Πυρηνική ενέργεια: Τι αλλάζει 40 χρόνια μετά το Τσερνόμπιλ
Σαράντα χρόνια μετά το Τσερνόμπιλ, η πυρηνική ενέργεια επιστρέφει ως δύσκολη αλλά κεντρική συζήτηση για την κλιματική κρίση, την ασφάλεια και την ενεργειακή αυτονομία.
Η πυρηνική ενέργεια επιστρέφει στο επίκεντρο της διεθνούς συζήτησης, ακριβώς 40 χρόνια μετά το πυρηνικό ατύχημα στο Τσερνόμπιλ, που σημάδεψε την παγκόσμια ιστορία και διαμόρφωσε για δεκαετίες τον φόβο γύρω από την πυρηνική τεχνολογία.
Στις 26 Απριλίου συμπληρώθηκαν τέσσερις δεκαετίες από την καταστροφή του 1986, ένα γεγονός που για μεγάλο διάστημα λειτούργησε ως ισχυρό εμπόδιο απέναντι σε κάθε συζήτηση για τη χρήση πυρηνικών αντιδραστήρων. Ειδικά στην ελληνική κοινωνία, η πυρηνική ενέργεια παρέμεινε ένα θέμα σχεδόν ταμπού.
Ωστόσο, το διεθνές περιβάλλον έχει αλλάξει. Η ανάγκη για ενέργεια χαμηλών εκπομπών, η πίεση της κλιματικής κρίσης και η αναζήτηση ενεργειακής ανεξαρτησίας έχουν επαναφέρει την πυρηνική τεχνολογία στο τραπέζι, ως μια σταθερή και, σύμφωνα με τους υποστηρικτές της, «πράσινη» εναλλακτική.
Την ίδια ώρα, το αντιπυρηνικό και περιβαλλοντικό κίνημα προειδοποιεί ότι πρόκειται για μια ακριβή τεχνολογία, με δύσκολα διαχειρίσιμα απόβλητα και σοβαρό ρίσκο σε περίπτωση ατυχήματος.
Η πυρηνική ενέργεια στον κόσμο και την Ευρώπη
Τα παγκόσμια δεδομένα δείχνουν το μέγεθος της χρήσης της πυρηνικής τεχνολογίας. Σύμφωνα με τη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας, το 2026 λειτουργούν περισσότεροι από 415 αντιδραστήρες σε 32 χώρες.
Η παραγωγή πυρηνικής ενέργειας είναι έντονα συγκεντρωμένη, καθώς πέντε χώρες —οι ΗΠΑ, η Γαλλία, η Κίνα, η Ρωσία και η Νότια Κορέα— κατέχουν πάνω από τα δύο τρίτα της συνολικής παγκόσμιας ισχύος.
Σύμφωνα με τη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας, η πυρηνική ενέργεια αντιπροσωπεύει περίπου το 9% της παγκόσμιας ηλεκτροπαραγωγής και το 25% της ενέργειας χαμηλών εκπομπών άνθρακα παγκοσμίως, χωρίς εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά το στάδιο της παραγωγής.
Οι προβλέψεις αναφέρουν ότι η παγκόσμια επιχειρησιακή ισχύς της πυρηνικής ενέργειας θα μπορούσε να υπερδιπλασιαστεί έως το 2050 στο σενάριο υψηλών επιδόσεων, φτάνοντας το 2,6πλάσιο των επιπέδων του 2024. Σε αυτή την εξέλιξη αναμένεται να συμβάλει και η ανάπτυξη των μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η πυρηνική ενέργεια αντιπροσωπεύει το 2025 το 22% της συνολικής παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και σχεδόν το ένα τρίτο της ενέργειας χαμηλών εκπομπών άνθρακα.
Παρότι η Γερμανία ολοκλήρωσε το 2023 τη σταδιακή κατάργηση των πυρηνικών της σταθμών, 12 από τα 27 κράτη-μέλη της Ε.Ε. εξακολουθούν να λειτουργούν αντιδραστήρες. Πρόκειται για το Βέλγιο, τη Βουλγαρία, την Τσεχία, τη Φινλανδία, τη Γαλλία, την Ουγγαρία, την Ολλανδία, τη Ρουμανία, τη Σλοβακία, τη Σλοβενία, την Ισπανία και τη Σουηδία.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εντάξει την πυρηνική ενέργεια στην «πράσινη ταξινομία», παρά τις αντιδράσεις χωρών όπως η Αυστρία και η Πορτογαλία.
