ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ VIDEO

Ενημέρωση απο την Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»


Η πόλη ως φόνισσα - Επανέρχεται το θεατρικό έργο "Μάσκα" του Κ. Λογαρά

Η πόλη ως φόνισσα - Επανέρχεται το θεατρικό έργο "Μάσκα" του Κ. Λογαρά



Μια Κυριακή λοιπόν
Και μια γιορτή
Μια ημέρα αποκριάτικη
Στους δρόμους ξεχυθήκατε
Και με κραυγές και αναθέματα
Πάνω σε ξύλινο σταυρό
Κρεμάσατε το ομοίωμα της Πατρινέλας
Και με ψαλμούς
Και με τροπάρια
Το περιφέρατε στα στενοσόκακκα
Της Πάνω Πόλης
Και στους δρόμους της καινούργιας
Για ξορκίσετε το κακό
Να ξεγελάσετε τον θάνατο
Κι η πόλη σας να μπει ξανά σε τάξη
Είναι το έτος 2006, που δεν αποδείχθηκε σωτήριο, παρά τα οράματα και τις καλές προθέσεις κάποιων ολίγων, ο επιφανέστερος των οποίων , ο Θάνος Μικρούτσικος, έφυγε από τη ζωή, πριν μερικές εβδομάδες, έχοντας ο ίδιος σταυρωθεί, όχι στον σταυρό του νότου, αλλά της δύσης: Η πόλη του δεν ανταποκρίθηκε στα νεύματά του.
Στο ξεκίνημα περίπου των εκδηλώσεων της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας, ο Κώστας Λογαράς ευτύχησε να δει ένα ογκώδες ποιητικό του κείμενο να ανεβαίνει στο σανίδι του θεάτρου του Πτωχοκομείου, με τη σκηνοθετική φροντίδα ενός σπουδαίου θεατρανθρώπου, του Θόδωρου Τερζόπουλου, ο οποίος επίσης, δεκαετία '90, είχε προσπαθήσει να συνδέσει την πορεία του μαζί μας, μέσω της ιδέας για ένα θεατρικό δίκτυο μεσογειακών πόλεων, αλλά το σχέδιο δεν ευοδώθηκε.
Επρόκειτο για την Τελευταία Μάσκα- Φαλιμέντο, μια θεατρική παράσταση που εκτιμήθηκε ιδιαιτέρως από τους φιλότεχνους Πατρινούς, που κολακεύτηκαν που η πόλη τους είχε να παρουσιάσει έναν λογοτέχνη ικανό να κοιτάξει στα μάτια έναν δεινό σκηνοθέτη σε μια διοργάνωση με διεθνή χαρακτήρα. Είχε κάνει επίσης μεγάλη εντύπωση στη δημοσιογραφική Αθήνα που αφιέρωσε στην παραγωγή εκτενή αφιερώματα.
Το έργο, «εξήχθη» μάλιστα στη Γερμανία με ευμενή απήχηση, αλλά ατυχώς στην πόλη μας παίχθηκε πολύ λίγο, και δεν δόθηκε η ευκαιρία μιας επανάληψης. Ποτέ δεν είναι αργά. Αλλωστε, η Τελευταία Μάσκα διέπεται από διαχρονικότητα, γιατί καταφέρνει μαεστρικά, αν όχι και προβοκατόρικα, να βάλει σε μια ευθεία γραμμή αρχαίες εκφάνσεις της συλλογικής ψυχής, εγκληματολογία, το κοινωνικό υπόβαθρο του πατρινού καρναβαλιού, τοπικούς θρύλους, αλλά και τελετουργικά που εμπνέονται από τη θρησκευτική παράδοση. Κοινός τόπος, ο ψυχισμός του θηρίου που λέγεται άνθρωπος στην κοινωνική του εκδοχή. Τη βασική πρώτη ύλη δίνει ένα έγκλημα πάθους που είχε συγκλονίσει την προδικτατορική Πάτρα- κάτι ανάλογο θα εμπνεύσει τον Κώστα Λογαρά στο μυθιστόρημά του Τα Πουλιά με το Μαύρο Κολάρο, όπου υπάρχουν αντιστοιχίες με τους προβληματισμούς και τις ευαισθησίες του Φαλιμέντου- το οποίο ο λογοτέχνης χρησιμοποιεί για να φτιάξει ένα έργο στην ουσία πολιτικό, όπως ο ίδιος άλλωστε παρατηρεί στον πρόλογο.
Ποιον πρόλογο; Πρόκειται για το εισαγωγικό σημείωμά του, στην έκδοση του ποιητικού κειμένου που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πικραμένος, σαν συμπαραγωγή Λογαρά- Τερζόπουλου. Η έκδοση αυτή μετατρέπει την παράσταση σε «πρωταγωνιστή»: Αφηγείται την ιστορία της, την ερμηνεύει, αποκαλύπτει το σκεπτικό των συντελεστών της, την αποκωδικοποιεί. Η έκδοση ίσως υπηρετεί και μια δεύτερη ανάγκη: Τη διάσωση του έργου ως καλλιτεχνική παρακαταθήκη, για τον απλό λόγο ότι η Πολιτιστική δεν διεσώθη ως θεσμός, αρχειακή βάση, τοπική μνήμη, αλλά θα μείνει στην ιστορία σαν μια μαύρη τρύπα γεγονότων υπαρξάντων αλλά μη ορατών, κάτι που επέλεξαν οι διαχειριστές της πόλης.
Ο Κ. Λογαράς εμπνέεται εκ παραλλήλου από το στοιχειό της Πατρινέλας, στο οποίο προσέδωσε χαρακτηριστικά πληγωμένης συνείδησης μιας γυναίκας - πόλης προδομένης. Το πολιτικό στοιχείο του έργου είναι διττό: Αναφέρεται στην κανιβαλική λειτουργία της λαϊκής μάζας ως φαινόμενο, αλλά ταυτόχρονα στις ανεπάρκειες της διαχρονικής τοπικής ηγεσίας, την οποία ενοχοποιεί για τη στασιμότητα και την παθογένεια του τοπικού χώρου, κάτι που αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της εισαγωγής: Η ηγεσία είναι «παιδί» του κοινωνικού- εκλογικού σώματος ή θύτης- γονέας των αδυναμιών που καθήλωσαν την πόλη σε υστερήσεις, έλλειψη ταυτότητας και στενών οριζόντων;
Οπως και στο Μαύρο Κολάρο, φαίνεται ότι αυτό είναι το ζήτημα που κυρίως απασχολεί τον συγγραφέα του. Στο στόμα της ηρωιδας του είναι η φωνή του, η πικρία του για όσα ονειρεύτηκε και για όσα προδόθηκε μέσα από τη χλωμάδα και την ακινησία της πόλης. Αυτός είναι ο φόνος του έργου, ένα αίμα που τα προδομένα πρόσωπα φτύνουν κατάμουτρα στους υποτιθέμενους φταίχτες, με οργή αλλά και με αγάπη μαζί. Αν δεν υπήρχε η αγάπη αυτή, δεν θα υπήρχε ούτε πρώτη, ούτε τελευταία μάσκα.
ΤΟΥ ΚΩΝ. ΜΑΓΝΗ





Αποστολή με E-mail Εκτύπωση












Πελοπόννησος
 
 





Τελευταία [11:50:22]