Τα παιδιά έγραψαν για τη μοναξιά, αλλά μίλησαν για τη ζωή τους
Το θέμα της Νεοελληνικής Γλώσσας για τη μοναξιά δεν αιφνιδίασε μόνο επειδή ήταν βαρύ. Ακούμπησε κάτι πολύ γνώριμο σε μια γενιά που μεγάλωσε μέσα στις οθόνες, στις ειδοποιήσεις, στις παρέες που υπάρχουν και δεν υπάρχουν, στην ανάγκη να δείχνει καλά ακόμη κι όταν δεν είναι.

Η πρώτη μέρα των Πανελληνίων έχει πάντα μια ιδιαίτερη σιωπή. Έξω από τα σχολεία, γονείς περιμένουν με το βλέμμα καρφωμένο στην πόρτα. Παιδιά βγαίνουν άλλα ανακουφισμένα, άλλα μουδιασμένα, άλλα με εκείνο το χαμόγελο που δεν ξέρεις αν σημαίνει «πήγε καλά» ή «μη με ρωτάς ακόμα». Κάθε χρόνο η ίδια σκηνή, με άλλα πρόσωπα. Μια χώρα ολόκληρη στήνει αυτί για να μάθει «τι έπεσε». Φέτος «έπεσε» η μοναξιά.
Και κάπως έτσι, ένα θέμα εξετάσεων βγήκε από τις αίθουσες και άρχισε να κυκλοφορεί μαζί με τα παιδιά στο πεζοδρόμιο. Δεν έμεινε στην κόλλα αναφοράς, στις μονάδες, στις οδηγίες, στις αναλύσεις των φιλολόγων. Έγινε κουβέντα. Για τα social media, για τις οθόνες, για τους ηλικιωμένους, για τους νέους, για την αποξένωση, για το πώς γίνεται να μιλάμε συνέχεια και να μη συναντιόμαστε πραγματικά.
Οι υποψήφιοι το είπαν σχεδόν αμέσως. Τα θέματα ήταν βατά. Η μοναξιά, όμως, δεν ήταν απλώς «βατή». Ήταν γνώριμη. Ήταν από αυτά τα θέματα που δεν χρειάζεται να ψάξεις πολύ μακριά για να βρεις παραδείγματα. Είναι στο λεωφορείο, στις παρέες που κάθονται μαζί και κοιτούν όλοι διαφορετικές οθόνες, στα παιδιά που έχουν εκατοντάδες επαφές και δεν ξέρουν πάντα σε ποιον να πουν την αλήθεια τους. Είναι στα σπίτια όπου οι μεγαλύτεροι μένουν μόνοι με την τηλεόραση ανοικτή για συντροφιά. Είναι στις οικογένειες που τρέχουν όλη μέρα και συναντιούνται τελικά εξαντλημένες, χωρίς πολλές αντοχές για ουσιαστική κουβέντα.
Μια φράση ενός υποψηφίου ήταν ίσως η πιο καθαρή της ημέρας. Για τους νέους, είπε, δεν θα το έλεγε μοναξιά. Θα το έλεγε «έλλειψη της ουσίας». Και κάπου εκεί βρίσκεται όλη η ιστορία.
Γιατί τα παιδιά δεν ζουν απαραίτητα χωρίς κόσμο γύρω τους. Ζουν με παρέες, συνομιλίες, ειδοποιήσεις, φωτογραφίες, βίντεο, αστεία, reels, ομαδικά chats. Ζουν σε μια διαρκή ροή επαφών. Μόνο που η επαφή δεν σημαίνει πάντα σχέση. Η παρουσία δεν σημαίνει πάντα νοιάξιμο. Και το «είμαι εδώ» δεν σημαίνει πολλά, όταν πίσω του δεν υπάρχει χρόνος, προσοχή, αλήθεια.
Αυτό το ξέρουν οι νέοι καλύτερα από τους μεγάλους. Δεν χρειάζονται κήρυγμα για τα κινητά. Ξέρουν πότε το κινητό τους ξεκουράζει και πότε τους καταπίνει. Ξέρουν πότε μπαίνουν για να χαζέψουν λίγο και πότε βγαίνουν πιο άδειοι από πριν. Ξέρουν τη σύγκριση, την έκθεση, την ανάγκη να δείχνουν εντάξει. Ξέρουν και εκείνη τη μικρή ντροπή που έχει το να πεις «δεν είμαι καλά», όταν όλοι γύρω σου μοιάζουν να περνούν καλύτερα.