Μέσα σε αυτό το σύνθετο περιβάλλον, ο αναπληρωτής καθηγητής και διευθυντής του Εργαστηρίου Πυρηνικής Τεχνολογίας του ΕΜΠ, Νικόλαος Πετρόπουλος, αναλύει στο Orange Press Agency τις βασικές πλευρές της συζήτησης: από την ασφάλεια και τα απόβλητα έως τη γεωπολιτική διάσταση της περιοχής.
Ενεργειακό μείγμα και ανεξαρτησία
Για τον κ. Πετρόπουλο, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι η μονομερής επιλογή μιας τεχνολογίας, αλλά η σύνθεση ενός σωστού ενεργειακού μείγματος.
«Το βασικό ζητούμενο σε οποιαδήποτε χώρα είναι να έχει το σωστό ενεργειακό μείγμα. Δηλαδή ένα μείγμα το οποίο να διασφαλίζει την ενέργεια και την ανεξαρτησία, ασχέτως των εξωτερικών συνθηκών», αναφέρει.
Όπως εξηγεί, ο ενεργειακός σχεδιασμός πρέπει να λαμβάνει υπόψη πολλούς παράγοντες: άνθρακα, πετρέλαιο, φυσικό αέριο, ανανεώσιμες πηγές, γεωθερμία και πυρηνική τεχνολογία.
«Παίζει ρόλο πόσο άνθρακα θα έχεις, πόσο πετρέλαιο θα έχεις, πόσο φυσικό αέριο θα έχεις, πόσα ανανεώσιμα, πόση γεωθερμία θα έχεις και πόση πυρηνική τεχνολογία θα έχεις. Ανάλογα με το τι έχει ο καθένας, ας πούμε, και με το τι θέλει να πληρώσει», σημειώνει.
Στα πλεονεκτήματα της πυρηνικής τεχνολογίας, ο καθηγητής τοποθετεί την απουσία αερίων του θερμοκηπίου κατά την παραγωγή και τον μικρό όγκο αποβλήτων.
«Το μεγάλο πλεονέκτημα είναι ότι δεν έχει αέρια θερμοκηπίου και ότι τα απόβλητα για τα οποία τόσο συζητάμε αυτή τη στιγμή είναι πάρα πολύ μικρού όγκου. Θα μου πεις είναι ραδιενεργά. Είναι από 2 εκατομμύρια έως 50 εκατομμύρια φορές λιγότερο από ό,τι έχουμε με τον λιγνίτη ή το πετρέλαιο», αναφέρει.
Ο αντίλογος για το κόστος και τα απόβλητα
Απέναντι σε αυτή την προσέγγιση, ο γενικός διευθυντής της Greenpeace, Νίκος Χαραλαμπίδης, θέτει στο Orange Press Agency το ζήτημα του κόστους, των αποβλήτων και της ευθύνης απέναντι στις επόμενες γενιές.
«Υπάρχει ένα βασικό χαρακτηριστικό των πυρηνικών σταθμών. Έχουν πολύ ψηλό κόστος κατασκευής, πολύ ψηλό κόστος λειτουργίας και ακόμα και αν με ένα μαγικό τρόπο θεωρήσουμε ότι δεν υπάρχουν διαρροές ή ατυχήματα, υπάρχει ένα άλυτο πρόβλημα και αυτό λέγεται πυρηνικά απόβλητα», τονίζει.
Ο ίδιος χαρακτηρίζει την ταφή των πυρηνικών αποβλήτων ως μεταφορά του προβλήματος στο μέλλον.
«Σταματήσαμε να τα ρίχνουμε στη θάλασσα και τώρα τα χώνουμε βαθιά μέσα στη γη, υποθέτοντας ότι για τις επόμενες 10, 20 ή 100 χιλιάδες χρόνια θα μείνουν εκεί. Για την ακρίβεια τι λέμε; Το χρεώνουμε σε επόμενες γενιές. Εμείς το λύσαμε, το θάψαμε, ας τον κάποιον άλλο να το λύσει», αναφέρει.
