Βασίλειος Χριστόπουλος: Ενας ρομαντικός λήσταρχος κόντρα στην κοινωνική αδικία
Ο συμπολίτης Βασίλειος Χριστόπουλος μιλάει στην «Π» για την αντιφατική προσωπικότητα του ήρωά του, μας ξεναγεί στην εποχή του βιβλίου και στέκεται στις αναλογίες που έχει με το σήμερα

Στο νέο του ιστορικό μυθιστόρημα με τον ιντριγκαδόρκο τίτλο «Με τον Ιησού και το ρεβόλβερ» ανασυνθέτει με μαεστρία τη συναρπαστική ζωή του χριστιανοκοινωνιστή λήσταρχου Κώστα Πανόπουλου, ο οποίος γεννήθηκε στα Μαζέικα το 1873, όπου και ετάφη, μετά τον θάνατό του το 1966. Ο συμπολίτης Βασίλειος Χριστόπουλος μιλάει στην «Π» για την αντιφατική προσωπικότητα του ήρωά του, μας ξεναγεί στην εποχή του βιβλίου και στέκεται στις αναλογίες που έχει με το σήμερα.
-Τι σας ώθησε να γράψετε ένα βιβλίο για τον χριστιανοκοινωνιστή λήσταρχο Κώστα Πανόπουλο από τα Μαζέικα Αχαΐας;
Τα «Απομνημονεύματά του (Η εξομολόγησις ενός πάλαι ποτέ Ληστάρχου προς την κοινωνίαν)» κυκλοφόρησαν το 1902 και είχαν σκοπό να επηρεάσουν την κοινωνία και τους δικαστές, πριν τη δίκη του. Οταν τα πρωτοδιάβασα το 2002, η περίπτωσή του με γοήτευσε. Τότε έγραψα ένα διήγημα, «Τα Λύτρα», για τη συλλογή «Αναζητώντας το Θεό» (Κέδρος, 2006). Πριν την τελική επιμέλεια, όμως, το απέσυρα με σκοπό να το κάνω μυθιστόρημα.
Μετά την έκδοση των Διηγημάτων «Ρομανό Τσορουπέ» (2022) ξεκίνησα. Περάσαμε τρία χρόνια χαλαρής καθημερινής παρέας (συγγραφή, συζήτηση, έρευνα), μέχρι να το ολοκληρώσω.
-Η αφήγησή σας ξεδιπλώνεται, εναλλάξ, γύρω από δύο χρονικούς άξονες: το 1916, με τον Πανόπουλο αποφυλακισμένο μετά από 15ετή εγκλεισμό, και το 1902, οπότε πραγματοποιεί την απαγωγή του μοναχογιού του αιγιώτη σταφιδέμπορα Σταυρουλόπουλου. Γιατί επιλέξατε αυτή τη δομή;
Ο Πανόπουλος έγινε γνωστός από την απαγωγή του νεαρού Σταυρουλόπουλου, η οποία συγκλόνισε την ελληνική κοινωνία (1902). Εκτός της ιστορίας της απαγωγής ήθελα να αναθερμάνω το ενδιαφέρον για τα δύο μεγάλα πολιτικά γεγονότα της εποχής: το στρατιωτικό κίνημα του 1909 στο Γουδή και τον Εθνικό Διχασμό (1915-1917). Στο μυθιστόρημα ο Πανόπουλος, αν και φυλακισμένος, βιώνει έντονα το κίνημα του 1909 γιατί πιστεύει πως οι αγώνες του για δικαιοσύνη θα δικαιωθούν. Στον Εθνικό Διχασμό, πάλι, φωτίζω τα γεγονότα της Πάτρας: Το ανάθεμα κατά Βενιζέλου, τη λεηλασία του σπιτιού του Μιχαλακόπουλου, τους διωγμούς κατά των Βενιζελικών κ.λπ., γεγονότα στα οποία ο Πανόπουλος εμπλέκεται και μας τα περιγράφει.
