Ο θρύλος της Πάτρας Γιαννάκης Λαμπρόπουλος στην «Π»: «Με ποδαρόδρομο και ουζάκι ζεις… αιώνια»!
Ο πόλεμος, η κατοχή, η χούντα, η πείνα, το ποδόσφαιρο και πως από λουστράκος έγινε περιποιητής

Στα 99 του χρόνια, ο Γιαννάκης Λαμπρόπουλος παραμένει μια από τις πιο αγαπητές και ξεχωριστές μορφές της πατραϊκής κοινωνίας. «Γιαννάκης» για όλους, γιατί το υποκοριστικό κουβαλά την οικειότητα, τη ζεστασιά και την αγάπη που έχει κερδίσει εδώ και δεκαετίες από τους συμπολίτες του. Με χιούμορ, καθαρό βλέμμα και διάθεση ζωής που συγκινεί, δηλώνει πως στόχος του είναι να γίνει ο γηραιότερος Έλληνας και, γιατί όχι, ο γηραιότερος άνθρωπος στον κόσμο. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, μιλά με αφοπλιστική ειλικρίνεια για τη ζωή, τις μνήμες, τον χρόνο και όσα εξακολουθούν να του δίνουν δύναμη.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΥΣ ΘΕΟΔΩΡΟ ΛΟΥΛΟΥΔΗ ΚΑΙ ΓΙΩΡΓΟ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟ
Κύριε Γιαννάκη Λαμπρόπουλε, είναι χαρά μας αυτή η συζήτηση. Γεννηθήκατε το 1928.
11 Ιουνίου του 1928.
Πείτε μας για τη γειτονιά που μεγάλωσες μου, τις παιδικές εικόνες, την Πάτρα του παρελθόντος.
Γεννήθηκα Ιωνίας και Σμύρνης. Υπάρχει ακόμα η οδός. Και δίπλα από το σπίτι μου υπήρχε η μπακαλοταβέρνα του Μπαρμπαμήτσου Μαρινάκη, του πατέρα του Παύλου που είναι παππούς του σημερινού Υπουργού. Η μπαλακοταβέρνα ήταν το κέντρο της γειτονιάς, με κρασιά και τα πάντα. Με τον Παύλο Μαρινάκη είχαμε γεννηθεί την ίδια χρονιά.
Τι θυμάστε από εκείνα τα χρόνια;
Εκεί ζούσαμε με την οικογένειά μου. Ο πατέρας μου ήταν ένας φτωχός μπαρμπέρης. Είχε μια πολυθρόνα και τρεις καρέκλες στο κουρείο του στην οδό Ιωνίας. Ημασταν 7 παιδιά στην οικογένεια. Η μάνα μου περίμενε πότε θα κάνει σεφτέ ο πατέρας μου. Μου έδινε τα χρήματα για να τα πάω στη μάνα μου, ώστε να πάει στο μπακάλικο του Μαρινάκη να πάρει μια οκά φασόλια και ένα πενηντάρι λάδι για να φάμε 7 παιδιά.
Η γειτονιά πως ήταν; Εσείς ήσασταν παιδάκι, πως βλέπατε τα πράγματα;
Στη γειτονιά ήταν όλη η φτωχολογιά. Σε σπίτια σε 30-40 μέτρα ζούσαν 30 παιδιά! Τότε κάθε οικογένεια είχε 6-7 παιδιά, δεν ήταν τα πράγματα όπως σήμερα. Η γειτονιά μας δεν ήταν προσφυγική, τα Προσφυγικά ήταν πιο πάνω. Στην Ιωνίας ήμασταν πατρινόπουλα. Τότε δεν είχε ολοκληρωθεί η συνοικία των Προσφυγικών, σχεδόν δεν υπήρχαν σπίτια. Σιγά-σιγά είχαν αρχίσει να ιδρύονται και τα αθλητικά σωματεία όπως του Ολυμπιακού, της Θύελλας, του Απόλλωνα, του Αχιλλέα, του Αστέρα, του Εθνικού. Και αργότερα χτίστηκε η Αγία Φωτεινή.
Γενικότερα οι σημερινές γνωστές περιοχές ήταν αλάνες τότε. Και το χαρακτηριστικό που μας ένωνε όλους ήταν η πείνα. Ηταν και τα χρόνια της κατοχής, οπότε καταλαβαίνετε.
