Μάκης Τσίτας: «Θέλει μεροκάματο ο πεζός λόγος»
Θέλω τα γραπτά μου να μην είναι εύκολα ερμηνεύσιμα, αλλά, παράλληλα, να μπορεί να τα καταλάβει ο οποιοσδήποτε. Επιδιώκω η γραφή μου να είναι απλή, αλλά όχι απλοϊκή, και σαφώς πολυεπίπεδη
Με τη νέα του συλλογή διηγημάτων «Τσίχλες ταξιδίου» ο Μάκης Τσίτας, γι’ ακόμα μια φορά, καταφέρνει, μέσω της απλής, γήινης, αλλά εξαιρετικά λεπτοδουλεμένης γραφής του, να πατήσει όλους τους ενσωματωμένους στον πυρήνα του αναγνώστη διακόπτες, πλημμυρίζοντάς τον με φως. Αυτό το σπάνιο φως που πηγάζει από την καλή λογοτεχνία. Ο βραβευμένος και πολυμεταφρασμένος συγγραφέας 5 βιβλίων για ενήλικες και 32 για παιδιά, θεατρικών έργων, στιχουργός και διευθυντής του site για το βιβλίο και τον πολιτισμό Diastixo.gr, ξεναγεί την «Π» στις γωνιές του συγγραφικού του εργαστηρίου.
-Στις «Τσίχλες ταξιδίου» περιλαμβάνονται δεκαεννέα διηγήματα, γραμμένα σε διάστημα τριών δεκαετιών. Ποιος θα λέγατε ότι είναι ο αόρατος κρίκος που τα συνδέει;
Το πρώτο μου βιβλίο («Πάτυ εκ του Πετρούλα», 1996), ήταν μια συλλογή διηγημάτων. Στη συνέχεια ασχολήθηκα κυρίως με παιδικά, θεατρικά και στίχους ενώ, παράλληλα, με αργούς ρυθμούς, έγραφα και σύντομα διηγήματα. Ηξερα ότι κάποια στιγμή θα αποτελέσουν ένα βιβλίο. Τελικά, και χωρίς να το καταλάβω, πέρασαν 30 χρόνια μέχρι να συγκεντρωθούν. Πρόκειται για ιστορίες απλών, καθημερινών ανθρώπων, όπως είναι οι ήρωες όλων μου των βιβλίων, τους οποίους παρακολουθούμε μέσα στις οικογενειακές και φιλικές τους σχέσεις, τη μοναξιά, την απόγνωση, τα μικρά ή μεγάλα προβλήματά τους. Ιστορίες, δηλαδή, ανθρώπων, που τους παρομοιάζω με δεντράκια, που προσπαθούν να κρατηθούν όρθια στην ισόβια διάρκεια του κόντρα καιρού. Αυτόν τον καθημερινό αγώνα της ζωής περιγράφω, ο οποίος έχει, ωστόσο, και χιούμορ και μελαγχολία και συγκίνηση και απελπισία.
-Τα διηγήματα της συλλογής διαφέρουν μεταξύ τους. Ηταν σκόπιμο;
Ο λόγος που είναι διαφορετικά, ακόμα και στην έκταση, είναι επειδή ήθελα να δοκιμάσω νέους τρόπους γραφής και σίγουρα όχι για να πειραματιστώ. Ετσι, χρησιμοποίησα πολλά διαφορετικά είδη αφήγησης, δομής, τεχνοτροπίας και γλώσσας. Ο ρεαλισμός δίνει συχνά τη θέση του στον σουρεαλισμό και στο παράλογο, ενώ το κωμικό στοιχείο εναλλάσσεται με το δραματικό ή τη συγκίνηση. Στη λογοτεχνία, ως γνωστόν, το πώς λέμε κάτι είναι για μένα εξίσου σημαντικό με το τι λέμε. Γι’ αυτό κάθε φορά, προσπαθώ να ανακαλύπτω καινούργια και πρωτότυπα -όσο μπορώ- πράγματα. Είναι ένα συνεχές και πολύ γοητευτικό, βέβαια, παιχνίδι.