Στην αρχή έγραψα δύο μέρη: Την απαγωγή (1902) και την αποφυλάκιση (1916). Στο τέλος (στο μοντάζ, με κινηματογραφικούς όρους) αποφάσισα την εναλλάξ διάταξη των κεφαλαίων. Παρά τους αρχικούς δισταγμούς, αποδείχτηκε μια επιτυχημένη απόφαση.
– Ανασύνθεση της εποχής, μίξη ιστορικών και μυθοπλαστικών στοιχείων, απόδοση της λαϊκής γλώσσας του Πανόπουλου και κινηματογραφικός ρυθμός. Τι απαίτησε από εσάς αυτός ο συνδυασμός;
Γράφοντας ένα ιστορικό μυθιστόρημα δεν μπορείς να μένεις μόνο στην ιστορία. Η οργάνωση της πλοκής (συγκρούσεις, ανατροπές, φινάλε), το πλάσιμο των χαρακτήρων και κυρίως η ιδιωματική λαϊκή γλώσσα του Πανόπουλου κάνουν το μυθιστόρημα λογοτεχνικό έργο. Ο συνδυασμός αυτών των απαιτήσεων χρειάστηκε να καταθέσω την εμπειρία μου μετά από οκτώ βιβλία λογοτεχνίας, και μια σχεδόν καθημερινή «εργασία».
-Ο Πανόπουλος μέσα από τις σελίδες σας προβάλλει ανθρώπινος και συμπαθής. Πώς σταθήκατε απέναντι στον κίνδυνο της εξιδανίκευσής του;
Διαβάζοντας την «Εξομολόγησή» του είδα ένα ρομαντικό ληστή, που όμως είχε μια «τρέλα», μια «λόξα». Μάλιστα, όπως ο ίδιος αναφέρει, το δικαστήριο που τον δίκασε αποφάσισε πως έχει «φρένας διαταραγμένας». Και με την απόφαση αυτή γλύτωσε τα ισόβια. Επιπλέον, τα ονειροπόλα σχέδιά του, οι συχνές συνομιλίες του με τον Θεό, μάλλον συμπάθεια και θυμηδία προκαλούν και όχι εξιδανίκευση.
– Βαθιά πιστός -απευθυνόταν συχνά στον Κύριο- και παράλληλα ζωσμένος με ρεβόλβερ, χωρίς να χύσει ποτέ αίμα. Πώς εξηγείται αυτή η αντίφαση;
Ο Πανόπουλος αγαπά τη φύση πιστεύοντας στις θεραπευτικές δυνάμεις της και σέβεται την ανθρώπινη ζωή. Διαβάζει ανελλιπώς την Αγία Γραφή ακόμη κι αν δεν την καταλαβαίνει. Κάθε του πράξη στηρίζεται στον λόγο του Χριστού. Το ρεβόλβερ του το χρησιμοποιεί μόνο για απειλή. Οπως θα έπρεπε να κάνουν σήμερα και τα όργανα της τάξης κι όχι κάποιες φορές να ρίχνουν στο ψαχνό (Γρηγορόπουλος, Σαμπάνης, Φραγκούλης, 20χρονος στο Αργος).
-Γιαννούλα: ο μεγάλος έρωτας του Πανόπουλου. Γυναίκα ξεχωριστή για την εποχή της «ντερμπεντέρισσα, ρεμπέτισσα» και με τον δικό της ηθικό κώδικα. Ρίχνει, ένα διαφορετικό φως στην προσωπικότητα του ήρωά σας;
Τη Γιαννούλα, έρωτα της ληστρικής του ζωής, την ξαναβρίσκει το 1916 παντρεμένη. Είναι μια ρεμπέτισσα, τραγουδίστρια σε ταβέρνα στα Ταμπάχανα. Στα Ταμπάχανα υπάρχει και η ταβέρνα του Μπάμπη Αλεβή, όπου και παίζονται Ταμπαχανιώτικα, κάποια πρώιμα ρεμπέτικα. Είναι αυτά για τα οποία πρώτος μίλησε ο αξέχαστος Μπάμπης Γκολές. Τα τραγουδούσε και ο ίδιος, όπως το «Πατρινό ταμπαχανιώτικο» και την «Πατρινοπούλα», τα οποίο πρόσφατα έχουν αναρτηθεί στο youtube.