Για τον κίνδυνο ατυχήματος, ο κ. Χαραλαμπίδης παραδέχεται ότι η πιθανότητα είναι μικρή, επισημαίνει όμως ότι οι συνέπειες θα μπορούσαν να είναι τεράστιες.
«Η πιθανότητα να γίνει ατύχημα σε ένα πυρηνικό σταθμό είναι μικρή. Το πρόβλημα που θα υπάρχει είναι τεράστιο. Η τεχνολογία σε όλα τα πράγματα έχει εξελιχθεί από το 1986. Το 1986, για παράδειγμα, δεν υπήρχαν φωτοβολταϊκά, δεν υπήρχαν αιολικά, τώρα υπάρχουν. Γιατί να πάμε στα πυρηνικά;», σημειώνει.
Ο γενικός διευθυντής της Greenpeace υποστηρίζει ότι η απάντηση στην κλιματική κρίση βρίσκεται στην απεμπλοκή από τα ορυκτά καύσιμα. «Αυτό που λέει η επιστήμη, και όχι η Greenpeace, εδώ και πολλά χρόνια, είναι ότι για να αντιμετωπίσουμε την κλιματική κρίση θα πρέπει να απεμπλακούμε από τα ορυκτά καύσιμα. Τελεία», αναφέρει.
Οι νέοι αντιδραστήρες και το μέγεθος των μονάδων
Ο κ. Πετρόπουλος από την πλευρά του διευκρινίζει ότι η ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας αποτελεί καθαρά ενεργειακή επιλογή.
«Επομένως, αν συντρέχουν οι κατάλληλοι οικονομοτεχνικοί λόγοι μπορεί και να εξεταστεί το ενδεχόμενο εγκατάστασης. Όχι μόνο προφανώς στην Ελλάδα, έχει εξεταστεί σε αρκετές χώρες της Ευρώπης και βλέπουμε ότι η Γαλλία, η Σλοβακία και τα λοιπά έχουν πολύ μεγάλα ποσοστά πυρηνικής ενεργείας. Για ειρηνικούς σκοπούς μιλάμε πάντοτε», σημειώνει.
Παράλληλα, ξεκαθαρίζει ότι οι σύγχρονοι αντιδραστήρες παραγωγής ενέργειας δεν συνδέονται με την κατασκευή πυρηνικών όπλων.
«Να διευκρινίσω ότι δεν έχει καμία σχέση σήμερα ο αντιδραστήρας με μια παραγωγή πυρηνικών όπλων. Καμία σχέση. Βλέπετε ότι και χώρες για τις οποίες σήμερα συζητάμε δεν χρησιμοποιούν πυρηνικούς αντιδραστήρες για να φτιάξουν κάποιο ύποπτο υλικό. Υπάρχουν άλλες τεχνολογίες σήμερα, πολύ καλύτερες, πολύ οικονομικότερες και πολύ παραγωγικότερες», αναφέρει.
Σε σχέση με την έκταση που απαιτείται, ο καθηγητής σημειώνει ότι μια μικρή πυρηνική μονάδα μπορεί να έχει πολύ περιορισμένο αποτύπωμα σε σύγκριση με ένα λιγνιτικό εργοστάσιο.
«Ένα λιγνιτικό εργοστάσιο εκτείνεται σε μεγάλη έκταση, γιατί έχει ορυχείο, έχει διάφορα. Μια μικρή πυρηνική μονάδα, ένας μικρός πυρηνικός αντιδραστήρας, μπορεί να είναι ας πούμε εφάμιλλης έκτασης του Ολυμπιακού Σταδίου στην Καλογρέζα», εξηγεί.
Η στατιστική του «Λόττο» και η ασφάλεια
Στο ζήτημα της ασφάλειας, ο κ. Πετρόπουλος χρησιμοποιεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από τη στατιστική.
«Ποια είναι η πιθανότητα ατυχήματος; Δεν υπάρχει. Είναι μηδέν. Θα γίνει ατύχημα; Ναι. Πού θα γίνει; Δεν ξέρω. Κάποτε θα γίνει. Γιατί; Γιατί αυτό μας λέει η στατιστική. Η στατιστική σου λέει η πιθανότητα να γίνει ατύχημα είναι μηδέν αλλά κάποιος θα κερδίσει το “Λόττο”», αναφέρει.
