Πέρσες: Η τραγωδία της ήττας και ο ύμνος της ελευθερίας
Η ερμηνευτική φυσιογνωμία της παράστασης άφησε την αίσθηση ενός ανομοιογενούς σκηνικού σύμπαντος, όπου οι υποκριτικές διαδρομές των πρωταγωνιστών σπάνια συναντήθηκαν σε έναν κοινό αισθητικό παρονομαστή.
Οι Πέρσες του Αισχύλου, που διδάχθηκαν το 472 π.Χ., κατέχουν μια απολύτως μοναδική θέση στην ιστορία της παγκόσμιας δραματουργίας. Δεν αποτελούν απλώς την αρχαιότερη σωζόμενη τραγωδία, αλλά και τη μοναδική που δεν αντλεί το υλικό της από τον γνώριμο κόσμο του μύθου, αλλά από τη ζωντανή, νωπή ιστορία. Ο ποιητής μεταφέρει στη σκηνή ένα γεγονός που ο ίδιος και το κοινό του έζησαν βιωματικά, τη συντριβή του περσικού στόλου στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας το 480 π.Χ.
Ωστόσο, η μεγαλοφυΐα του Αισχύλου δεν έγκειται στην απλή καταγραφή της ιστορικής πραγματικότητας, αλλά στην ριζική ανατροπή της οπτικής γωνίας. Ενώ θα περίμενε κανείς έναν θριαμβευτικό επινίκιο ύμνο, μια κραυγή εθνικής αυταρέσκειας από την πλευρά των νικητών Αθηναίων, ο τραγικός ποιητής επιλέγει να μετατοπίσει το βλέμμα του ολοκληρωτικά στους ηττημένους. Η δράση τοποθετείται στην καρδιά της περσικής αυτοκρατορίας. Με αυτόν τον τρόπο, ο Αισχύλος επιτυγχάνει μια πρωτοφανή αισθητική και ηθική αποστασιοποίηση. Ο νικητής απουσιάζει πλήρως από τη σκηνή, δεν κατονομάζεται ούτε ένας Έλληνας στρατηγός, και η εθνική υπερηφάνεια υποχωρεί μπροστά στο δέος της κοινής ανθρώπινης μοίρας.
Το ύφος του έργου χαρακτηρίζεται από μια τελετουργική, σχεδόν ιερατική μεγαλοπρέπεια. Ο λόγος του Αισχύλου είναι πυκνός, γεμάτος ηχηρές, υποβλητικές λέξεις που χτίζουν την εικόνα του χαμένου πλούτου και της έκπτωτης ισχύος της Περσίας. Η τραγωδία ξεκινά με τον Χορό των Πιστών, των ηλικιωμένων γερόντων που έχουν μείνει πίσω για να φυλάσσουν τα Σούσα, να εκφράζουν μια υπόκωφη, διάχυτη ανησυχία. Αυτή η ατμόσφαιρα της αναμονής και του προαισθήματος κλιμακώνεται με την είσοδο της βασίλισσας Άτοσσας, η οποία μεταφέρει το δυσοίωνο όνειρό της.
Το περιεχόμενο του έργου δομείται γύρω από τις θεμελιώδεις έννοιες της αρχαίας ελληνικής κοσμοθεωρίας, την Ύβρη, την Άτη, τη Νέμεση και την Τίση.
Ο Ξέρξης, παρασυρμένος από την αλαζονεία της απόλυτης εξουσίας, διέπραξε το απόλυτο σφάλμα. Επιχείρησε να δαμάσει τη φύση ζεύοντας τον Ελλήσποντο και να ανατρέψει τη θεϊκή τάξη πραγμάτων επεκτείνοντας την κυριαρχία του πέρα από τα όρια που είχαν ορίσει οι θεοί.
Αυτή η τυφλή αλαζονεία (Ύβρις) οδηγεί στην πνευματική τύφλωση (Άτη) και προκαλεί τη θεία δίκη (Νέμεσις), η οποία επιφέρει την τελική τιμωρία και τη συντριβή (Τίσις). Η κορύφωση της ιδεολογικής ανάλυσης του έργου έρχεται με την εμφάνιση του ειδώλου του Δαρείου
. Ο νεκρός βασιλιάς, λειτουργώντας ως η φωνή της λογικής και της παράδοσης, καταδικάζει τις επιλογές του γιου του, προσφέροντας μια βαθιά πολιτική και φιλοσοφική ερμηνεία της καταστροφής. Όταν τελικά καταφθάνει ο ίδιος ο Ξέρξης, ρακένδυτος και ψυχικά διαλυμένος, το έργο μετατρέπεται σε έναν σπαρακτικό, κοινό θρήνο.
