Ο συγγραφέας που δεν έγραψε ποτέ μυθιστόρημα επιστρέφει με δύο ταινίες

Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες γίνεται μέσα στο 2026 ο ήρωας δύο εντελώς διαφορετικών κινηματογραφικών πορτρέτων: ενός road movie 109 λεπτών στη Σκωτία και μιας βιογραφίας πεντέμισι ωρών που ακολουθεί τα ίχνη του από τη Γενεύη έως την Ισλανδία

Ασπρόμαυρο πορτρέτο του Χόρχε Λουίς Μπόρχες το 1951 Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες το 1951. Σαράντα χρόνια μετά τον θάνατό του, δύο νέες ταινίες επιχειρούν να χωρέσουν στην οθόνη τον άνθρωπο που δεν έγραψε ποτέ μυθιστόρημα

Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες επιστρέφει φέτος στην οθόνη δύο φορές. Το Borges and Me έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Εδιμβούργου, ενώ τον Σεπτέμβριο το Φεστιβάλ Βενετίας θα παρουσιάσει το Biografía de Jorge Luis Borges, ένα έργο χωρισμένο σε τρία μέρη και συνολικής διάρκειας περίπου πεντέμισι ωρών.

Οι δύο ταινίες δεν θα μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικές. Στην πρώτη, ο Μπόρχες χωρά μέσα σε ένα παλιό αυτοκίνητο και ταξιδεύει στη Σκωτία με έναν νεαρό που σχεδόν δεν γνωρίζει ποιον έχει δίπλα του. Στη δεύτερη, δεν χωρά ούτε σε 330 λεπτά: η ζωή του αναζητείται μέσα σε χειρόγραφα, ποιήματα, τόπους, βιβλία και ξεχασμένα αρχεία.

Η σύμπτωση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα στις 24 Αυγούστου, όταν συμπληρώνονται 127 χρόνια από τη γέννησή του. Σαράντα χρόνια μετά τον θάνατό του, ο συγγραφέας των λαβυρίνθων και των καθρεφτών αποκτά ταυτόχρονα δύο διαφορετικά είδωλα στη μεγάλη οθόνη.

Ένας Μπόρχες μέσα σε ένα μικρό αυτοκίνητο

Το Borges and Me ξεκινά από μια συνάντηση που μοιάζει ήδη επινοημένη από τον ίδιο τον Μπόρχες. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ο 23χρονος Αμερικανός φοιτητής και επίδοξος συγγραφέας Τζέι Παρίνι αναλαμβάνει να οδηγήσει τον ηλικιωμένο και τυφλό Αργεντινό συγγραφέα στη σκωτσέζικη ύπαιθρο.

Ο ένας βρίσκεται ακόμη στην αρχή και δεν ξέρει αν μπορεί να γίνει συγγραφέας. Ο άλλος έχει χάσει την όρασή του, αλλά κουβαλά στη μνήμη του βιβλία, ποιήματα και ολόκληρες βιβλιοθήκες.

Σύμφωνα με την επίσημη παρουσίαση του Φεστιβάλ Εδιμβούργου, την ταινία σκηνοθετεί ο Marc Turtletaub, με τον Φίον Γουάιτχεντ στον ρόλο του Παρίνι και τον Λουίς Γκνέκο ως Μπόρχες. Στο καστ συμμετέχουν επίσης ο Άλαν Κάμινγκ, ο Πίτερ Μάλαν και η Φρέγια Μέιβορ.

Η ιστορία βασίζεται στο ομώνυμο απομνημόνευμα του Παρίνι, το οποίο γράφτηκε σχεδόν μισό αιώνα μετά το ταξίδι. Αυτό σημαίνει ότι η ταινία δεν αντιμετωπίζει τη συνάντηση σαν πρακτικό συνεδρίασης. Η μνήμη, η αλήθεια και η μυθοπλασία αναμειγνύονται, όπως παρατήρησαν και οι πρώτες κριτικές μετά την πρεμιέρα.

Ακόμη και ο τίτλος μοιάζει να συνομιλεί με το σύντομο κείμενο «Ο Μπόρχες κι εγώ», στο οποίο ο συγγραφέας χώριζε τον εαυτό του στα δύο: στον διάσημο Μπόρχες των βιβλίων και στον ιδιωτικό άνθρωπο που έπρεπε να ζήσει με αυτή τη δημόσια μορφή.