Ο ίδιος συγκρίνει την εξέλιξη της πυρηνικής τεχνολογίας με την εξέλιξη της αεροπορίας.
«Τη δεκαετία του ’80 πετούσαμε με τα αεροπλάνα; Πετούσαμε. Σήμερα έχουμε 2026. Τα δισεκατομμύρια μίλια των πτήσεων έχουν γίνει τρισεκατομμύρια μίλια. Πόσα ατυχήματα έχουμε; Εκατό φορές λιγότερα. Με τον ίδιο τρόπο πρέπει να αντιμετωπίσουμε και την πυρηνική τεχνολογία. Η πυρηνική τεχνολογία δεν έχει κανένα συμφέρον να συνεχίσει να κάνει τα ελάχιστα ατυχήματα που έχει κάνει», υποστηρίζει.
Πυρηνικοί σταθμοί και πολεμικές συνθήκες
Ένα από τα βασικά επιχειρήματα του αντιπυρηνικού κινήματος είναι ότι οι πυρηνικές εγκαταστάσεις μπορούν να μετατραπούν σε στόχους σε περίπτωση πολέμου.
Ο κ. Πετρόπουλος εμφανίζεται καθησυχαστικός απέναντι σε αυτό το σενάριο. «Ο κίνδυνος, ακόμα και από μια πολεμική ενέργεια, θα περιοριζόταν σε τύπου τοπική έκλυση ραδιενέργειας, αν φτάναμε μέχρι εκεί. Το πιθανότερο είναι ότι δεν θα φτάναμε. Ακόμα και με πολεμική ενέργεια δεν θα φτάσουμε μέχρι εκεί», σημειώνει.
Παρόλα αυτά, υποστηρίζει ότι απαιτείται διεθνής ρύθμιση με συγκεκριμένους κανόνες, ώστε σε εμπόλεμες συγκρούσεις να υπάρχει δέσμευση ότι δεν θα πλήττονται πυρηνικές εγκαταστάσεις.
Στην ερώτηση αν ο ίδιος θα έμενε κοντά σε πυρηνικό εργοστάσιο, απαντά χωρίς δισταγμό:
«Φυσικά και θα έμενα δίπλα σε ένα πυρηνικό εργοστάσιο. Κανένα πρόβλημα. Με τη συγκεκριμένη τεχνολογία που υπάρχει σήμερα θα είναι κάτι περιορισμένο, ακόμα και σε περίπτωση μεγάλου ατυχήματος».
Τι αλλάζει στους αντιδραστήρες νέας τεχνολογίας
Σύμφωνα με τον κ. Πετρόπουλο, η μεγάλη αλλαγή στη νεότερη γενιά αντιδραστήρων αφορά την παθητική ασφάλεια.
«Καταρχάς δεν έχουμε εύφλεκτο υλικό. Δεύτερον, αν γίνει κάτι, θα είναι τύπου “κατσαρόλα”. Σήμερα έχουμε πλέον περάσει σε άλλη φάση και έχουμε εξορθολογήσει το σύστημα στον τομέα της παθητικής ασφάλειας. Δηλαδή, δεν χρειάζομαι πλέον ηλεκτρικά συστήματα για να κάνω μια, δύο, τρεις ενέργειες», αναφέρει.
Όπως εξηγεί, η εξάρτηση από τα ηλεκτρικά συστήματα ήταν κρίσιμη στο ατύχημα της Φουκουσίμα.
«Το ατύχημα έγινε διότι δεν είχε ηλεκτρική ενέργεια για να λειτουργήσει τα συστήματα ασφαλείας. Δεν έβγαζε ο αντιδραστήρας ενέργεια, δεν είχαμε τοπικά άλλη βοηθητική ενέργεια και δεν ερχόταν και απ’ έξω, το λεγόμενο triple fault. Σήμερα έχουμε προβλέψει ότι με πολύ απλά μέσα ο αντιδραστήρας θα σβήσει και θα ησυχάσει, θα πέσει η πίεσή του και η θερμοκρασία του με εντελώς παθητικούς τρόπους», σημειώνει.
Κοζλοντούι και Ακούγιου: Οι πυρηνικοί σταθμοί στη γειτονιά της Ελλάδας
Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για την Ελλάδα, καθώς στην ευρύτερη περιοχή υπάρχουν ή σχεδιάζονται πυρηνικά προγράμματα.
