Ο Γιώργος Χατζηνάσιος σε μια εξομολόγηση ψυχής στην «Π»: «Ήμουν σαν μοναχός σε μοναστήρι»

Κοινή συναυλία απόψε με τον Στέφανο Κορκολή στο Συνεδριακό –  “Ο τραγουδιστής είναι αυτός που φτιάχνει την επιτυχία”

Ο Γιώργος Χατζηνάσιος σε μια εξομολόγηση ψυχής στην «Π»: «Ήμουν σαν μοναχός σε μοναστήρι» Τραγούδια αγαπημένα και διαχρονικά θα θυμίσουν απόψε στο Συνεδριακό ο Γιώργος Χατζηνάσιος, παρέα με τον Στέφανο Κορκολή.

Υπάρχουν δημιουργοί που δεν ανήκουν απλώς στην εποχή τους, αλλά τη διασχίζουν, αφήνοντας πίσω τους ίχνη μνήμης, συναισθήματος και ήχων που συνοδεύουν τις ζωές των ανθρώπων.

Ο Γιώργος Χατζηνάσιος είναι ένας από αυτούς. Οι μελωδίες του δεν γράφτηκαν για να εντυπωσιάσουν στιγμιαία, γράφτηκαν για να κατοικήσουν μέσα στον χρόνο, να συνδεθούν με εικόνες κινηματογράφου, με λέξεις τραγουδιών, με προσωπικές αναμνήσεις.

Με αφορμή τη αποψινή σκηνική του συνύπαρξη με τον Στέφανο Κορκολή στο Συνεδριακό του Πανεπιστημίου, ο Χατζηνάσιος μιλά στην εφημερίδα «Πελοπόννησος» με ειλικρίνεια και στοχασμό. Ανατρέχει στη μακρά του πορεία, σχολιάζει την παρακμή της ελληνικής δισκογραφίας, τη μετατόπιση του ενδιαφέροντος από τον δημιουργό στον ερμηνευτή και εξομολογείται τις προσωπικές θυσίες που απαιτεί η απόλυτη αφοσίωση στην τέχνη.

Γι’ αυτόν, η μουσική παρουσιάζεται ως πράξη εσωτερικής ανάγκης, ως μοναχική πορεία που ζητά αλήθεια, σεμνότητα και αυτογνωσία.

-Κύριε Χατζηνάσιε, πώς ξεκίνησε η σχέση σας με τον Στέφανο Κορκολή;

Η γνωριμία μας έγινε όταν ο Στέφανος ήταν ακόμη έφηβος. Μου είχαν μιλήσει για ένα παιδί που έπαιζε κλασική μουσική σε επίπεδο πολύ πιο προχωρημένο από την ηλικία του. Otαν τον άκουσα, κατάλαβα αμέσως ότι πρόκειται για ένα σπάνιο ταλέντο. Από τότε μας ένωσε όχι μόνο η μουσική, αλλά και μια βαθιά πνευματική συγγένεια.

-Πώς εξελίχθηκε αυτή η σχέση με τα χρόνια;

Μετατράπηκε σε οικογενειακό δεσμό. Δεν είναι απλώς συνεργασία. Τον αισθάνομαι σαν παιδί μου και εκείνος με αντιμετωπίζει ως οικογένεια. Αυτές οι σχέσεις δεν χτίζονται εύκολα, γεννιούνται μέσα από κοινές αξίες και σεβασμό.

-Τι ρόλο έπαιξε η κλασική μουσική στη συνεργασία σας;

Η κλασική μουσική μάς έδωσε κοινό μέτρο και κοινή γλώσσα. Οταν έχεις σπουδάσει τους μεγάλους συνθέτες, μαθαίνεις πρώτα απ’ όλα να είσαι σεμνός. Συνειδητοποιείς το πραγματικό μέγεθος της τέχνης και καταλαβαίνεις ότι η δική σου προσφορά, όσο σημαντική κι αν είναι, δεν πρέπει να σε οδηγεί σε έπαρση.

ΣΕ ΔΕΥΤΕΡΗ ΜΟΙΡΑ Ο ΣΥΝΘΕΤΗΣ

-Πώς βλέπετε σήμερα τον ρόλο του συνθέτη;

Δυστυχώς, ο συνθέτης έχει περάσει σε δεύτερη μοίρα. Από τη στιγμή που οι δισκογραφικές εταιρείες αποφάσισαν να μην αναγράφουν το όνομα του δημιουργού στο εξώφυλλο, άρχισε η παρακμή. Ζούμε στην εποχή των performers. Οποιος δεν βρίσκεται πάνω στη σκηνή, κινδυνεύει να εξαφανιστεί.