Θυμάμαι πως εγώ ως ο μεγαλυτερος γιος της οικογένειας, κατέβαινα στην Πάτρα. Ένα πρωί, θα ήταν 11-12, ενώ περπατούσα με φώναξε μια κυρία από ένα σπίτι. Με ρώτησε πως με λένε και με κάλεσε στο σπίτι. Ηταν το 1941 τότε και είχαμε κατοχή. Μου είπε εκείνη η κυρία να πηγαίνω κάθε μεσημέρι στο σπίτι της να τρώω. Το όνομά της ήταν Ελένη Μάρκοβιτς. Στην Πάτρα τότε υπήρχαν δύο γνωστά ψαράδικα, του Μάρκοβιτς και του Γκολέ. Κάθε μεσημέρι λοιπόν, πήγαινα και έτρωγα.
Ένα άλλο πρωινό, μου ήρθε να πάω περπατώντας μια άλλη διαδρομή και έφτασα στην Αγγλικανική εκκλησία, στην περιοχή του Αγίου Διονύση. Εκεί απέναντι είχαν σταθμό οι Ιταλοί και έφτιαχναν τα παπούτσια τους. Πήγα σε έναν στρατιώτη και του είπα «μαντζάρε» για να μου δώσει φαγητό. Και πήγε και μου έφερε μια καραβανίτσα και «κάρνε» που ήταν κρέας. Ε, πήγαινα συχνά και το συνήθισα και τότε μου ήρθε μια ιδέα. Να τους καθαρίζω τα παπούτσια.
Είχα δει τι χρειαζόταν και ζήτησα από τον αδερφό της μάνας μου να μου βρει ένα κασελάκι και βούρτσες. Μου τα αγόρασε κι εγώ πήγαινα στους Ιταλούς και καθάριζα τα παπούτσια τους. Με ρώταγαν αν ήθελα χρήματα και εγώ τους απαντούσα «μαντζάρε». Σε ένα δεύτερο κασελάκι συγκέντρωνα τα φαγητά και τα πήγαινα στο σπίτι να φάει η οικογένεια. Οι Ιταλοί έτρωγαν στις 3, περίμενα να φάνε και να μου δώσουν κι εμένα. Γύριζα σπίτι στις 6 το απόγευμα. Με περίμενε η μάνα μου, η νόνα μου, ο πατέρας μου και τα αδέρφια μου. Δέκα άτομα τρώγαμε και αυτό γινόταν επί έξι μήνες.
Τότε η πόλη πως ήταν; Ομορφη, άσχημη, μικρή, μεγάλη;
Ερημιές ήταν η Πάτρα. Εκεί που έμενα εγώ δεν υπήρχε τηλέφωνο, δεν υπήρχε αυτοκίνητο. Αρρώσταινε ας πούμε ένα παιδί και πηγαίναμε μέχρι τη Γερμανού που έμενε ο γιατρός ο Σινούρης και δεν έπαιρνε λεφτά σε χαμηλά σπίτια.
Τελειώνει ο πόλεμος μετά πως μπαίνετε στη δουλειά, πως κάνετε τα πρώτα σας βήματα;
Το 1945 πήγα στην Ομόνοια στο καφενείο του Μεντζέλου. Εκείνη τη χρονιά γράφτηκα και στη Θύελλα. Ηταν τότε στην ομάδα ο Κουτσοβασίλης (Κοτίδης), ο Τζουμέρκας, ο Κλαουδάτος. Εμείς παίζαμε και βάζαμε πέτρες για τέρματα. Με είδε ο Κουτσαβασίλης, μου έδωσε ένα τάλιρο και με έστειλε στο φωτογραφείο του Ανθόπουλου στα Ψηλαλώνια, στο τούμπι όπως το λέγαμε, για να βγάλω φωτογραφία για το δελτίο μου.
Μπήκα στη δεύτερη ομάδα και παίζαμε μία το μεσημέρι και στις τρεις έπαιζε η ανδρική ομάδα τότε.