Με αυτή τη διαχείριση, ο Αισχύλος μεταμορφώνει μια εθνική νίκη σε ένα από τα ισχυρότερα αντιπολεμικά μνημεία της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ο πόνος του εχθρού εξισώνεται με τον πόνο κάθε ανθρώπου. Η συμπόνια υπερβαίνει τα γεωγραφικά και εθνικά σύνορα. Το έργο δεν μιλά πλέον για τη σύγκρουση δύο λαών, αλλά για το αιώνιο μάθημα της ανθρώπινης θνητότητας και το τρομερό τίμημα που πληρώνει όποιος ξεχνά τα όριά του απέναντι στο θείο και τη φύση. Το έργο παράλληλα είναι και ένα σάλπισμα στην ελευθερία.
…Ω παίδες Ελλήνων ίτε,
Ελευθερούτε πατρίδα, ελευθερούτε δε
Παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρώων έδη
Θήκας τε προγόνων, νυν υπέρ πάντων αγών.
Ο Χρήστος Θεοδωρίδης έχει αποδείξει στο παρελθόν ότι κατέχει ένα διακριτό καλλιτεχνικό στίγμα, δημιουργώντας παραστάσεις με έντονο πολιτικό χαρακτήρα και αιχμηρή ματιά πάνω στις σύγχρονες κοινωνικές και υπαρξιακές αγωνίες.
Η αναμέτρησή του με τους Πέρσες στην Επίδαυρο δημιούργησε υψηλές προσδοκίες, καθώς το ίδιο το κείμενο προσφέρει το ιδανικό έδαφος για έναν βαθύ αναστοχασμό πάνω στην εξουσία και το τραύμα του πολέμου. Ωστόσο, το τελικό αποτέλεσμα άφησε μια αίσθηση μετεωρισμού, καθώς η παράσταση, παρά τις φωτεινές μεμονωμένες στιγμές της, στερήθηκε μιας συμπαγούς, συνολικής άποψης ικανής να τιθασεύσει το αισχυλικό μέγεθος.
Το βασικό πρόβλημα της σκηνοθεσίας εντοπίστηκε στην αδυναμία να βρεθεί ένας κοινός αισθητικός και νοηματικός άξονας. Ο Θεοδωρίδης φάνηκε να εγκλωβίζεται ανάμεσα σε διαφορετικές σκηνοθετικές φόρμες, χωρίς να επιλέγει καμία μέχρι τέλους. Από τη μία πλευρά, υπήρχε μια τάση προς τον μοντερνισμό και την αποδόμηση, και από την άλλη, μια υποχώρηση σε μια πιο συμβατική, σχεδόν ακαδημαϊκή αναπαράσταση. Αυτή η υφολογική αμηχανία εμπόδισε την παράσταση να αποκτήσει ρυθμό και εσωτερική συνοχή, αφήνοντας το κοινό να παρακολουθεί αποσπασματικές σκηνές που δεν επικοινωνούσαν οργανικά μεταξύ τους.
Η ερμηνευτική φυσιογνωμία της παράστασης άφησε την αίσθηση ενός ανομοιογενούς σκηνικού σύμπαντος, όπου οι υποκριτικές διαδρομές των πρωταγωνιστών σπάνια συναντήθηκαν σε έναν κοινό αισθητικό παρονομαστή.
Η Μαρία Ναυπλιώτου, από την άλλη, προσέδωσε στην Άτοσσα μια αδιαμφισβήτητη σκηνική αρχοντιά.