Για το Κοζλοντούι στη Βουλγαρία, ο κ. Πετρόπουλος αναφέρει ότι οι παλιοί αντιδραστήρες έκλεισαν έπειτα από προτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
«Η Βουλγαρία συμφώνησε να κλείσουν αυτά και καλά έκανε. Τώρα, βεβαίως παραμένουν οι πυρηνικοί αντιδραστήρες που ήδη έχει, οι οποίοι θεωρούνται τεχνολογικά πολύ καλοί, είναι της τεχνολογίας του νερού. Από τη χώρα μας είναι 400 χιλιόμετρα. Δεν υπάρχει τέτοιος φόβος», αναφέρει.
Για τον πυρηνικό σταθμό στο Ακούγιου της Τουρκίας, σημειώνει ότι κατασκευάζονται τέσσερις αντιδραστήρες ρωσικής τεχνολογίας.
«Φτιάχνει τέσσερις αντιδραστήρες ρωσικής τεχνολογίας, μια πιο προχωρημένη έκδοση αυτής της Βουλγαρίας. Είναι πάρα πολύ δύσκολο να έχει επιπτώσεις στην Ελλάδα. Θα μου πείτε, μπορεί να έχει επιπτώσεις στην Κύπρο. Ναι, είναι πιο κοντά. Αλλά και πάλι τα ατυχήματα αυτά είναι του τύπου μια θερμοδυναμική έκρηξη. Δεν θα γίνουν αυτά τα ατυχήματα», αναφέρει.
Ο ίδιος προσθέτει ότι οι σημερινοί αντιδραστήρες σχεδιάζονται για ορίζοντα ζωής 100 ετών.
«Σήμερα οι αντιδραστήρες που χτίζουμε είναι για να ζήσουν 100 χρόνια. 100 χρόνια σημαίνει ότι κάποιος τους ξεκίνησε σήμερα, θα περάσουν τέσσερις γενιές, και κάποιος από την τέταρτη γενιά θα τους κλείσει», τονίζει.
Η Ελλάδα και η ανάγκη για εκπαίδευση
Ο κ. Πετρόπουλος επισημαίνει ότι, ενώ γειτονικές χώρες όπως η Τουρκία, η Βουλγαρία, η Σερβία, η Ιταλία και η Αίγυπτος έχουν ή ξεκινούν πυρηνικά προγράμματα, η Ελλάδα έχει περιορίσει τις ακαδημαϊκές της μονάδες στον συγκεκριμένο τομέα.
Κατά τον ίδιο, η χώρα χρειάζεται γνώση, έρευνα και εκπαιδευμένο προσωπικό, ανεξάρτητα από το αν θα αποφασίσει στο μέλλον να εξετάσει την εγκατάσταση δικού της αντιδραστήρα.
«Πρέπει και στην Ελλάδα να υπάρχουν κάποιες ακαδημαϊκές και ερευνητικές μονάδες οι οποίες να μας λένε ότι αυτή η τεχνολογία είναι έτσι, έχει αυτά τα πλεονεκτήματα, έχει αυτά τα μειονεκτήματα. Αν θέλουμε να δούμε αν αύριο, δηλαδή σε 10 ή 15 χρόνια, θα έχουμε έναν δικό μας πυρηνικό αντιδραστήρα, τότε η μάζα των ανθρώπων που εκπαιδεύονται πρέπει να πολλαπλασιαστεί και κάθε χρόνο να δίνονται πόροι της τάξης των 25 και 50 εκατομμυρίων ευρώ στην εκπαίδευση. Ας μάθουμε τέσσερα – πέντε βασικά πράγματα. Γιατί αύριο μπορεί και να τα χρειαστούμε», καταλήγει ο Νικόλαος Πετρόπουλος.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
- Ιράν: Πρόταση στις ΗΠΑ για άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ και τέλος στον πόλεμο
- Μανχάταν: Με Εύζωνες, σημαίες και χιλιάδες ομογενείς η μεγάλη ελληνική παρέλαση
- Συναγερμός στο Τέξας: Πυροβολισμοί στο Όστιν, αναφορές για πολλαπλούς τραυματίες
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
