν οι φορές που τηλεφωνούσε σε συνεργάτες και φίλους πραγματικά στενοχωρημένη, είτε ήταν πρόεδρος, είτε γραμματέας- άτυπος πρόεδρος και τότε- είτε απλό μέλος. «Τί τραβάω» έλεγε, με τον τόνο στο Τι, και μετά εξέθετε την καινούργια συμφορά που μας είχε εύρει.
«Να ανεβάσουμε τον πήχη», αναφωνούσε και τα πειραχτήρια της άλλαζαν τα φώτα, προκαλώντας ουδέποτε την ενόχλησή της, αλλά πάντα το καλόκαρδο γέλιο της. Οχι πως δεν ανέβλυζαν θύελλες και εκρήξεις από το νευρώδες, αήττητο σώμα της, αλλά ποτέ δεν κρατούσαν πολύ. Ολα θα τελείωναν με μια τραγουδιστή φωνή, πολλά θαυμαστικά και ένα γέλιο.
Ανθρωπος πραγματιστής αλλά και ονειροπόλος η ίδια, σπάνια ασχολείτο με τη σύλληψη ιδεών, αλλά πάντα ερωτευόταν τις ιδέες που ένοιωθε πως μπορούσαν να «ανεβάσουν τον πήχη», και εργαζόταν γι' αυτές ακατάπαυστα, εφευρίσκοντας χρόνο, συναίσθημα και ενέργεια ανάμεσα στα συνέδριά της, μετατρέποντας το γραφείο της σε δεύτερο στρατηγείο του Κομιτάτου.
Χορεύτρια της ασφάλτου, αλλά με μνήμη και καημό παλιού αστικού καρναβαλιού, υπήρξε η ίδια πηγή της έμπνευσης για ένα σκετς στην καρναβαλική επιθεώρηση «Ο Καθένας στον κόσμο του», όπου παρωδείτο η νοσταλγία των βετεράνων για «τα παλιά τα καρναβάλια»- και έπαιξε βεβαίως η ίδια. Ηταν το σκετς που τέλειωνε με τον στίχο «αρχίζει η παρέλαση ξανά\κυλάει το ανθρώπινο ποτάμι\να βάλουμε στην πόλη μας φωτιά\ με κεραυνούς που έχω στην παλάμη».
Αν η βασίλισσα του καρναβαλιού είχε σταθερό πρόσωπο, αυτό θα μπορούσε να είναι της Λουκίας, γιατί στην περίπτωσή τους συναντώνταν το παλιό αστικό καρναβάλι, ο ντόρος, η παρέλαση του δρόμου, η συντροφικότητα και ταυτόχρονα μια εκνευριστικά ανεξάντλητη αειφορία.
Ενέργεια και στρες, αντάρα και εξωστρέφεια, ηφαιστειογενής εκρηκτικότητα, όλα αυτά με μια ιδιαίτερη ευαισθησία, με κοινό τόπο την ευφορία, τη ζωτικότητα, το πάθος για ζωή, ένας ανελέητος πόλεμος κατά της φθοράς με τα ίδια της τα όπλα. Η Λουκία έπιανε κάθε πρωί τη φθορά από τον λαιμό και την έπνιγε για να μην την αφήσει να πλησιάσει ούτε εκείνην, ούτε κανέναν μας.
Μέχρι εκείνο το πρωί που δεν πρόλαβε.
«Δεν το πιστεύω!» θα φωνάζει εκεί ψηλά, συναντώντας τη Ντούλη, με την οποία είχε μια θεότρελλη σχέση σαράντα κυμάτων, την Πόλα και τον Τζώρτζη, τη Ρουμπίνη και τη Λιλίνα και τον Σπύρο τον Σινιγάλια. «Δεν το πιστεύω!», θα λέει και θα ξαναλέει, μέχρι που θα τους οργανώσει σε κάποια κατάσταση, και θα κάνει τον παράδεισο ακόμα πιο ευχάριστο, γιατί αυτό ήταν το νόημα της ζωής της.
Κ.Μ.




Αποστολή με E-mail Εκτύπωση







Πρόσφατα
[16:35]  Εμφιετζόγλου στην "ΠτΚ": Το '22 μπορεί...
[15:50]  Αλέξανδρος Κωστόπουλος: Η εθνική...
[15:20]  Πατρών-Πύργου: Τροχαίο χωρίς...
[15:20]  Σολωμού: Αυτοί που γιουχάρουν στο...
[15:05]  Πάτρα: Η ΔΗΚΙ-ΑΚΙ για την επίσκεψη...
[14:35]  Πάτρα: Οι χειμερινοί κολυμβητές έκοψαν...
[14:20]  Πάτρα - Λαϊκές αγορές: Είχαν σχέδιο,...
[13:27]  Καραμανλής για Πατρών-Πύργου: Πολύ...








Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [18:02:05]