Η επιβλητική της εμφάνιση και η αισθητική μεγαλοπρέπεια της εικόνας της δημιουργούσαν εξαρχής την εντύπωση μιας βασίλισσας που κουβαλά το βάρος μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας. Ωστόσο, πίσω από αυτή την εντυπωσιακή εξωτερικότητα, η ερμηνεία δεν κατόρθωσε να αποκτήσει το απαιτούμενο ψυχικό βάθος. Ο πόνος της μητέρας, η αγωνία της εξουσίας που καταρρέει και η προαιώνια αίσθηση της ανθρώπινης ματαιότητας παρέμειναν εγκλωβισμένα σε μια μάλλον εξωτερική εκφορά, χωρίς να αποκτήσουν τη συγκλονιστική εκείνη εσωτερική δόνηση που μετατρέπει το προσωπικό δράμα σε οικουμενική τραγωδία.
Ο Δημήτρης Καταλειφός, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της σύγχρονης ελληνικής υποκριτικής, του οποίου η πολυετής διαδρομή αποτελεί αναπόσπαστο κεφάλαιο της θεατρικής μας ιστορίας. Ακριβώς γι’ αυτό, οι προσδοκίες από την εμφάνισή του ως φάντασμα του Δαρείου ήταν ιδιαίτερα υψηλές. Παρ’ όλα αυτά, η ερμηνεία του δεν κατάφερε να αποκτήσει την τελετουργική βαρύτητα και τη μεταφυσική ακτινοβολία που απαιτεί αυτή η εμβληματική μορφή. Ο νεκρός βασιλιάς δεν εμφανίστηκε ως η απόκοσμη φωνή της ιστορικής μνήμης και της θεϊκής προειδοποίησης, αλλά ως μια μορφή περισσότερο ανθρώπινη παρά υπερβατική, αφήνοντας την κορυφαία αυτή σκηνή να κυλήσει με μια απροσδόκητη ηπιότητα, χωρίς το δέος και την πνευματική πυκνότητα που γεννά η παρουσία του Δαρείου.
Ο Γιώργος Ροϊλός, τέλος, επωμίστηκε το δύσκολο βάρος του Ξέρξη, ενός προσώπου που ενσαρκώνει ταυτόχρονα την αλαζονεία της εξουσίας και την απόλυτη συντριβή της. Η ερμηνεία του υπήρξε συνεπής, προσεγμένη και τεχνικά ασφαλής, χωρίς εμφανείς αστοχίες. Ωστόσο, παρέμεινε εγκλωβισμένη σε μια συγκρατημένη εκφραστικότητα, που δεν επέτρεψε στον τραγικό ήρωα να αποκαλύψει ολόκληρο το εύρος της εσωτερικής του κατάρρευσης.
Μέσα σε αυτό το άνισο ερμηνευτικό τοπίο, η παρουσία του Σταύρου Σβήγκου αναδείχθηκε στην πιο φωτεινή και ουσιαστική στιγμή της βραδιάς. Στον καίριο ρόλο του Αγγελιοφόρου δεν αρκέστηκε στην απλή αφήγηση των γεγονότων, τα βίωσε εκ νέου μπροστά στα μάτια του κοινού. Με μια ερμηνεία σωματική και εσωτερικά εκρηκτική, μετέφερε την τραγωδία της συντριβής στη Σαλαμίνα σαν άνθρωπος που είχε μόλις διαφύγει από την κόλαση του πολέμου.
Στην πρώτη εμφάνιση του Χορού συμπυκνώνεται ο πυρήνας της σκηνοθετικής σύλληψης. Ο Χρήστος Θεοδωρίδης εγκαταλείπει τους γέροντες του αισχύλειου πρωτοτύπου και τους αντικαθιστά με νέους ανθρώπους, μια γενιά που δεν επέλεξε τον πόλεμο, αλλά καλείται να ζήσει με τα συντρίμμια του. Με σύγχρονα ρούχα και ένα σακίδιο στην πλάτη, στέκονται ακίνητοι, κοιτάζοντας προς το βάθος της ορχήστρας, σαν να περιμένουν όσους γνωρίζουν πως δεν θα επιστρέψουν ποτέ.
