Αργύρης Εμμανουήλ (1911-2001): Ένας μεγάλος θεωρητικός – Ένας λησμονημένος Πατρινός

Γράφει ο Θεόδωρος Ντρίνιας

Αργύρης Εμμανουήλ (1911-2001): Ένας μεγάλος θεωρητικός - Ένας λησμονημένος Πατρινός

Όταν πριν από αρκετά χρόνια διάβασα το δοκίμιο του Αργύρη Εμμανουήλ, “Η άνιση ανταλλαγή. Δοκίμιο για τους ανταγωνισμούς στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις” (εκδ. Παπαζήση, 1980 -εξαντλημένο πια), προσπάθησα να βρω περισσότερα στοιχεία για αυτόν τον άγνωστο σε μένα, πολιτογραφημένο Γάλλο, Έλληνα οικονομολόγο. Τότε, τα διαθέσιμα στοιχεία στο διαδίκτυο ήταν πολύ λιγότερα, αρκούσαν όμως για να πληροφορηθώ ότι ο Εμμανουήλ είχε γεννηθεί στην Ελλάδα, και μάλιστα στην Πάτρα! Σιγά-σιγά, μπόρεσα να συγκεντρώσω κάποια περισσότερα στοιχεία για την προσωπική του διαδρομή, η οποία, σε αντίθεση με τις πληροφορίες για το ακαδημαϊκό του έργο και τη δημόσια συζήτηση γύρω από αυτό, ήταν μάλλον αφανής. Μου αποκαλύφθηκε μια ζωή κυριολεκτικά μυθιστορηματική. Μια ζωή που θα μπορούσε κάλιστα να γυριστεί σε τηλεοπτική σειρά, αφιερωμένη στην πορεία ενός Πατρινού Οδυσσέα του 20ου αιώνα.

Ο Αργύρης Εμμανουήλ, λοιπόν, γεννήθηκε στην Πάτρα το 1911 και πέθανε στο Παρίσι το 2001, σε ηλικία 90 ετών. Ήταν γιός του Χαράλαμπου Εμμανουήλ, εμπόρου των Πατρών, και της Αικατερίνης (Κατίνας) Μενούνου, κόρης γνωστής αστικής οικογένειας της πόλης. Σπούδασε στην Αθήνα, στην παλαιά ΑΣΟΕΕ, μεταξύ 1927 και 1932 και στη Νομική Σχολή μέχρι το 1934. Ξεκίνησε να δουλεύει σε εμπορικές επιχειρήσεις και φαίνεται ότι εκείνη την περίοδο ήρθε σε επαφή με τις μαρξιστικές ιδέες, αν και δεν έγινε μέλος του ΚΚΕ ή κάποιας άλλης οργάνωσης. Το 1937, πεθαίνει ο πατέρας του και, ως πρωτότοκος, αναλαμβάνει την οικονομική ευθύνη για την οικογένειά του. Μεταναστεύει στο Βελγικό Κογκό (αποικία τότε) όπου υπήρχαν συγγενείς του και εμπλέκεται κυρίως στο εμπόριο υφασμάτων και στις κατασκευές. Το 1942, κατατάσσεται ως εθελοντής στις Ελληνικές ένοπλες δυνάμεις Μέσης Ανατολής, οι οποίες μάχονταν στο πλευρό των Συμμάχων και τον Απρίλιο του 1944 συμμετέχει ενεργά στο κίνημα ενάντια στην εξόριστη ελληνική κυβέρνηση. Συλλαμβάνεται από τους Άγγλους και καταδικάζεται από ελληνικό στρατοδικείο της Αλεξάνδρειας σε θάνατο. Παίρνει χάρη στα τέλη του 1945 και οδηγείται από τους Άγγλους σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Σουδάν.  Στις αρχές του 1946, απελευθερώνεται και επιστρέφει στο Κογκό. Παράλληλα με τις εμπορικές δραστηριότητές του, αρχίζει να αρθρογραφεί σε τοπικές εφημερίδες και σχετίζεται με το αντι-αποικιακό απελευθερωτικό κίνημα του Πατρίς Λουμούμπα. Ήδη από τα κείμενα της δεκαετίας του 1940, είναι φανερή η προσχώρησή του στη σοσιαλιστική θεωρία.  Το 1957 φεύγει εσπευσμένα από το Κογκό ύστερα από απειλές Βέλγων εποίκων και φτάνει στο Ναϊρόμπι και έπειτα στη Γαλλία, με ελάχιστα μόνο υπάρχοντα, ενώ συνεχίζει να συμβουλεύει με κείμενά του το κίνημα της εθνικής ανεξαρτησίας στο Κογκό σε οικονομικά και πολιτικά ζητήματα. Από το 1958 εγκαθίσταται στη Γαλλία, στο Παρίσι. Ο Λουμούμπα, στη σύντομη θητεία του ως πρωθυπουργού του ανεξάρτητου Κογκό, του αποστέλλει επιστολή και του ζητάει να επιστρέψει όποτε θέλει, αφού προηγουμένως ο Εμμανουήλ είχε κηρυχθεί από το κράτος του Βελγίου πρόσωπο «επικίνδυνο για τη δημόσια τάξη». Η επιστροφή δεν έμελλε να πραγματοποιηθεί ποτέ, καθώς ο Λουμούμπα δολοφονείται τον Ιανουάριο του 1961.

