Αριστερό μου Χέρι: Ιστορίες οικογενειακής αντοχής
Η προσαρμογή στον αγώνα επιβίωσης είναι τέχνη σπουδαία, σκοντάφτει κανείς, αλλάζει χέρι όταν χρειαστεί και συνεχίζει σε έναν κόσμο που δεν κρατάει σημειώσεις, ούτε θα δώσει χέρι βοηθείας.

Το «Αριστερό μου Χέρι» (Left Handed Girl) είναι μια ταινία χαμηλών τόνων αλλά υψηλής συναισθηματικής ακρίβειας, που επιλέγει να αφηγηθεί την ιστορία της όχι μέσα από μεγάλες δραματουργικές κορυφώσεις, αλλά μέσα από τις μικρές, συχνά αθέατες ρωγμές της καθημερινότητας. Η Σι-Τσινγκ Τσου τοποθετεί την κάμερά της δίπλα στους ήρωές της και παρακολουθεί διακριτικά, μια μητέρα και τις δύο κόρες της αμέσως μετά τη μετακόμισή τους στην Ταϊπέι, σε μια πόλη που δεν τους ανήκει ακόμη.
Η υπόθεση εκκινεί από μια απλή, σχεδόν ταπεινή επιθυμία, η μητέρα θέλει να ανοίξει ένα μικρό κατάστημα φαγητού, μια προσπάθεια οικονομικής επιβίωσης αλλά και επανεκκίνησης. Δεν πρόκειται για ένα όνειρο μεγαλεπήβολο, είναι η ανάγκη να σταθεί ξανά στα πόδια της, να προσφέρει στα παιδιά της σταθερότητα σε ένα περιβάλλον που διαρκώς τους υπενθυμίζει πως είναι «ξένες». Η Ταϊπέι, αν και οικεία πολιτισμικά, λειτουργεί ως ένας απρόσωπος λαβύρινθος, όπου κάθε γραφειοκρατική διαδικασία, κάθε επαγγελματική επαφή, γίνεται δοκιμασία αντοχής.
Στο κέντρο της ιστορίας βρίσκονται οι δύο κόρες, σε διαφορετικά στάδια ωρίμανσης. Η μεγαλύτερη αρχίζει να αντιλαμβάνεται το βάρος των ευθυνών της μητέρας και τη δική της ανάγκη να συμβάλει, συχνά θυσιάζοντας την εφηβική της ανεμελιά. Η μικρότερη, αριστερόχειρας, μια λεπτομέρεια που δίνει και τον τίτλο της ταινίας, βιώνει τον κόσμο μέσα από μια διαρκή αίσθηση «λάθους», το σχολείο, οι κοινωνικοί κανόνες, ακόμη και οι απλές χειρονομίες, μοιάζουν φτιαγμένες για κάποιον άλλον. Το αριστερό της χέρι γίνεται σύμβολο διαφορετικότητας, αλλά και μιας σιωπηλής αντίστασης απέναντι στην ομοιομορφία που της επιβάλλεται.
Η αφήγηση δεν ακολουθεί μια γραμμική πορεία επιτυχίας ή αποτυχίας. Αντίθετα, χτίζεται μέσα από επεισόδια, μικρές νίκες, ανεπαίσθητες ήττες, στιγμές τρυφερότητας και έντασης ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας. Η σχέση μητέρας, κοριτσιών δοκιμάζεται από την οικονομική πίεση, την κόπωση και την αβεβαιότητα, όμως δεν καταρρέει ποτέ. Αντίθετα, μεταμορφώνεται. Η μητέρα δεν παρουσιάζεται ως ηρωική φιγούρα, αλλά ως άνθρωπος με φόβους, θυμό και ενοχές. Οι κόρες δεν είναι απλώς αποδέκτες των αποφάσεών της, αλλά ενεργοί φορείς συναισθημάτων και επιλογών.
Το «Αριστερό μου Χέρι» αφηγείται, τελικά, μια ιστορία προσαρμογής χωρίς εξιδανίκευση. Παρακολουθεί ανθρώπους που μαθαίνουν να ζουν «στραβά» σε έναν κόσμο που απαιτεί ευθυγράμμιση. Και μέσα από αυτή την ήσυχη, σχεδόν αόρατη πάλη, η ταινία καταφέρνει να μιλήσει με ειλικρίνεια για την οικογένεια, τη γυναικεία αντοχή και το δικαίωμα να υπάρχεις όπως είσαι, ακόμη κι αν γράφεις τη ζωή σου με το αριστερό χέρι.
Η Σι-Τσινγκ Τσου με αφηγηματική ειλικρίνεια, αποφεύγει τον μελοδραματισμό και επιλέγει μια παρατήρηση χαμηλών τόνων, που επιτρέπει στους χαρακτήρες να αναπνεύσουν και να υπάρξουν με φυσικότητα. Οι ερμηνείες, ιδιαίτερα των παιδιών, είναι αφοπλιστικά αβίαστες, ενισχύοντας την αίσθηση ντοκιμαντερίστικου ρεαλισμού. Η χρήση του iPhone δεν λειτουργεί ως εύρημα εντυπωσιασμού, αλλά ως εργαλείο οικειότητας, φέρνοντας τον θεατή πολύ κοντά στη συναισθηματική καθημερινότητα της οικογένειας. Επίσης, η θεματική της διαφορετικότητας και της προσαρμογής αποδίδεται με λεπτότητα και χωρίς περιττούς διδακτισμούς, όμως, ο ίδιος αυτός μινιμαλισμός ενδέχεται να αποξενώσει θεατές που αναζητούν πιο ξεκάθαρη δραματουργική εξέλιξη. Η αφήγηση συχνά μοιάζει αποσπασματική και ορισμένες συγκρούσεις μένουν ηθελημένα ανολοκλήρωτες. Επιπλέον, ο ρυθμός είναι αργός και απαιτεί υπομονή, κάτι που δεν ανταμείβεται πάντα με ισχυρές κορυφώσεις. Η ταινία, επίσημη υποβολή της Ταϊπέι για τα φετινά Όσκαρ, έχει σενάριο συνυπογραμμένο από τον στενό συνεργάτη και φίλο της Σι-Τσινγκ Τσου, Σον Μπέικερ (“Anora”), ο οποίος συμμετέχει επίσης ως μοντέρ και εκτελεστικός παραγωγός.
Το «Αριστερό μου Χέρι» δεν υπόσχεται δράματα ή κορυφώσεις που κόβουν την ανάσα, η δύναμή του κρύβεται στην υπομονή, την παρατήρηση και την ακρίβεια του συναισθήματος. Η ταινία παρακολουθεί μια οικογένεια που μαθαίνει να ζει σε έναν κόσμο που δεν συγχωρεί τις αποκλίσεις, με λεπτότητα και αληθοφάνεια. Είναι μια σινεφίλ εμπειρία που τιμά την υπομονή, την ευαισθησία την αλήθεια των σχέσεων και υπενθυμίζει ότι η προσαρμογή είναι μια υπαρξιακή δοκιμασία που κάνει το άτομο να ανήκει χωρίς να αλλοιώνεται και να επιμένει χωρίς βεβαιότητες, σε έναν κόσμο που δεν προσφέρει χώρο αλλά τον απαιτεί.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News