21 συλλήψεις για κύκλωμα εμπορίας ανθρώπων – Πώς δρούσε η οργάνωση των 5 εκατ. ευρώ

Μία από τις πιο εκτεταμένες υποθέσεις εμπορίας ανθρώπων με φόντο την εργασιακή εκμετάλλευση και την παράνομη διαμονή αλλοδαπών αποκάλυψαν οι αστυνομικές αρχές στην Κρήτη. Η επιχείρηση οδήγησε σε δεκάδες εμπλεκόμενους, μεγάλες κατασχέσεις και εκτιμώμενα παράνομα κέρδη που φτάνουν τα 5 εκατ. ευρώ.

21 συλλήψεις για κύκλωμα εμπορίας ανθρώπων – Πώς δρούσε η οργάνωση των 5 εκατ. ευρώ

Σε αποδόμηση πολυμελούς εγκληματικής οργάνωσης, η οποία φέρεται να είχε αναπτύξει εκτεταμένη δράση στην εμπορία ανθρώπων μέσω εργασιακής εκμετάλλευσης, αλλά και στη διευκόλυνση εισόδου και παράνομης παραμονής πολιτών τρίτων χωρών στην Ελλάδα, προχώρησαν οι αστυνομικές αρχές της Κρήτης.

Η υπόθεση ερευνήθηκε από την Υποδιεύθυνση Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Ηρακλείου, ενώ κατά την ευρείας κλίμακας αστυνομική επιχείρηση που πραγματοποιήθηκε την Τρίτη 17 Μαρτίου 2026 σε περιοχές των νομών Ηρακλείου, Λασιθίου, Ρεθύμνου, Βοιωτίας και Αττικής, συνελήφθησαν συνολικά 21 άτομα, που φέρονται ως μέλη του κυκλώματος. Στη δικογραφία περιλαμβάνονται ακόμη 11 πρόσωπα.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση της ΕΛΑΣ, η επιχείρηση υλοποιήθηκε με τη συμμετοχή και τη συνδρομή πολλών υπηρεσιών, μεταξύ των οποίων το Τμήμα Ασφαλείας Ηρακλείου, το Τμήμα ΕΚΑΜ Κρήτης, η ΟΠΚΕ, τα Τμήματα Αστυνομικών Επιχειρήσεων Ηρακλείου και Μεσσαράς, αστυνομικά τμήματα της Κρήτης, καθώς και υπηρεσίες από Θήβα και Βορειοανατολική Αττική.

Σε βάρος των εμπλεκομένων σχηματίστηκε δικογραφία για σειρά βαριών αδικημάτων. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται, κατά περίπτωση, η διεύθυνση και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, η εμπορία ανθρώπων, η παράνομη διευκόλυνση εισόδου και διαμονής πολιτών τρίτων χωρών με σκοπό το κέρδος, η παρακράτηση ταξιδιωτικών εγγράφων, η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, η παράνομη κατακράτηση, η υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, η απάτη σε βάρος του Δημοσίου και φορέων του, παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας, καθώς και η έκδοση ψευδών ιατρικών πιστοποιητικών.

Από την αστυνομική έρευνα προέκυψε ότι η οργάνωση είχε συγκροτηθεί τουλάχιστον από το 2023 και λειτουργούσε με δομημένο τρόπο και σταθερή δράση, με στόχο την αποκόμιση παράνομου οικονομικού οφέλους μέσα από την εκμετάλλευση αλλοδαπών και τη συστηματική παραβίαση της μεταναστευτικής και εργατικής νομοθεσίας.

Οι αρχές εκτιμούν ότι το κύκλωμα λειτουργούσε υπό τον μανδύα ομόρρυθμης εταιρείας με έδρα το Ηράκλειο, η οποία είχε ιδρυθεί ήδη από το 2021. Επισήμως δραστηριοποιούνταν στην παροχή γραμματειακών, συμβουλευτικών και χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, στην πράξη όμως, όπως αναφέρεται, αποτελούσε τη βιτρίνα πίσω από την οποία αναπτύσσονταν οι παράνομες δραστηριότητες της οργάνωσης.

Το δίκτυο φέρεται να είχε απλώσει συνεργασίες τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, αξιοποιώντας μεταξύ άλλων επαφές που σχετίζονταν με ελληνικές προξενικές αρχές σε Ισλαμαμπάντ, Ντόχα και Αμπού Ντάμπι. Μέσω αυτού του μηχανισμού, τα μέλη της οργάνωσης φέρονται να προχωρούσαν συστηματικά σε εισαγωγή πολιτών τρίτων χωρών στην Ελλάδα και σε υφαρπαγή θεωρήσεων εισόδου.