Παραμένει οριστικά στη Γαλλία μετά το 1960, όπου σπουδάζει Ιστορία της Τέχνης (1957-1960) στην ανώτατη Σχολή του Λούβρου (L’École du Louvre) και μόλις το 1961, σε ηλικία 50 ετών(!), εισάγεται στην École Pratique des Hautes Études για σπουδές πάνω στη σχεδιοποιημένη οικονομία, υπό τον, δύο μόνο χρόνια μεγαλύτερό του, πασίγνωστο μαρξιστή καθηγητή, Σαρλ Μπετελέμ. Το 1968, σε ηλικία 57 ετών, λαμβάνει το διδακτορικό του από τη Σορβόννη. Την ίδια χρονιά ξεκινάει και την ακαδημαϊκή του καριέρα ως Αναπληρωτής Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού Ι. Στη συνέχεια γίνεται Πρόεδρος του Οικονομικού Τμήματος στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού VII και, τέλος, Πρόεδρος  του Τμήματος Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων και του Ινστιτούτου Μελετών για την Κοινωνική Ανάπτυξη, πάλι στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού Ι, όπου και συνταξιοδοτείται το 1980, ενώ συνεχίζει το εκδοτικό του έργο μέχρι τουλάχιστον το 1988. Το 1961 παντρεύτηκε την Nicole Bingen (1941–1990) και απέκτησαν μια κόρη, την Κατερίνα Εμμανουήλ, η οποία φρόντισε για χρόνια το πολύτιμο αρχείο του μεγάλου Έλληνα οικονομολόγου και μέχρι σήμερα παίζει καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση της μνήμης του πατέρα της. Το αρχείο, από το 2024, βρίσκεται στο Διεθνές Ινστιτούτο Κοινωνικής Ιστορίας (IISG) στο Άμστερνταμ.

Το 1969, εκδόθηκε στα γαλλικά, από τις εκδόσεις Maspero, το έργο ζωής του Εμμανουήλ, «Η άνιση ανταλλαγή». Ένα βιβλίο που στηρίχτηκε στη διδακτορική του διατριβή πάνω στο ζήτημα της «άδικης ανταλλαγής» μεταξύ των πλουσίων και των φτωχών χωρών του πλανήτη, θέμα που τον απασχολούσε ήδη από το 1961. Το ρηξικέλευθο αυτό βιβλίο, θεμέλιο του ομώνυμου διακριτού θεωρητικού ρεύματος, αποτελεί για πολλούς το τελευταίο θεμελιώδες έργο της μαρξικής οικονομικής θεωρίας του 20ου αιώνα. Ο Εμμανουήλ θεωρεί ότι η εκμετάλλευση των χωρών του τότε λεγόμενου Τρίτου Κόσμου από τις χώρες του αναπτυγμένου κόσμου οφείλεται σε έναν δομικό μηχανισμό του διεθνούς εμπορίου, όπου η άνιση ανταλλαγή καθορίζεται από τις διαφοροποιήσεις στα ποσοστά υπεραξίας ως αποτέλεσμα των μισθολογικών αποκλίσεων μεταξύ των αναπτυγμένων χωρών και των λιγότερο αναπτυγμένων. Πιο απλά, οι υψηλοί μισθοί στις αναπτυγμένες χώρες «πληρώνονται» από τους μακράν χαμηλότερους μισθούς των εργαζομένων στις αναπτυσσόμενες χώρες. Η θεωρητική του συμβολή συνεχίστηκε με την έκδοση του δεύτερου μεγάλου έργου του, το 1974, «Το κέρδος και οι κρίσεις».

Δεν χρειάζεται να επεκταθούμε στις θεωρητικές συνέπειες και την επιστημονική βάση της θεωρητικής συμβολής του Αργύρη Εμμανουήλ. Αυτό αφορά πιο αρμόδιους επιστημονικά από τον γράφοντα. Ούτε στις πολιτικές συνέπειες μιας τέτοιας θεώρησης. Αρκεί να τονίσουμε ότι ο Εμμανουήλ προσπάθησε με άμεσο τρόπο να ανασκευάσει βασικές παραδοχές της νεο-κλασσικής οικονομικής θεωρίας, στην οποία στηρίζονται οι νεο-φιλελεύθερες οικονομικές αντιλήψεις περί παγκοσμιοποίησης των πρόσφατων δεκαετιών. Οι απόψεις του, όμως, τον έφεραν σε σύγκρουση και με διάφορες πλευρές της μαρξιστικής οικονομικής και πολιτικής ορθοδοξίας του καιρού του. Να σημειώσουμε για την ιστορία ότι, ο Εμμανουήλ, παρά τις «αιρετικές» του απόψεις, παρέμεινε μέχρι τέλους οπαδός της απελευθέρωσης του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου, του σοσιαλισμού και της σχεδιοποιημένης οικονομίας.