Το Borges and Me δεν προσπαθεί τόσο να εξηγήσει το έργο του όσο να φανταστεί πώς θα ήταν να κάθεσαι δίπλα του. Να ακούς έναν άνθρωπο χωρίς όραση να περιγράφει αόρατους κόσμους και να συνειδητοποιείς ότι εκείνος βλέπει πολύ περισσότερα από εσένα.

Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες και ο Τζέι Παρίνι ταξιδεύουν στη Σκωτία στην ταινία Borges and Me

Ο Λουίς Γκνέκο ως Μπόρχες και ο Φίον Γουάιτχεντ ως Τζέι Παρίνι στο σκωτσέζικο ταξίδι του Borges and Me

Ο δεύτερος Μπόρχες χρειάζεται πεντέμισι ώρες

Στο άλλο άκρο βρίσκεται το Biografía de Jorge Luis Borges του Αργεντινού Mariano Llinás. Η ταινία θα παρουσιαστεί εκτός διαγωνισμού στο Φεστιβάλ Βενετίας και αποτελείται από τρία μέρη: 130, 90 και 104 λεπτών.

Δεν πρόκειται για μια συμβατική βιογραφία που παρατάσσει χρονολογίες, διάσημα πρόσωπα και ειδικούς μπροστά στην κάμερα. Η επίσημη παρουσίαση της Βενετίας την περιγράφει ως μια προσπάθεια να αφηγηθεί τη ζωή του Μπόρχες μέσα από αντικείμενα και τόπους – και μαζί της έναν ολόκληρο αιώνα λογοτεχνίας και ιστορίας.

Ο Llinás αναζητεί τον συγγραφέα σε ιδιωτικές συλλογές, ποιήματα, προσχέδια, χειρόγραφα, αποκόμματα και σημειώσεις. Η διαδρομή περνά από τη Γενεύη, το Μπρούκλιν και την Ισλανδία, με παρακάμψεις και αδιέξοδα που θυμίζουν περισσότερο εξερεύνηση παρά οργανωμένη ξενάγηση.

Όπως σημειώνει το Film at Lincoln Center, η ταινία προσπαθεί να εμφανίσει στην οθόνη αυτόν τον «λογοτεχνικό ίσκιο» μέσα από αναγνώσεις, αφηγήσεις και υλικό που επανέρχεται από τα αρχεία.

Το αποτέλεσμα μοιάζει σχεδόν ειρωνικό: ο άνθρωπος που απέφευγε τα μεγάλα βιβλία αποκτά μια από τις μεγαλύτερες κινηματογραφικές βιογραφίες που θα μπορούσαν να γυριστούν.

Γιατί δεν έγραψε ποτέ μυθιστόρημα

Ο Μπόρχες γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες στις 24 Αυγούστου 1899. Έγραψε ποίηση, δοκίμια, κριτική και σενάρια, αλλά τα πεζά του περιορίστηκαν σε διηγήματα και παραβολές, όπως καταγράφουν και οι Εκδόσεις Πατάκη, που κυκλοφορούν μεγάλο μέρος του έργου του στα ελληνικά.

Δεν ήταν ένας συγγραφέας που σχεδίαζε το μεγάλο μυθιστόρημα και δεν κατάφερε να το ολοκληρώσει. Απλώς δεν πίστευε ότι κάθε μεγάλη ιδέα χρειαζόταν εκατοντάδες σελίδες.

Σύμφωνα με το New Yorker, δεν έγραψε έργο μυθοπλασίας μεγαλύτερο από 14 σελίδες. Θεωρούσε μάταιο να αναπτύξει κανείς σε ένα τεράστιο βιβλίο μια ιδέα που μπορούσε να ειπωθεί μέσα σε λίγα λεπτά. Προτιμούσε να επινοεί το βιβλίο, τον συγγραφέα και ορισμένες φορές ακόμη και την κριτική που υποτίθεται ότι είχε γραφτεί γι’ αυτό.