-Μιας και αναφερθήκατε στο συγγραφικό παιχνίδι, σε κάποιες ιστορίες σας υπάρχουν ανατροπές που αιφνιδιάζουν. Είναι κι ένα παιχνίδι με τον αναγνώστη;
Ναι, φυσικά. Καθώς ο αναγνώστης είναι πάντα και συνδημιουργός, του κλείνω -και με αυτόν τον τρόπο- το μάτι. Μου αρέσει να τον αιφνιδιάζω, να τον προβληματίζω κι, επίσης, αφήνω κάποια πράγματα στο μισοσκόταδο, τα υπαινίσσομαι, καλώντας τον να συμμετάσχει και να τα ανακαλύψει. Θέλω τα γραπτά μου να μην είναι εύκολα ερμηνεύσιμα, αλλά, παράλληλα, να μπορεί να τα καταλάβει ο οποιοσδήποτε. Χάρηκα πολύ, για παράδειγμα, που εκπαιδευτικοί λυκείου τα δίδαξαν σε μαθητές τους. Επιδιώκω η γραφή μου να είναι απλή, αλλά όχι απλοϊκή, και σαφώς πολυεπίπεδη.
Διαβάστε επίσης: Από την Αβάνα ως το Όουκλαντ: 5 νέα βιβλία μάς βγάζουν στον κόσμο
-Τι απαιτεί η πάλη με τις λέξεις, ώστε να καταφέρετε να προσδώσετε αυτή την απλότητα, τη φυσικότητα στα γραπτά σας και να μείνετε ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα;
Απαιτεί πολλή και συνεχή δουλειά. Θέλει μεροκάματο ο πεζός λόγος. Τα κείμενά μου τα δουλεύω, τα ξαναδουλεύω, αφαιρώ, προσπαθώ να είναι απαλλαγμένα από τα προφανή και τα περιττά. Παρότι είναι πεζά, τα βλέπω σαν ποιήματα. Επιλέγω με προσοχή τις κατάλληλες λέξεις, που θα μεταφέρουν με ακρίβεια αυτό που θέλω να πω. Επιζητώ τις λεπτές αποχρώσεις που θα κάνουν τη διαφορά. Εχω αυτή την τελειομανία. Ικανοποιημένος είμαι μόνο όταν διαβάσω το κείμενο και πω «δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο, το ολοκλήρωσα». Κι έπειτα το ξαναδιαβάζω με διάθεση φιλολόγου παλαιάς κοπής, που παραμονεύει για το λάθος. Είναι κάπως σαν να κυνηγάω τον εαυτό μου, αλλά δεν γίνεται διαφορετικά.
– Στο διήγημα «Ευλογημένη τεχνητή νοημοσύνη» περιγράφετε ένα ακραίο -ή μήπως όχι και τόσο;- σενάριο εθισμού στο ChatGPT. Πώς στέκεστε απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη ως συγγραφέας και ως άνθρωπος που βρίσκεται στον χώρο του βιβλίου εδώ και 32 χρόνια;
Με αμηχανία. Δεν ξέρω τι θα γίνει. Πολλές από τις εφαρμογές της είναι σαφώς ευεργετικές, όπως για την επιστήμη ή την έρευνα αλλά στην περίπτωση της συγγραφής, για να μπούμε στα δικά μου τα νερά, έχει θολώσει ακόμα περισσότερο το τοπίο. Βλέπω ανθρώπους, οι οποίοι δεν είχαν γράψει στη ζωή τους ούτε παράγραφο, να δημοσιεύουν τώρα ή και να εκδίδουν. Μέτρια πράγματα, βέβαια. Κι αυτό θα διογκωθεί, φοβάμαι. Το εφιαλτικό σενάριο είναι να φτάσει κάποτε η τεχνητή νοημοσύνη να δημιουργεί πρωτότυπα λογοτεχνικά κείμενα. Οπως εφιαλτικό είναι και το σενάριο που περιγράφει το διήγημα στο οποίο αναφερθήκατε, όπου μια γυναίκα, πλήρως εξαρτημένη αλλά και επωφελούμενη, στη δουλειά της, από την τεχνητή νοημοσύνη, φτάνει στο σημείο να ρωτήσει το ChatGPT πώς να εκφράσει τον πόνο της για τον γιο της που χαροπαλεύει… Αλλά επειδή από τη φύση μου είμαι αισιόδοξος, ελπίζω πως, ως πολυμήχανα όντα, κάτι θα σκεφτούμε. Ας είμαστε ψύχραιμοι για την ώρα.