Εκείνη τη χρονιά πήγα και έγινα υπάλληλος στο καφενείο στην Ομόνοια. Εκεί ήταν και ο Φώτης Αραβαντινός και ο αδερφός μου ο Σπύρος. Το 1950 ήρθε ένα κύριος και ρώτησε το αφεντικό μου ποιος είναι ο Γιαννάκης. Του δείχνουν ποιος είμαι και μου λέει «σε θέλει ο πατέρας μου, ο μπαρμπαλιάς Αραβαντινός». Ηταν ο ιδιοκτήτης του Μπουγιουκτερέ. Το όνομα ήταν από τις τουρκικές λέξεις Μπουγιούκ που θα πει μεγάλο και τερέ που σημαίνει ποτάμι. Επειδή το μαγαζί βρισκόταν στη Γούναρη που τότε ήταν ποτάμι.
Η Γούναρη ήταν ποτάμι;
Βεβαίως! Γι’ αυτό λέγεται Μπουγιουκτερέ. Τα δικαστήρια έγιναν το 1930 και το ΙΚΑ έγινε αργότερα το 1953. Τώρα αν σας πω ποιους συνάντησα στο Μπουγιουκτερέ…
Συγγνώμη, το 1950 ήσασταν 22 χρονών. Είχατε πάει στρατό και είχατε απολυθεί;
Ημασταν 7 παιδιά και ο πρωτότοκος τότε δεν πήγαινε φαντάρος. Ηταν ένας ωραίος νόμος. Ο πρωτότοκος έμενε στην οικογένεια για να τη στηρίξει οικονομικά. Εμενε πίσω για να δουλεύει.
Σας λέει λοιπόν ο Αραβαντινός να δουλέψετε για αυτόν.
Πήγα και τον βρήκα και με ρώτησε πότε θα πάω να δουλέψω. Ηξερε πως ήμουν «διαβολάκος» 22χρονών. Εκατσα εκεί 15-16 χρόνια. Τώρα το λέμε σερβιτόρος, τότε λεγόμασταν περιποιητές. Είχαμε και τον Σύλλογο Περιποιητών. Εμαθα τη δουλειά πολύ καλά. Γνώρισα και τη γυναίκα μου το 1952. Ομορφη γυναίκα κι εγώ κοντούλης.
Αλλά ζωηρός.
Η γυναίκα μου η Δέσποινα είχε και πέντε αδερφές. Εμεναν σε δύο δωμάτια σπίτι. Και οι έξι παντρεύτηκαν χωρίς προίκα. Δύσκολο για την εποχή.
Γνωρίσατε, λοιπόν, τη γυναίκα σας. Στη συνέχεια;
Παντευτήκαμε στις 26 Δεκεμβρίου στις 11 η ώρα το πρωί. Μετά το γάμο πήγαμε στο ξενοδοχείο Σέσιλ στην Αγίου Ανδρέου. Κάναμε κι ένα τραπέζι για τους συγγενείς. Τότε δεν υπήρχε γαμήλιο ταξίδι. Η γαμήλια προσφορά ήταν να πάει το ζευγάρι σε ένα ξενοδοχείο για να περάσει κάποιες ώρες. Αφού φάγαμε ωραία, η ώρα είχε πάει μία, αλλά στις 3 έπαιζε στην Αγυιά η Παναχαϊκή με τη Θύελλα. Λέω στη γυναίκα μου που ήταν 19 χρονών τότε «έτσι κι έτσι». Πήρα τα κλειδιά του δωματίου, την κλείδωσα για να μην την πειράξει κανείς κι έφυγα για το γήπεδο.
Γιατί την κλειδώσατε;
Ηταν 19 χρονών κοπέλα. Που να ξέρω ποιος μπορεί να έμπαινε μέσα στο δωμάτιο άμα την έβλεπε κανείς μόνη της. Πήγα στο γήπεδο και στον αγώνα ο Σωτήρης ο Λεγάτος ήταν 20 χρονών και εκτέλεσε ένα φάουλ και η μπάλα πήγε στο «Γ» του Μήτσου του Κρητικού. Ηταν παιχταράς ο Σωτήρης. Εσκασε ο Κρητικός. Ηταν και συνέταιροι γιατί είχαν μαζί ένα καφενείο στα Προσφυγικά, αλλά και αντίπαλοι στο γήπεδο.
