Μάρω Κοντού: Η «κυρία» του ελληνικού σινεμά που έδειχνε πάντα τις ρωγμές της εποχής της
Η Μάρω Κοντού έφυγε από τη ζωή, αφήνοντας πίσω της όχι μόνο ρόλους, αλλά και έναν τρόπο να διαβάζουμε αλλιώς τις γυναίκες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου: πίσω από την κομψότητα, υπήρχε συχνά ειρωνεία, πείσμα και μια ήσυχη ανυπακοή

Η Μάρω Κοντού δεν χρειάζεται άλλο ένα βιογραφικό. Τα βιογραφικά γράφουν ημερομηνίες, συνεργασίες, ταινίες, θέατρο, τηλεόραση. Εκείνη, όμως, έμεινε στη μνήμη για κάτι πιο δύσκολο: για τον τρόπο που έμπαινε σε έναν ρόλο και τον έκανε πιο έξυπνο από όσο ίσως ήταν γραμμένος.
Στο παλιό ελληνικό σινεμά, οι γυναίκες συχνά έπρεπε να χωρέσουν σε συγκεκριμένα σχήματα. Σύζυγοι, κόρες, αρραβωνιαστικιές, κυρίες του σπιτιού, αντικείμενα πόθου, αιτία παρεξήγησης, αφορμή για κωμωδία. Η Κοντού πέρασε μέσα από αυτούς τους ρόλους χωρίς να εγκλωβιστεί σε αυτούς.
Αυτό ήταν το ενδιαφέρον της. Μπορούσε να σταθεί μέσα στο πιο γνώριμο κινηματογραφικό πλαίσιο και να το κάνει να τρίζει λίγο. Όχι με φωνές. Με βλέμμα. Με παύση. Με έναν τόνο στη φωνή που έλεγε πως η ηρωίδα της καταλαβαίνει περισσότερα απ’ όσα της επιτρέπεται να πει.
Διαβάστε επίσης: Θλίψη στο πανελλήνιο: Πέθανε η σπουδαία ηθοποιός Μάρω Κοντού
Η κυρία Κοκοβίκου δεν ήταν μόνο «η γυναίκα του Αντωνάκη»
Αν υπάρχει ένας ρόλος που θα επιστρέφει πάντα όταν μιλάμε για τη Μάρω Κοντού, είναι η Ελένη Κοκοβίκου στο «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα».
Η εύκολη ανάγνωση είναι γνωστή: ο Αντωνάκης, η Ελενίτσα, το σπίτι, ο γάμος, η παλιά Αθήνα, οι ατάκες που έγιναν κοινή μνήμη. Μόνο που η ταινία αντέχει ακόμη γιατί κάτω από την κωμωδία υπάρχει κάτι πιο αιχμηρό: μια γυναίκα που ζει μέσα σε έναν γάμο όπου όλα μοιάζουν τακτοποιημένα, εκτός από την ίδια.
Η Κοντού δεν παίζει την Ελένη σαν καρικατούρα υπομονής. Δεν την κάνει ούτε θύμα ούτε υστερική. Την κρατά αξιοπρεπή, πεισματάρα, ευάλωτη, αλλά όχι αφελή. Και κάπως έτσι, μέσα σε μια ταινία που ανήκει στον πυρήνα της παλιάς ελληνικής κωμωδίας, αφήνει μια αίσθηση πολύ πιο σύγχρονη: ότι η γυναίκα αυτή ξέρει πως κάτι στη ζωή της δεν πάει καλά, ακόμη κι αν δεν έχει ακόμη τη γλώσσα για να το πει.
Εκεί βρίσκεται και η δύναμη της Μάρως Κοντού. Δεν χρειαζόταν να φωνάξει για να αλλάξει τη θερμοκρασία μιας σκηνής.
Η κομψότητα ως παγίδα
Για χρόνια, η δημόσια εικόνα της ταυτίστηκε με την κομψότητα. Και δικαίως: είχε στιλ, μέτρο, καθαρή άρθρωση, ωραία κίνηση, βλέμμα που δεν σπαταλιόταν. Όμως η κομψότητα, στην περίπτωσή της, δεν ήταν διακοσμητικό στοιχείο. Ήταν εργαλείο.