-Θεωρείτε ότι ο τραγουδιστής είναι αυτός που φτιάχνει» την επιτυχία;

Έτσι λειτουργεί η πραγματικότητα. Ο κόσμος ταυτίζει το τραγούδι με τον ερμηνευτή. Λέει «το τραγούδι της Μαρινέλλας», όχι ποιος το έγραψε. Ο τραγουδιστής είναι το πρόσωπο της επιτυχίας. Αυτό είναι κατανοητό, αλλά αφήνει τον δημιουργό στην αφάνεια.

-Πώς συγκρίνετε την ελληνική δισκογραφία με το εξωτερικό;

Η Ελλάδα είχε κάτι μοναδικό: οι συνθέτες ήταν επώνυμοι. Στο εξωτερικό αυτό δεν συμβαίνει. Εκεί, οι δημιουργοί μένουν άγνωστοι στο ευρύ κοινό, εκτός αν γράφουν για τον κινηματογράφο ή το θέατρο. Δυστυχώς, πλέον κι εμείς ακολουθούμε αυτό το μοντέλο.

«ΕΧΑΣΑ ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΟΥ»

-Η αφοσίωσή σας στη μουσική είχε προσωπικό κόστος;

Ναι, και δεν το κρύβω. Ημουν κλεισμένος στο στούντιο σαν μοναχός σε μοναστήρι. Εχασα στιγμές από την ανατροφή των παιδιών μου. Το έκανα από εσωτερική ανάγκη, όχι από φιλοδοξία. Σήμερα, ευτυχώς, με καταλαβαίνουν και με αγαπούν.

-Πώς βιώσατε τη δημιουργία μουσικής για τον κινηματογράφο;

Ηταν από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου. Χρειαζόμουν ένα ερέθισμα, κάποιον να με «κουρδίσει» συναισθηματικά. Συχνά οι μελωδίες γεννιούνταν πριν καν δω την ταινία. Ηταν μια καθαρά εσωτερική διαδικασία.

-Τι σημαίνει για εσάς η λέξη «επιτυχία»;

Η επιτυχία δεν μετριέται με πωλήσεις ή χειροκρότημα. Μετριέται με το αν ένα έργο αντέχει στον χρόνο και αν συνεχίζει να συγκινεί ανθρώπους που δεν έχουν ζήσει την εποχή του.

Η «ΑΥΤΟΜΑΣΤΙΓΩΣΗ»

-Τι είναι αυτό που σας κρατά τόσο σεμνό;

Η μουσική μου παιδεία και ο χαρακτήρας μου. Οταν έχεις μελετήσει τους μεγάλους κλασικούς, όπως τον Μπετόβεν και τον Σοπέν, καταλαβαίνεις το πραγματικό μέγεθος της τέχνης και μένεις γειωμένος. Παράλληλα, πιστεύω στην αυθεντικότητα και στην αλήθεια. Κάνω συχνά αυστηρή αυτοκριτική, αυτό που λέω «αυτομαστίγωση», γιατί δεν θέλω ούτε η δόξα ούτε το χρήμα να με απομακρύνουν από την ειλικρίνεια.

-Τι θα συμβουλεύατε έναν νέο συνθέτη σήμερα;

Να μη βιαστεί να φανεί. Να μελετήσει, να πονέσει, να αποτύχει και να μάθει να ακούει πρώτα τον εαυτό του και μετά την αγορά.

ΑΠΟ ΤΟ 1978 ΣΤΟ 2009

-Υπάρχουν έργα σας που θεωρείτε αδικημένα;

Ναι, υπάρχουν τραγούδια μου που χρειάστηκε να περιμένουν πολύ καιρό για να εκτιμηθούν όπως τους άξιζε. Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το «Δεν φταίμε εμείς», το οποίο έγραψα το 1978 και το ερμήνευσε τότε η Μαρινέλλα, αλλά χρειάστηκε να περάσουν πολλές δεκαετίες για να ξαναβρεί τη θέση του και να ακουστεί ξανά μέσα από επανεκτελέσεις που του έδωσαν νέα ζωή. Μια από τις οποίες έγινε με σεβασμό από τον Μιχάλη Χατζηγιάννη το 2009, δείχνοντας πόσο δυνατή είναι η μουσική όταν περπατάει στον χρόνο και ξανασυναντά το κοινό.

-Ποια είναι η μεγαλύτερη αλήθεια που σας δίδαξε η μουσική όλα αυτά τα χρόνια;

Οτι τίποτα δεν σου ανήκει πραγματικά. Οι μελωδίες περνούν από μέσα σου και συνεχίζουν το ταξίδι τους. Αν το ξεχάσεις αυτό, χάνεις και την ουσία της δημιουργίας.

-Πώς θα θέλατε να σας θυμάται το κοινό;

Οχι ως επιτυχημένο, αλλά ως ειλικρινή. Ως κάποιον που δεν πρόδωσε το συναίσθημα και υπηρέτησε τη μουσική με σεμνότητα και αλήθεια.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125