Η Γιαννούλα, λοιπόν, αποτελεί τον σύνδεσμο του Πανόπουλου με τα ρεμπέτικα. Ταυτόχρονα, επειδή πρόκειται για δύο διαφορετικούς χαρακτήρες, η σχέση τους προκαλεί συγκρούσεις μέσα από τις οποίες ο Πανόπουλος, αν και άξεστος ορεσίβιος, δείχνει μια αξιοθαύμαστη προσαρμοστικότητα στα νέα αστικά ήθη.
-Το βιβλίο σας μας μεταφέρει στις αρχές του 20ού αιώνα, αλλά ο αναγνώστης έχει την αίσθηση πως συνομιλεί με το σήμερα. Επιδιώξατε συνειδητά να αναδείξετε διαχρονικούς μηχανισμούς εξουσίας, διχασμού και κοινωνικής ανισότητας;
Την εποχή αυτή, σταφιδέμποροι, γαιοκτήμονες και βιομήχανοι συσσωρεύουν αμύθητο πλούτο σε βάρος των χαμηλών στρωμάτων που ζουν στη εξαθλίωση. Τη σταφιδική κρίση την πληρώνουν οι δεύτεροι. Η κρίση (και η ήττα στον πόλεμο του 1897) γεννά το κίνημα του 1909 και φέρνει τον Βενιζέλο. Ο πόλεμος προκαλεί και τον Εθνικό Διχασμό. Oλα αυτά μοιάζουν τόσο μακρινά, αλλά έχουν και πολλές αναλογίες με το σήμερα.
Σήμερα οι ολιγάρχες κερδοσκοπούν σε βάρος της κοινωνίας, την κρίση την πληρώνουν οι φτωχοί και ο πόλεμος γύρω μας μαίνεται.
Σκοπός μου δεν ήταν μόνο να αναπλάσω την εποχή αλλά και να συνομιλήσω με το σήμερα.
-«Κάτω το κεφάλαιο, δικαιοσύνη, ισότητα, δουλειά για όλους…» λέει ο Πανόπουλος. Αν υπήρχε τρόπος να αντικρίσει τη σημερινή Ελλάδα, ποια θα ήταν η πρώτη του σκέψη, λέτε;
Στα 1916 ο Πανόπουλος συγκινείται από τα συνθήματα των μπολσεβίκων. Πιστεύει, όμως, σε μια επανάσταση στο όνομα του Χριστού και δεν τους εμπιστεύεται. Ταυτόχρονα, με την επίσημη εκκλησία βρίσκεται σε διάσταση. Στην εποχή του, οι εκκλησίες ήταν κέντρα προπαγάνδας υπέρ του πλούτου και του βασιλιά.
Πέθανε το 1966, μάλλον θρησκόληπτος, βυθισμένος σε μια δική του βίωση της θρησκείας. Δεν μπορώ να σας πω πώς θα αντιδρούσε.
-Σήμερα, υπάρχουν άνθρωποι που έχουν το σθένος να επιχειρήσουν ατομικές επαναστάσεις;
Ο Πανόπουλος βγήκε στο βουνό νεαρός, λίγο μετά τα 20, να αμφισβητήσει την εξουσία και να πολεμήσει τον πλούτο. Σήμερα υπάρχουν χιλιάδες νέοι, ακτιβιστές, αναρχικοί, αυτόνομοι, αριστεροί, που με τον τρόπο τους επιχειρούν παρόμοιες αμφισβητήσεις. Για μένα, κάθε αγώνας για κοινωνική δικαιοσύνη, όσο «αφελής» και «ανορθόδοξος» να είναι, παραμένει συγκινητικός.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News