Η εικόνα είναι βαθιά συγκινητική. Ανακαλεί όχι μόνο τους απόντες, αλλά και την απώλεια ενός κόσμου όπου η ειρήνη και η κανονικότητα υπήρξαν κάποτε αυτονόητες. Ο θρήνος παραμένει σχεδόν βουβός, εγγράφεται στις παύσεις, στη βραδύτητα και στα σώματα που μοιάζουν να έχουν παραλύσει από το βάρος της μνήμης. Η σύλληψη είναι εύστοχη και δραματουργικά ισχυρή. Ωστόσο, η επίμονη ακινησία δεν μετουσιώνεται σε σκηνική ένταση. Οι μεγάλες σιωπές και η ελάχιστη κινητικότητα επιβραδύνουν τον ρυθμό, χωρίς να εντείνουν τη συγκίνηση. Εκεί ακριβώς γίνεται αισθητή η βασική απουσία της παράστασης, η κίνηση, εκείνη που θα έδινε παλμό στη σιωπή και θα μετέτρεπε το πένθος σε ζωντανή θεατρική εμπειρία.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στη μουσική σύνθεση του Jeph Vanger, η οποία αποτελεί ένα από τα πιο ισχυρά στοιχεία της παράστασης. Ο ηχητικός κόσμος που δημιουργεί δεν περιορίζεται στον ρόλο της υποστήριξης της σκηνικής δράσης, αλλά διαμορφώνει μια αυτόνομη δραματουργική παρουσία. Κινούμενη ανάμεσα στο αρχέγονο τελετουργικό στοιχείο και τις σύγχρονες ηχητικές υφές, η μουσική ανακαλεί ταυτόχρονα τη μνήμη της απώλειας και την αίσθηση μιας επικείμενης απειλής. Σαν ένας αόρατος παλμός που διαπερνά την παράσταση, μεταφέρει το συλλογικό τραύμα, την αγωνία της αναμονής και το βάρος της ιστορικής καταστροφής, μετατρέποντας τον ήχο σε φορέα συναισθήματος και νοήματος.
Συνολικά, η σκηνική προσέγγιση του Χρήστου Θεοδωρίδη δεν κατόρθωσε να αναδείξει εκείνον τον βαθύ διάλογο με την κοινωνία που χαρακτηρίζει συχνά το έργο του. Παρά τις αξιόλογες προθέσεις, τις στιγμές έντασης και ορισμένες ερμηνευτικές εξάρσεις, η παράσταση έμοιαζε να στερείται της αναγκαίας εσωτερικής επεξεργασίας που θα της επέτρεπε να αποκτήσει ενιαίο δραματουργικό προσανατολισμό. Το αισχύλειο κείμενο δεν φαίνεται να είχε μελετηθεί μέχρι τις πιο βαθιές του αποχρώσεις, ούτε η σκηνική του μεταγραφή να είχε ωριμάσει μέσα από μια επίμονη, σε βάθος εργαστηριακή διαδικασία.
Οι Πέρσες παρέμειναν έτσι ένα έργο με τεράστιο δυναμικό που δεν αξιοποιήθηκε πλήρως. Η παράσταση δεν επέλεξε ούτε μια τολμηρή, ριζοσπαστική επανερμηνεία που θα έφερνε το αρχαίο δράμα σε ευθεία σύγκρουση με το παρόν, ούτε μια αυστηρή κλασική ανάγνωση που θα ανεδείκνυε τη διαχρονική του δύναμη. Κινήθηκε σε μια ενδιάμεση περιοχή, όπου οι επιμέρους ιδέες δεν κατάφεραν να συνδεθούν σε ένα συνεκτικό θεατρικό σύμπαν.
Έτσι, ένα έργο που κουβαλά το βάρος της ιστορικής μνήμης, της ήττας και της ανθρώπινης ύβρεως οδηγήθηκε τελικά σε μια παράσταση συγκρατημένη, η οποία δεν έφτασε στο βάθος και την ένταση που απαιτεί το μέγεθος του αισχύλειου δράματος.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
Από το Δίκτυο
Μηχανισμός Αντικυθήρων: Πώς ένα μπρούντζινο εύρημα άλλαξε την ιστορία της αστρονομίας
Η ASL στο Netflix φέρνει τη νοηματική γλώσσα σε δεκάδες παιδικές παραγωγές
Το Φεστιβάλ από τον Πολιτιστικό Σύλλογο και το Χορευτικό Σουλίου
3 ογκολόγοι αποκαλύπτουν το αγαπημένο τους γλυκό και εξηγούν γιατί η μαύρη σοκολάτα είναι η καλύτερη επιλογή
Όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε για τη λειτουργία car key στο iPhone σας