Σας κράτησε μούτρα η γυναίκα σας;
Εντάξει ήταν άλλη εποχή. Ηταν και μόλις 19 χρονών. Τότε οι γυναίκες δεν ήταν όπως σήμερα που είναι ξεφτέρια, δουλεύουν, οδηγούν κλπ.
Ας γυρίσουμε στο Μπουγιουκτερέ. Πείτε μας για μεγάλες προσωπικότητες που περιποιηθήκατε.
Είχα σερβιρίσει όλους τους τοπικούς δικηγόρους. Από τον Κωστή Στεφανόπουλο, τον Νιόνιο Αργυρόπουλο και τον Γιώργη Παπαγιαβή, μέχρι τον Βασίλη Πυλάλη, και τον Σπύρο Παπαδημητρόπουλο που ήταν πρόεδρος των δικηγόρων τότε. Υπήρχε κι ένας εισαγγελέας, ο Στυλιανός Μπούτης που ήθελε να του πηγαίνω τον καφέ στο γραφείο. Μια μέρα, πήγα τον καφέ και φορούσα μια κόκκινη γραβάτα. Με κοίταξε αυστηρά και μου είπε «Δεν θα ξαναέρθεις έτσι εδώ». Τον ρώτησα γιατί και μου απάντησε ξανά αυστηρά «είπα δεν θα ξαναέρθεις έτσι». Προφανώς είχε περάσει το κόκκινο της γραβάτας ως κομμουνιστικό μήνυμα.
Ηταν αντικομμουνιστής;
Δεν ξέρω, αλλά δεν ξαναφόρεσα κόκκινη γραβάτα. Που να φορέσω;
Ποιος ήταν ο πιο ανοιχτοχέρης;
Ο Κωστής Στεφανόπουλος. Ημασταν δύο περιποιηταί στο μαγαζί. Κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα μας έδινε από ένα φακελάκι. Δεν θυμάμαι πόσα χρήματα είχε. Γενικά όμως ήταν καλά. Οι περιποιητές τότε δεν ήμασταν μεροδούλι, μεροφάι. Δουλεύαμε με ποσοστό 13% και είχαμε και τα φιλοδωρήματα.
Από όλους όσους γνωρίσατε, ποιος σας έκανε την πιο καλή εντύπωση ή υπήρχε κάποια πολύ σημαντική προσωπικότητα που σερβίρατε;
Πολλά πρόσωπα. Το 1953 ήρθε ο Πλαστήρας, ο Σβόλος και ο Καρτάλης και μίλησαν στο Πάνθεον. Πριν πάνε στο Πάνθεον, ήρθαν στο καφενείο. Ο Πλαστήρας με το επιβλητικό μουστάκι του. Τον περιποιήθηκα και αργότερα έγινε πρωθυπουργός.
Τότε έρχονταν στο καφενείο το 90% των δικηγόρων της πόλης αλλά και όσοι δικηγόροι από άλλες πόλεις ήταν στην Πάτρα για δίκες. Πέρασαν επίσης όλοι οι δήμαρχοι.
Μια άλλη ιστορία ήταν το 1963. Είχε νοικιάσει πολιτικό γραφείο στον τρίτο όροφο πάνω από το Μπουγιουκτερέ ο γέρος Παπανδρέου. Για ιδιαίτερο είχε έναν δικηγόρο, τον Θανάση Μπαλάση. Παρήγγειλαν τρεις καφέδες και τους ανέβασα. Μόλις μπήκα στο γραφείο είδα όρθιο έναν ωραίο άνδρα. Ρώτησα ποιος είναι τον Μπαλάση και μου είπε πως ήταν ο γιος του Προέδρου που ήρθε από την Αμερική. Τα έχασα, ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου. Τότε δεν υπήρχε τηλεόραση για να τους ξέρουμε. Στην Πάτρα είχαμε μόνο τις εφημερίδες, την Πελοπόννησο και τον Νεολόγο.
Θέλω να σας πω όμως και για τον βιομήχανο Χαραλαμπάκη Κρητικό. Ενας κύριος και κουβαρντάς. Τον είχα πελάτη το 1965 και μια μέρα, του πήγα τον καφέ και άρχισε να με ρωτάει αν είμαι παντρεμένος, αν έχω παιδιά και γιατί δεν ανοίγω ένα δικό μου μαγαζί επειδή με έβλεπε δραστήριο. Του εξήγησα πως δεν είχα τα χρήματα.