Είναι φανερό ότι το θεωρητικό έργο του Αργύρη Εμμανουήλ επηρεάστηκε από την ίδια την πολυκύμαντη ζωή του. Οι εμπειρίες του από την Ελλάδα και τον Πόλεμο, από το Κογκό, την αποικιοκρατία και τον αντι-αποικιακό αγώνα, από την προσωπική του ενασχόληση με το εμπόριο και μάλιστα το διεθνές, από τη συμμετοχή του σε μικρομεσαίες οικογενειακές επιχειρήσεις απέναντι σε μεγάλα μονοπώλια, από την επαφή του με την εργατική τάξη των αποικιών, διαμόρφωσαν ένα θεωρητικό νου που ωρίμασε μέσα στο καμίνι του πολέμου, των αγώνων και του εμπορίου και όχι σε πανεπιστημιακά εργαστήρια. Οι πρωτογενείς του εμπειρίες τον οδήγησαν στο να αναζητήσει θεωρητικές ερμηνείες, και όχι το αντίθετο. Έτσι ερμηνεύονται και κάποιες διορατικές του παρατηρήσεις για εξελίξεις που επιβεβαιώνονται και τις βιώνουμε στις μέρες μας. Ήδη από το 1976, και στη συνέχεια πιο έντονα το 1982, πολύ πριν το ξέσπασμα του σύγχρονου παγκοσμιοποιητικού κύματος, διαπίστωνε το διττό ρόλο που έπαιζαν οι πολυεθνικές επιχειρήσεις που τότε συνεχώς διεύρυναν το παγκόσμιο πεδίο της δράσης τους. Από τη μία, δηλαδή, να εντείνουν την άνιση ανταλλαγή υπέρ των πλουσίων χωρών και από την άλλη, να γίνονται ιμάντες που μεταφέρουν αναπτυγμένη τεχνογνωσία και αναπτύσσουν τις παραγωγικές δυνάμεις σε χώρες της περιφέρειας. Ο Εμμανουήλ διέκρινε από τότε, σε σοβαρή σύγκρουση με την μαρξιστική ορθοδοξία και τις θεωρίες της εξάρτησης, ότι τίθενται οι βάσεις, υπό το κατάλληλο πολιτικό πλαίσιο, μεγάλα τμήματα του τότε Τρίτου Κόσμου, να ξεφύγουν από τον φαύλο κύκλο της υπανάπτυξης. Η τεράστια παραγωγική μετατόπιση από τον παγκόσμιο Βορρά προς τον παγκόσμιο Νότο, που συντελέστηκε ως αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης και η ανάδυση βιομηχανικών και τεχνολογικών γιγάντων όπως η Κίνα, η Ν. Κορέα, αλλά και η Ινδία, η Βραζιλία κλπ., και οι συνακόλουθες γεωπολιτικές ανατροπές των ημερών μας, επιβεβαιώνουν το ένστικτο του Εμμανουήλ. Το ίδιο και οι πρόωρες επισημάνσεις του, από το μακρινό 1975, για τα οικολογικά όρια της «άνισης ανταλλαγής» και της αδυναμίας του πλανήτη να αντέξει τον τρόπο ζωής και κατανάλωσης των υπερανεπτυγμένων χωρών, εφόσον αυτός επιχειρηθεί να διευρυνθεί σε παγκόσμια κλίμακα.

Φέτος το Δεκέμβρη, κλείνουν 25 χρόνια από το θάνατο του μεγάλου αυτού θεωρητικού. Στην Ελλάδα, το έργο του είναι γνωστό σε ελάχιστους ειδήμονες περί τα διεθνή οικονομικά και σε λίγους πολιτικοποιημένους των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης. Η ακούσια και εκούσια αντιπαράθεσή του με κυρίαρχα ιδεολογικά ρεύματα τον καταδίκασαν μάλλον στην αφάνεια σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, όπου πάντα επικρατούσε στην πνευματική ζωή η επιφάνεια του συρμού.  Στην Πάτρα, ειδικά, παρέμεινε παντελώς λησμονημένος. Σήμερα, θα ήταν άδικο ιδεολογικές ή επιστημονικές αντιπαραθέσεις και αγκυλώσεις άλλων εποχών να κρατήσουν τον Αργύρη Εμμανουήλ στη λησμονιά. Η Πάτρα, η πόλη στην οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε, οφείλει να τον τιμήσει. Ο Δήμος της Πάτρας, το Οικονομικό Επιμελητήριο και το Πανεπιστήμιο Πατρών οφείλουν να θυμίσουν στην τοπική κοινωνία έναν αξιοθαύμαστο Πατρινό, έναν οικουμενικό Έλληνα του περασμένου αιώνα, και να τιμήσουν ένα λαμπρό και σπινθηροβόλο πνεύμα, που συνέβαλε καθοριστικά στην επιστημονική γνώση του καιρού μας.

 

Θεόδωρος Ντρίνιας

Πάτρα, Μάϊος 2026

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125