-Ηρωίδα του ομότιτλου διηγήματος της συλλογής η μητέρα σας, η οποία έφυγε από τη ζωή πριν από έξι χρόνια και της οποίας πορτρέτο κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου. Ποιο το στοίχημα όταν μετατρέπετε ένα προσωπικό τραύμα σε λογοτεχνικό κείμενο;
Στόχος μου ήταν από την αρχή να μην υπάρχει συναισθηματική εμπλοκή. Να κυλάει η ιστορία ήρεμα, σχεδόν αποστασιοποιημένα. Σαν οι ήρωές της να μην ήταν η μητέρα μου κι εγώ, αλλά κάποιοι άλλοι. Το στοίχημα που βάζω στα αυτομυθοπλαστικά μου κείμενα είναι να καταφέρω να ταυτιστεί ο αναγνώστης με την ιστορία και να αισθανθεί πως την έχει ζήσει ο ίδιος ή κάποιος δικός του άνθρωπος.
-Υπάρχει ήρωας/ηρωίδα του βιβλίου σας που θα θέλατε να συναντήσετε; Σε ποιο μέρος θα ήταν, τι θα τρώγατε και τι θα τον/τη ρωτούσατε;
Θα ‘θελα να συναντηθώ με όλους/-ες. Θα τους καλούσα στο σπίτι μου και θα ζητούσα από τη μητέρα μου να φτιάξει τα υπέροχα γεμιστά της με ρύζι και κιμά. Κι ύστερα θα τους έφτιαχνα καφέ ελληνικό και θα τους ρωτούσα αν τους άρεσε ο τρόπος που τους παρουσίασα, αν τους δικαίωσα ή τους αδίκησα. Κι επίσης αν πρέπει να επενδύσω σε κρυπτονομίσματα ή σε γουόν Βόρειας Κορέας.
– «Ηταν η πρώτη φορά που μου φέρθηκαν τόσο άδικα… Μα, δυστυχώς, όχι η τελευταία» γράφετε στο διήγημά σας «Η πρώτη φορά», με αφορμή ένα περιστατικό που συνέβη στην εφηβική σας ηλικία. Πώς αντιδράτε στην αδικία ως ενήλικας;
Η αλήθεια είναι ότι στη ζωή μου με έχουν βλάψει, αλλά εγώ δεν έχω πειράξει ποτέ κανέναν, τουλάχιστον εκούσια. Με έφεραν στον κόσμο δυο άνθρωποι που μου έμαθαν πως η εντιμότητα και η καλοσύνη πρέπει να είναι στόχος στη ζωή μου. Αυτούς που με αδίκησαν, δεν σκέφτηκα ποτέ να τους κάνω κακό, απλώς διέκοψα κάθε επαφή μαζί τους. Μόνο έτσι διασφαλίζει κανείς την ηρεμία του και σώζει -αν είναι τυχερός- την ψυχή του.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
Από το Δίκτυο
Γιατί τα κουνούπια τσιμπάνε εσάς και όχι τους άλλους;
Το αδιέξοδο της Meta και τα smart glasses
Το Περιφερειακό Παρατηρητήριο Κοινωνικής Ένταξης Δυτικής Ελλάδας στο ADAPTER Festival
Ρεύμα: Ποια τιμολόγια συμφέρουν και ποια κρύβουν ρίσκο – Η μεγάλη ανατροπή
Το Blade Runner 2099 έχει επιτέλους trailer και ημερομηνία – όλα όσα ξέρουμε
Ιούλιος γεμάτος πολιτισμό στο Πολύεδρο – Το πρόγραμμα της εβδομάδας 27 Ιουλίου με 2 Αυγούστου
Συντάξεις Αυγούστου 2026: Πότε μπαίνουν τα χρήματα στους λογαριασμούς
Ο Μιχάλης Χατζηγιάννης στο νοσοκομείο για επέμβαση