Και κάπου εκεί μπαίνουν οι Πανελλήνιες. Μια διαδικασία που ζητά από τα παιδιά ψυχραιμία, συγκέντρωση, αντοχή, στόχο. Τα βάζει να γράψουν για τη μοναξιά, την ώρα που τα ίδια κουβαλούν ήδη άγχος, πίεση, προσδοκίες, συγκρίσεις, βαθμούς, φροντιστήρια, βλέμματα γονιών, φόβο αποτυχίας. Είναι παράξενο και κάπως σκληρό. Μια κοινωνία που συχνά δεν προλαβαίνει να τα ακούσει, τα εξετάζει στην ανάγκη της ανθρώπινης επαφής.
Ίσως όμως γι’ αυτό το θέμα είχε ενδιαφέρον. Γιατί δεν ήταν ξένο προς τη ζωή τους. Δεν ζητούσε από τους υποψηφίους να γράψουν για κάτι μακρινό, στεγνό, ακαδημαϊκό. Τους έδωσε μια αφορμή να σκεφτούν τη γενιά τους, τους παππούδες και τις γιαγιάδες τους, τη σχέση με τους μεγαλύτερους, το χάσμα που ανοίγει όταν η μία γενιά μιλά με εμπειρίες και η άλλη με ταχύτητα. Τους ζήτησε να φανταστούν τρόπους συνάντησης. Δραστηριότητες, κοινό χρόνο, βοήθεια, συζήτηση, ζωντανή παρουσία.
Κάποιοι το πήραν σοβαρά. Κάποιοι το γύρισαν στο χιούμορ. Καλά έκαναν και οι δύο.
Το χιούμορ των παιδιών μετά τις εξετάσεις δεν είναι ελαφρότητα. Είναι άμυνα. Είναι τρόπος να πάρουν πίσω λίγο από το βάρος που τους φορτώνουμε. Όταν ένας υποψήφιος λέει «δεν είμαι τόσο της μοναξιάς, βγαίνω έξω, περνάω καλά», μπορεί να γελάσεις. Μπορεί όμως και να σκεφτείς ότι μέσα σε αυτή την ατάκα υπάρχει μια κανονική, υγιής ανάγκη: να μη μιλάμε για τους νέους μόνο σαν να είναι πληγωμένοι, χαμένοι, εγκλωβισμένοι. Είναι και ζωντανοί. Είναι και αστείοι. Είναι και αντιφατικοί. Είναι παιδιά που προσπαθούν να αναπνεύσουν μέσα σε μια μέρα που όλοι τους ρωτούν «πώς έγραψες;».
Η μοναξιά δεν αφορά μόνο εκείνους. Ούτε μόνο τους ηλικιωμένους. Αφορά τον τρόπο που ζούμε όλοι. Τις πόλεις μας, τα σπίτια μας, τις δουλειές μας, τον χρόνο που δεν έχουμε, τις σχέσεις που αφήνουμε για αργότερα. Αφορά το πόσο εύκολα λέμε «να τα πούμε» και πόσο δύσκολα καθόμαστε τελικά να ακούσουμε. Αφορά την ευκολία με την οποία υπάρχουμε δίπλα δίπλα χωρίς να αγγιζόμαστε πραγματικά.
Οι Πανελλήνιες θα συνεχιστούν. Τα παιδιά θα δώσουν τα επόμενα μαθήματα, θα μετρήσουν σωστά και λάθη, θα περιμένουν βαθμούς, θα κάνουν όνειρα, θα αλλάξουν σχέδια, θα απογοητευτούν, θα χαρούν, θα συνεχίσουν. Το θέμα της μοναξιάς όμως δεν θα κλείσει μαζί με το τετράδιο της Νεοελληνικής Γλώσσας.Γιατί ήταν ήδη εδώ.
Στα παιδιά που μεγαλώνουν με πολύ θόρυβο γύρω τους και λίγη ησυχία μέσα τους. Στους ηλικιωμένους που περιμένουν ένα τηλεφώνημα. Στους γονείς που τρέχουν και νιώθουν ανεπαρκείς. Στους ανθρώπους που γεμίζουν το πρόγραμμά τους για να μη μείνουν μόνοι με όσα νιώθουν.
Αν κάτι άξιζε από το φετινό θέμα, δεν ήταν η ευκολία ή η δυσκολία του. Ήταν ότι έβαλε χιλιάδες παιδιά να γράψουν για κάτι που συνήθως δεν προλαβαίνουμε να συζητήσουμε. Και ίσως, για λίγη ώρα, έξω από τα εξεταστικά κέντρα, ανάμεσα σε γέλια, ανακούφιση και άγχος, να ειπώθηκαν περισσότερες αλήθειες από όσες χωρούν σε μια βαθμολογία.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News