Όπως περιγράφεται στην ανακοίνωση, η δράση του κυκλώματος ξεκινούσε από τη στρατολόγηση αλλοδαπών, κυρίως από χώρες της Ασίας. Στα υποψήφια θύματα δίνονταν, σύμφωνα με τις αρχές, ψευδείς υποσχέσεις ότι θα εξασφαλιζόταν νόμιμη εργασία και παραμονή στην Ελλάδα. Με αυτόν τον τρόπο, εκμεταλλεύονταν την ευάλωτη θέση τους και αποσπούσαν τη συναίνεσή τους μέσω παραπλανητικών ισχυρισμών.

Στη συνέχεια, διευκόλυναν την είσοδό τους στη χώρα μέσω της διαδικασίας μετάκλησης εργαζομένων, χρησιμοποιώντας εικονικούς εργοδότες και καταρτίζοντας πλασματικές ατομικές συμβάσεις εργασίας, χωρίς η δηλωμένη εργασιακή σχέση να αντιστοιχεί σε πραγματική απασχόληση.

Για να εξασφαλιστεί η έκδοση θεωρήσεων εισόδου και αδειών διαμονής, η οργάνωση υπέβαλλε, σύμφωνα με την αστυνομία, ψευδή ή ανακριβή στοιχεία στις αρμόδιες αρχές, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου δεν πληρούνταν οι απαραίτητες νόμιμες προϋποθέσεις. Παράλληλα, δεν τηρούνταν βασικές υποχρεώσεις της διαδικασίας μετάκλησης, όπως η πραγματική απασχόληση των αλλοδαπών ή η γνωστοποίηση της μη εμφάνισής τους.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, γινόταν και εικονική καταβολή ασφαλιστικών εισφορών, ώστε να δημιουργείται η ψευδής εικόνα νόμιμης εργασιακής σχέσης και να υποστηρίζονται οι σχετικές αιτήσεις για άδειες διαμονής, παραπλανώντας τις δημόσιες υπηρεσίες.

Μετά την άφιξή τους στην Ελλάδα, τα θύματα φέρεται να παραλαμβάνονταν, να μεταφέρονταν και να εγκαθίσταντο σε συγκεκριμένες περιοχές, κυρίως σε Ηράκλειο, Λασίθι και Ρέθυμνο, αλλά και σε περιοχές της Βοιωτίας και της Αττικής.

Κατά τις αρχές, κομβικό στοιχείο της εγκληματικής δράσης ήταν η παρακράτηση των διαβατηρίων των αλλοδαπών, προκειμένου να ασκείται έλεγχος πάνω τους και να ενισχύεται η εξάρτησή τους από τα μέλη του κυκλώματος. Με αυτόν τον τρόπο περιοριζόταν ουσιαστικά η ελευθερία κίνησης και επιλογών τους.

Ταυτόχρονα, δημιουργούνταν υπέρογκες οικονομικές υποχρεώσεις εις βάρος τους, τις οποίες καλούνταν να αποπληρώσουν μέσα από την εργασία τους, παραμένοντας έτσι εγκλωβισμένοι σε καθεστώς εξάρτησης. Κατόπιν, τοποθετούνταν σε θέσεις εργασίας που καθόριζαν τα ίδια τα μέλη της οργάνωσης, υπό συνθήκες εργασιακής εκμετάλλευσης, χωρίς να τηρούνται οι νόμιμοι όροι εργασίας, χωρίς τις προβλεπόμενες αποδοχές και χωρίς την αντίστοιχη ασφάλιση.

Επιπλέον, οι αλλοδαποί φέρεται να υποχρεώνονταν να καταβάλλουν χρήματα τόσο για τη διεκπεραίωση της διαδικασίας εισόδου και παραμονής τους στην Ελλάδα όσο και για να συνεχίσουν να εργάζονται.

Τα παράνομα έσοδα, σύμφωνα με τα ευρήματα των ερευνών, διακινούνταν μέσω καταγραφών, σημειώσεων οικονομικών δοσοληψιών και μέσω τρίτων προσώπων, στοιχείο που, κατά την αστυνομία, αποτυπώνει καλά οργανωμένη οικονομική δραστηριότητα.

Για να διασφαλίζεται η συνέχιση της δράσης τους και να αποφεύγεται ο εντοπισμός τους, τα μέλη του κυκλώματος προχωρούσαν, όπως αναφέρεται, συστηματικά σε παραπλανητικές ενέργειες απέναντι στις αρχές, με ψευδείς δηλώσεις, εικονικά στοιχεία και αναληθείς βεβαιώσεις ή πιστοποιητικά.

Η εγκληματική δραστηριότητα της οργάνωσης αναπτύχθηκε, σύμφωνα με την αστυνομία, σε τρεις βασικούς πυλώνες. Στον πρώτο, διαπιστώθηκαν 48 περιπτώσεις εμπορίας ανθρώπων και διευκόλυνσης εισόδου και παράνομης διαμονής πολιτών τρίτων χωρών μέσω της διαδικασίας μετάκλησης εργαζομένων, με εικονικές συμβάσεις εργασίας, από τις οποίες το κύκλωμα αποκόμιζε τουλάχιστον 20.000 ευρώ ανά άτομο.