Οι γυναίκες που έπαιζε δεν ήταν πάντα ελεύθερες. Συχνά κινούνταν μέσα σε σπίτια, κοινωνικούς κανόνες, μικροαστικές βεβαιότητες, ανδρικές αποφάσεις, οικογενειακές προσδοκίες. Η εμφάνιση έλεγε «όλα είναι στη θέση τους». Το παίξιμό της άφηνε να φανεί πως τίποτα δεν είναι τόσο τακτοποιημένο.
Αυτό έκανε τη Μάρω Κοντού πιο ενδιαφέρουσα από την εικόνα της «ωραίας κυρίας» του ελληνικού κινηματογράφου. Ήξερε να φορά την ευπρέπεια σαν κοστούμι και, την ίδια στιγμή, να δείχνει τις ραφές της.
Η γυναίκα που δεν γινόταν φόντο
Σε πολλές ταινίες της εποχής, οι γυναίκες υπήρχαν κυρίως για να κινηθεί η ιστορία των ανδρών. Να παντρευτούν, να παρεξηγηθούν, να ζηλέψουν, να συγχωρήσουν, να περιμένουν. Η Κοντού είχε τον τρόπο να μη γίνεται φόντο.
Ακόμη και όταν η πλοκή δεν της έδινε όλο τον χώρο, εκείνη έβρισκε χώρο μέσα στη σκηνή. Δεν τον διεκδικούσε με θόρυβο. Τον κέρδιζε με ακρίβεια. Με ένα μισό χαμόγελο, με μια απάντηση που ερχόταν λίγο πιο κοφτά, με μια ακινησία που έλεγε περισσότερα από τον διάλογο.
Ίσως γι’ αυτό οι ρόλοι της δεν παλιώνουν μόνο ως νοσταλγία. Παλιώνουν σαν καθρέφτης. Βλέπεις σήμερα αυτές τις ταινίες και, μέσα από εκείνη, διακρίνεις όχι μόνο την εποχή, αλλά και τις ρωγμές της.
Πέρα από το «παλιό καλό σινεμά»
Κάθε φορά που φεύγει ένα πρόσωπο αυτής της γενιάς, υπάρχει ο κίνδυνος να το κλείσουμε γρήγορα σε μια εύκολη βιτρίνα: «οι μεγάλες μορφές», «η χρυσή εποχή», «οι αξέχαστες ταινίες». Η Μάρω Κοντού ήταν όλα αυτά, αλλά δεν εξαντλείται εκεί.
Υπήρξε μια ηθοποιός που συνέχισε να υπάρχει στη δημόσια μνήμη όχι μόνο επειδή την έδειχνε η τηλεόραση στις επαναλήψεις, αλλά επειδή οι χαρακτήρες της είχαν ακόμη κάτι να πουν.
Η παλιά Ελλάδα που εμφανίζεται στις ταινίες της δεν είναι πάντα αθώα. Έχει γοητεία, χιούμορ, ατάκες, σπίτια με έπιπλα και κανόνες. Έχει όμως και γυναίκες που πρέπει να διαπραγματεύονται συνεχώς τη θέση τους. Η Μάρω Κοντού έδωσε σε αυτές τις γυναίκες σώμα, φωνή και νεύρο.
Η διάρκεια μιας παρουσίας
Η Μάρω Κοντού έφυγε από τη ζωή, αλλά δεν φεύγει από την οθόνη. Θα συνεχίσει να επιστρέφει στις ταινίες που βλέπουμε ξανά, στις σκηνές που ξέρουμε σχεδόν απέξω, στις ατάκες που άλλαξαν χρήση και έγιναν κομμάτι της καθημερινής γλώσσας.
Το σημαντικό είναι να μην τη θυμόμαστε μόνο σαν εικόνα εποχής. Να τη θυμόμαστε σαν ηθοποιό που έκανε την εικόνα πιο σύνθετη.
Πίσω από την κομψότητα υπήρχε μυαλό. Πίσω από το χαμόγελο, συχνά ειρωνεία. Πίσω από την «κυρία» υπήρχε μια γυναίκα που δεν δεχόταν να μικρύνει μέσα στον ρόλο της.
Αυτό αφήνει η Μάρω Κοντού: όχι μόνο τη μνήμη μιας μεγάλης πρωταγωνίστριας, αλλά την αίσθηση ότι ακόμη και μέσα στα πιο αυστηρά σχήματα μιας εποχής, μια ηθοποιός μπορούσε να ανοίξει χώρο. Με ακρίβεια, με στιλ και με εκείνη τη σπάνια εξυπνάδα που δεν χρειαζόταν ποτέ να αυτοδιαφημιστεί.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News