«Ποιος ορίζει την ψυχή του;» μου είπε και με πρόσταξε να βρω μαγαζί και πως θα μου έδινε αυτός τα λεφτά. Έψαξα και πίσω από το ΙΚΑ ήταν ένας οίκος ανοχής. Το ισόγειο ήταν άδειο. Χτύπησα το κουδούνι και ρώτησα αν το νοικιάζουν. Δεν θυμάμαι το ποσό. Με ρώτησε ο Χαραλαμπάκης μετά από δύο-τρεις μέρες και του είπα πως βρήκα. Σε καμια δεκαριά ημέρες με ρώτησε πόσα χρήματα χρειάζονται και μου είπε να πάω στο Πάνθεον στα αδέρφια Καραπάνου να πάω να πάρω λεφτά που μου είχε αφήσει. Ηταν πέντε χιλιάδες δραχμές. Πήρα ψυγείο, καρέκλες και όσα χρειαζόμουν.
Μια μέρα, αφού πήγαινα καλά στο μαγαζί, βρίσκω τον Καραπάνο στο γραφείο και πηγαίνω στον Χαραλαμπάκη. Του είπα πως είχα χίλιες δραχμές για να του επιστρέψω και με έδιωξε! «Φύγε από εδώ που θα μου δώσεις λεφτά. Εγώ θέλω να σε ενισχύσω. Δεν θέλω λεφτά. Είσαι καλό παιδί» είπε. Από εκεί ξεκίνησα.
Και κάπως έτσι άρχισε να γράφεται η θρυλική ιστορία του καφενείου σας.
Ναι. Έγινε το πρώτο αθλητικό-ποδοσφαιρικό στέκι στην Πάτρα τότε. Και ήταν οικουμενικό, ποτέ μονόπλευρο. Δεν έρχονταν μόνο φίλαθλοι, αλλά και παράγοντες και παίκτες. Πέρασαν από εκεί ο Δαβουρλής, ο Λεβεντάκος, ο Παπαϊωάννου, ο Γιώργος Σιδέρης. Ολος ο κόσμος.
Για το δίλημμα Δαβουρλής ή Λεβεντάκος τι λέτε; Ποιος ήταν ο κορυφαίος του αιώνα;
Ο μεγαλύτερος της Πάτρας ήταν ο Τσολίνας του Ολυμπιακού Πατρών. Τρομερή ομάδα με Τσολίνα, Αρναούτη και Καβούκη και τερματοφύλακα τον Ζαμόρα.
Ο Τσολίνας συγκρίνεται με τον Δαβουλή ή τον Λεβεντάκο;
Σε άλλη εποχή ναι. Προπολεμικά ήταν ο Τσολίνας. Μεταπολεμικά ήταν ο Δαβουρλής.
Μεγάλη εποχή για το πατραϊκό ποδόσφαιρο που σημαδεύτηκε από μια τομή το 1967 με την απόφαση της Χούντας να συγχωνευθούν οι πλέον δημοφιλείς ομάδες.
Θα σας πω πως τα βίωσα. Το 1967 εγώ ήμουν στο μαγαζί μου. Ηρθε ο υπουργός Αθλητισμού επί Χούντας ο Ασλανίδης και κάλεσε τα σωματεία της Θύελλας, του Απόλλωνα, τον Ολυμπιακό, τον Αχιλλέα, τον Αστέρα, την Προοδευτική.
Η ομάδα σου η Θύελλα δεν συμμετείχε όμως.
Σωστά. Τέλος Μαΐου του 1967 συγχωνεύτηκαν τα σωματεία και ιδρύθηκε το Πάτραι. Σκλάβος, Κομνηνός, Κατσάμπας, Ευαγγελάτος, Χλιάπας, Φάντης ήταν στην ομάδα.
Το εγχείρημα όμως δεν ευδοκίμησε, παρόλο που τα σωματεία είχαν το 80% του κόσμου της πόλης. Πως πήρε η Παναχαϊκή την πρωτοκαθεδρία στην ποδοσφαιρική Πάτρα και το Πάτραι έμεινε πίσω στην πορεία του χρόνου;
Το Πάτραι έκοβε 6.000 εισιτήρια και η Παναχαϊκή 1.000 τότε. Αλλά αυτό ανετράπη. Η Παναχαϊκή είχε καλύτερη και μεγαλύτερη ομάδα τότε.