Έτσι, μέσα σε λίγες σελίδες, δημιούργησε μια βιβλιοθήκη που περιείχε όλα τα πιθανά βιβλία, έναν άνθρωπο που δεν μπορούσε να ξεχάσει τίποτε και έναν κήπο όπου ο χρόνος χωριζόταν σε αμέτρητες διαφορετικές διαδρομές.

Σε μια εποχή κατά την οποία συζητάμε αν το smartphone σκότωσε το διάβασμα, ο Μπόρχες υπενθυμίζει ότι ένα σύντομο κείμενο δεν είναι αναγκαστικά εύκολο ή ρηχό. Μπορεί να χρειάζεται λίγα λεπτά για να διαβαστεί και χρόνια για να σταματήσει να σε απασχολεί.

Δεν ήταν ξένος προς το σινεμά

Οι δύο νέες ταινίες δεν αποτελούν την πρώτη συνάντηση του Μπόρχες με τον κινηματογράφο. Στις δεκαετίες του 1930 και του 1940 έγραφε κινηματογραφική κριτική στο περιοδικό Sur, σχολιάζοντας από τον Όρσον Γουέλς έως την αργεντίνικη κινηματογραφική παραγωγή, όπως θυμίζει το Anthology Film Archives.

Μαζί με τον συγγραφέα και στενό φίλο του Αδόλφο Μπιόι Κασάρες έγραψε επίσης σενάρια. Ανάμεσά τους βρίσκονται τα Los orilleros και El paraíso de los creyentes, καθώς και οι ταινίες Invasión του 1969 και The Othersτου 1974 για τον σκηνοθέτη Ούγκο Σαντιάγο. Η σχετική καταγραφή του Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Μορέλια δείχνει ότι ο Μπόρχες δεν αντιμετώπιζε το σινεμά ως μια κατώτερη εκδοχή της λογοτεχνίας, αλλά ως έναν διαφορετικό τρόπο δημιουργίας κόσμων.

Επομένως, ο κινηματογράφος δεν τον ανακαλύπτει τώρα. Επιστρέφει σε έναν συγγραφέα που τον είχε παρακολουθήσει, κρίνει και χρησιμοποιήσει πολύ πριν οι λογοτεχνικές μεταφορές γίνουν ολόκληρη βιομηχανία.

Στιγμιότυπο από την ταινία Biografía de Jorge Luis Borges του Mariano Llinás

Η βιογραφία του Mariano Llinás αναζητεί τον Μπόρχες μέσα σε χειρόγραφα, αντικείμενα, αρχεία και τόπους

Δύο ταινίες, δύο αντίθετοι καθρέφτες

Ούτε το Borges and Me ούτε το Biografía de Jorge Luis Borges μεταφέρουν κάποιο από τα διάσημα διηγήματά του. Η πρώτη ταινία προσεγγίζει τον άνθρωπο μέσα από την αβέβαιη μνήμη κάποιου που τον γνώρισε. Η δεύτερη τον αναζητεί στα υλικά ίχνη που άφησε πίσω του.

Την ώρα που οι πλατφόρμες μετατρέπουν τις διασκευές βιβλίων σε μηχανές θέασης και νέων μπεστ σέλερ, αυτές οι δύο παραγωγές επιχειρούν κάτι δυσκολότερο: να μεταφέρουν στην οθόνη όχι μία ιστορία του Μπόρχες, αλλά την ίδια την παρουσία και την απουσία του.

Η μία τον μικραίνει αρκετά ώστε να καθίσει στη θέση του συνοδηγού. Η άλλη ανοίγει τη ζωή του σε έναν λαβύρινθο πεντέμισι ωρών. Καμία δεν ισχυρίζεται ότι βρήκε τον οριστικό Μπόρχες.

Για έναν συγγραφέα που γέμισε τα βιβλία του με καθρέφτες, σωσίες και ανθρώπους οι οποίοι δεν ήταν βέβαιοι για την ταυτότητά τους, δύσκολα θα υπήρχε πιο ταιριαστή επιστροφή: το 2026 ο Μπόρχες εμφανίζεται στην οθόνη δύο φορές – και καμία από τις δύο δεν είναι ακριβώς ο ίδιος.

Μέχρι στιγμής δεν έχει ανακοινωθεί ελληνική κινηματογραφική διανομή για τις δύο ταινίες.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125

Από το Δίκτυο