Στον δεύτερο πυλώνα εντοπίστηκαν 24 περιπτώσεις διευκόλυνσης παράνομης διαμονής μέσω της υποβολής ψευδών ιατρικών πιστοποιητικών για την έκδοση αδειών διαμονής, με εκτιμώμενο όφελος τουλάχιστον 10.000 ευρώ για κάθε περίπτωση.

Στον τρίτο πυλώνα διακριβώθηκαν 212 περιπτώσεις υποβολής αιτήσεων για άδειες διαμονής αλλοδαπών που δεν πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις, με στόχο την παράταση της παράνομης παραμονής τους στη χώρα. Από αυτή τη δραστηριότητα, σύμφωνα με την ΕΛΑΣ, το κύκλωμα αποκόμιζε τουλάχιστον 2.000 ευρώ ανά άτομο.

Ως προς τη δομή του, το κύκλωμα φαίνεται ότι λειτουργούσε με σαφή ιεραρχία και καταμερισμό ρόλων. Υπήρχε σκληρός πυρήνας με ηγετικά μέλη που είχαν την ευθύνη του σχεδιασμού, του συντονισμού και της συνολικής εποπτείας της δράσης. Παράλληλα, υπήρχαν μέλη που εμφανίζονταν ως υπάλληλοι ή συνεργάτες της εταιρείας-βιτρίνας και αναλάμβαναν τη διαχείριση των διοικητικών διαδικασιών για μετακλήσεις και άδειες διαμονής.

Στο δίκτυο περιλαμβάνονταν ακόμη μεσάζοντες, οι οποίοι λειτουργούσαν ως συνδετικοί κρίκοι με πολίτες τρίτων χωρών και διευκόλυναν τη μεταφορά τους στην Ελλάδα, αλλά και πρόσωπα που εμφανίζονταν ως εικονικοί εργοδότες, ώστε να υποβάλλονται αιτήματα μετάκλησης και να καταρτίζονται οι πλασματικές συμβάσεις που χρησιμοποιούνταν για τη νομιμοφανή είσοδο και παραμονή των αλλοδαπών.

Κατά την αστυνομία, ο σκληρός πυρήνας της οργάνωσης είχε τον πλήρη έλεγχο και των οικονομικών ροών, εισπράττοντας χρήματα από τους μεσάζοντες και διοχετεύοντας ποσά προς τους εικονικούς εργοδότες, γεγονός που καταδεικνύει την πυραμοειδή δομή και τον οργανωμένο χαρακτήρα της λειτουργίας της.

Το συνολικό παράνομο οικονομικό όφελος της οργάνωσης εκτιμάται στα 5.000.000 ευρώ, ποσό που, σύμφωνα με την ΕΛΑΣ, προήλθε από την εκμετάλλευση μεγάλου αριθμού πολιτών τρίτων χωρών στο πλαίσιο της συνολικής εγκληματικής δραστηριότητας.

Οι αρχές σημειώνουν ακόμη ότι αρκετοί από τους εικονικούς εργοδότες είχαν απασχολήσει και στο παρελθόν τις διωκτικές αρχές για αδικήματα όπως ζωοκλοπή, παραβάσεις της νομοθεσίας περί όπλων και αλλοδαπών, σωματικές βλάβες, κλοπές, απειλές, απόπειρες ανθρωποκτονίας, υφαρπαγή ψευδών βεβαιώσεων, πλαστογραφίες πιστοποιητικών και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση.

Κατά τις έρευνες σε σπίτια, καταστήματα και επιχειρήσεις, εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν, μεταξύ άλλων, δύο πιστόλια, το ένα με γεμιστήρα, μία μονόκαννη καραμπίνα χωρίς άδεια, συνολικά 60 φυσίγγια και φυσίγγια κρότου αερίου, 19 κινητά τηλέφωνα, οκτώ φορητοί υπολογιστές, τρία καταγραφικά μηχανήματα, ψηφιακά μέσα αποθήκευσης, τραπεζικές κάρτες και βιβλιάρια στο όνομα αλλοδαπών, δελτία ταυτότητας που είχαν δηλωθεί ψευδώς ως απολεσθέντα, φάκελοι με έγγραφα μετακλήσεων, πληρωμές παραβόλων και εργοσήμων, πλαστή άδεια οδήγησης, επιταγές, διαβατήρια και αντίγραφα διαβατηρίων, καθώς και τρία επιβατικά οχήματα, μία μοτοσικλέτα και το ποσό των 202.170 ευρώ.

Οι συλληφθέντες αναμένεται να οδηγηθούν στις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές, ενώ η έρευνα συνεχίζεται προκειμένου να αποσαφηνιστεί πλήρως το εύρος της δράσης της οργάνωσης και τυχόν πρόσθετες διασυνδέσεις της.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125