Τι εξέφραζαν τότε οι ομάδες κοινωνικά; Ηταν η Παναχαϊκή η ομάδα της αστικής Πάτρας και από την άλλη λαϊκές και προσφυγικές ομάδες;
Οι ποδοσφαιριστές τότε πεινούσαν. Δεν είχαν λεφτά. Αυτό ήταν το γενικό. Θα σας πω μια άλλη ιστορία όμως. Στο Πάτραι είχαμε ταμία τον Αποστόλη Κατσάμπα. Είχαμε κερδίσει τον Ατρόμητο Πειραιά και το συμβούλιο αποφάσισε να δώσει 700 δραχμές σε κάθε παίκτη. Ο Κατσάμπας έδωσε 500 αντί για 700. Εμένα μου το είπε αυτό ο «τακουνάκιας» ο Παναγιώτης Τριανταφυλλίδης. Πήγα και ζήτησα τον λόγο, δεν πείστηκα και κατέβηκα στην «Πελοπόννησο» που ήταν στην Υψηλάντου για να υποβάλω την παραίτησή μου.
Τότε με το Πάτραι ασχολούνταν ο Γιάννης Αδαμόπουλος και ο Αγγελος Βλαχάκης. Δημοσιεύτηκε την επόμενη μέρα.
Η παραίτηση όμως δεν έγινε δεκτή. Αφού δημοσιεύθηκε, εμείς θα είχαμε συμβούλιο μετά από 5-6 ημέρες.
Με πήρε τηλέφωνο στο καφενείο ο τότε αστυνόμος Σύφαντος, ο πατέρας του δημοσιογράφου του Νίκου. Θυμάμαι μου είπε επειδή με συμπαθούσε να πάρω πίσω την παραίτηση γιατί με έβλεπε για τις φυλακές της Τρίπολης. «Γιαννάκη εγώ σε αγαπάω. Πήγαινε στην Πελοπόννησο να ανακαλέσεις και θα το λάβει υπόψη του ο Ασλανίδης» μου είπε. Ε, τι να έκανα; Είχα τρία παιδιά.
Σήμερα γιατί δεν έχει σπουδαίες ομάδες η Πάτρα;
Γιατί δεν βρίσκεις ποδοσφαιριστές. Παλιά υπήρχαν παιχταράδες με προσωπικότητα. Τώρα δεν βρίσκεις. Υπήρχαν φυσιογνωμίες. Τώρα είναι καλομαθημένοι.
Εχετε ζήσει έναν αιώνα. Ποια ήταν η χειρότερη περίοδος της Πάτρας;
Η χειρότερη ήταν ο πόλεμος. Το 1941.
Σήμερα τι πιστεύετε; Γιατί παραπονιέται ο κόσμος;
Εχει σημασία το πως ζουν οι άνθρωποι. Κάποιος που παίρνει 1.500 ευρώ, ζει καλά. Κάποιος με σύνταξη 500 ευρώ, ζει χαμηλά.
Λέτε ότι έχουμε άκρα.
Εγώ που παίρνω 500 ευρώ σύνταξη πως να πω ότι περνάω; Ο άλλος με 2.000 σύνταξη, θα είναι πιο άνετος.
Σήμερα οι άνθρωποι περνάνε καλύτερα ή χειρότερα;
Για μένα καλύτερα. Εμείς είχαμε φτώχεια. Ούτε τηλέφωνο, ούτε γιατρό, ούτε τίποτα δεν είχαμε.
Είχατε πει κάποτε ότι η Πάτρα χρειάζεται έναν σύλλογο των Εν Πάτραις Πατρινών. Γιατί;
Το είχα ιδρύσει κιόλας αλλά μετά σαν συμβούλιο αδρανήσαμε. Στην Πάτρα είναι πολλοί που δεν είναι Πατρινοί/ Θέλαμε να δείξουμε ποιοι είναι οι Πατρινοί. Να δείχνουμε τι πρεσβεύει η Πάτρα.
Λέτε πως έχει αλλοιωθεί η φυσιογνωμία της πόλης με όλο τον κόσμο που ήρθε;
Γίναμε λιγότεροι οι Πατρινοί. Ηρθαν από παντού, από την Κεφαλονιά, την Ηλεία, την Αρκαδία, την Αιτωλοακαρνανία. Σήμερα είναι αναγκαίο όσο ποτέ άλλοτε να βρει η Πάτρα τον παλιό, καλό εαυτό της.
Κοντεύετε έναν αιώνα ζωής. Πως καταφέρνετε να είστε τόσο δραστήριος και υγιής; Με διάθεση και κινητικότητα.
Θα σας δώσω κάποιες συμβουλές. Δεν κάπνισα ποτέ στη ζωή μου. Ημουν καφετζής και αν έπινα, θα έπινα ένα ουζάκι με μέτρο. Επίσης περπατούσα πολύ. Πήγαινα παντού με τα πόδια. Για παράδειγμα για να λειτουργηθώ πήγαινα στο Γηροκομειό με τα πόδια. Ποιος πάει τώρα; Αν ήθελα να πάω στα Καμίνια, πήγαινα με τα πόδια. Βέβαια τώρα περπατάω λιγότερο.
Η λέξη άγχος υπάρχει στο λεξιλόγιο σας; Σήμερα είναι στην καθημερινότητα όλων.
Σας είπα πως ο πατέρας μου ήταν φτωχός. Είχαμε ένα βαρέλι με νερό στην αυλή για ψυγείο. Στις έξι το απόγευμα κλεινόμασταν στο σπίτι και αν έβγαινες έξω σε σκότωναν. Ηταν άλλη η εποχή.
Ποιες άλλες προσωπικότητες της πόλης σου έχουν μείνει χαραγμένες;
Θα σας πω για έναν δήμαρχο. Τον Θόδωρο Άννινο. Κυκλοφορούσε στην Πάτρα με ένα ποδήλατο. Ερχόταν και στο μαγαζί μου. Μια φορά ήρθε και ήταν στο μαγαζί τέσσερις εργάτες του Δήμου εν ώρα υπηρεσίας. Ζήτησε να τους κεράσει δυο μπύρες, τους χαιρέτισε και δεν είπε τίποτα. «Τα έκαναν πάνω τους» αυτοί. Την επόμενη μέρα ο Δήμαρχος φώναξε έναν από αυτούς για να του μιλήσει. Του εξήγησε πως δεν ήταν σωστό που έκαναν κοπάνα, πως δεν ήταν η καλή εικόνα. Δηλαδή χωρίς να τους προσβάλει, τους νουθέτησε.
Και για τον Ανδρέα Καράβολα έχω να πω καλά λόγια. Αλλά έναν παλιό δήμαρχο θυμάμαι έντονα. Τον Λαλάκη Ρούφο.
Τι αναμνήσεις έχετε;
Ο Λαλάκης Ρούφος ήταν ο άρχοντας της πόλης. Κυκλοφορούσε με το μπαστουνάκι του και το παπιονάκι του. Τον θυμάμαι να ανεβαίνει με τα πόδια στα Προσφυγικά και έπινε το ουζάκι του στο ουζερί του Στέφανου. Ενας τουρίστας τον είχε δει και ρώτησε ποιος είναι αυτός. Του έκανε εντύπωση.
Νομίζουμε πως είναι αδύνατο μέσα σε μια ώρα να γίνει εξιστόρηση ενός ολόκληρου αιώνα.
Δεν σας είπα το καλύτερο για την οικογένειά μου. Παντρεύτηκα και έκανα τρία παιδιά που μου χάρισαν 12 εγγόνια και 12 δισέγγονα και τώρα τον Σεπτέμβριο περιμένω τρισέγγονο! Στις 11 Ιουνίου μπαίνω στα 99. Αυτή είναι η ιστορία της ζωής μου. Ημουν αγωνιστής από τα μικρά μου χρόνια, από όταν γυάλιζα παπούτσια. Το μόνο παράπονο είναι ότι ενώ με έχουν τιμήσει από το ποδόσφαιρο με δέκα βραβεία, δεν το έχει κάνει η ΕΠΣ Αχαΐας για την προσφορά μου. Και τώρα είμαι ο μόνος μεγάλος που έχει απομείνει.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News