Ασπίδα στη μάχη κατά της κακοποίησης ανηλίκων: Καθοριστικός ο ρόλος δύο Πατρινών επιστημόνων

Στο τελικό στάδιο βρίσκεται το νέο πρωτόκολλο για τη διερεύνηση περιστατικών παιδικής κακοποίησης, που προωθούν τα υπουργεία Δικαιοσύνης και Υγείας. Με την καθοριστική συμβολή των πατρινών επιστημόνων Ανδρέα Ηλιάδη και Βασίλη Αλεξόπουλου, για πρώτη φορά καθιερώνεται ένα ενιαίο πλαίσιο ενεργειών για γιατρούς και ιατροδικαστές, μετά τις πρόσφατες σοκαριστικές υποθέσεις που ανέδειξαν καθυστερήσεις και παραλείψεις εκ μέρους των Αρχών.

Ασπίδα στη μάχη κατά της κακοποίησης ανηλίκων: Καθοριστικός ο ρόλος δύο Πατρινών επιστημόνων

Μετά από έξι μήνες συζητήσεων και διαβουλεύσεων, φτάνει η ώρα η χώρα μας να αποκτήσει ένα πλαίσιο προστασίας και να γλιτώσει παιδιά από χέρια κακοποιητών. Πλέον το υγειονομικό προσωπικό θα έχει στη διάθεσή του συγκεκριμένο πρωτόκολλο αντιμετώπισης παιδιών που φέρουν ύποπτα σημάδια κακοποίησης.

Οπως έχει γράψει η εφημερίδα «Πελοπόννησος», το πρωτόκολλο αυτό είναι καρπός της ευαισθησίας δύο μελών της ιατρικής κοινότητας της Πάτρας. Του υπεύθυνου της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας Παιδιών και Εφήβων του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Πατρών Ανδρέα Ηλιάδη και του χειρουργού διευθυντή ΕΣΥ του Καραμανδανείου Βασίλη Αλεξόπουλου.

Δύο επιστήμονες τους οποίους η «Π» ανέδειξε και ως «Πρόσωπα της Χρονιάς» για το 2025, πρωτοστάτησαν στην ανάδειξη περιστατικών κακοποίησης λειτουργώντας ως ασπίδες προστασίας για παιδιά. Κι αυτό το έπραξαν παρ’ ότι δεν υπήρχε ομπρέλα προστασίας για τους ίδιους κι έτσι βρέθηκαν κατηγορούμενοι από συγγενείς παιδιών – θυμάτων. Στη δική τους πρόταση για σύσταση πρωτοκόλλου διαχείρισης των περιστατικών αυτών ανταποκρίθηκε ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης και από τον περασμένο Σεπτέμβριο συστήθηκε επιτροπή με επικεφαλής την υπηρεσιακή γραμματέα του υπουργείου Βίκυ Γιαβή, η οποία διαμόρφωσε το πρωτόκολλο ιατροδικαστικής διερεύνησης περιστατικών παιδικής κακοποίησης.

Το πρωτόκολλο αυτό θα λειτουργεί ως οδηγός και προβλέπει όλα τα βήματα που πρέπει να γίνουν από τη στιγμή του εντοπισμού ενός πιθανού σημαδιού κακοποίησης έως την επιβεβαίωσή του και την απόδοση ευθυνών. Εξασφαλίζει θεσμική θωράκιση των γιατρών, οι οποίοι μέχρι σήμερα φοβούνταν να προβούν στη σχετική καταγγελία και φυσικά των παιδιών – θυμάτων. Υπενθυμίζουμε ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΠΟΕΔΗΝ, κάθε χρόνο μεταφέρονται τραυματισμένα στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών των νοσοκομείων περίπου 2.000 παιδιά.

Πλέον, τα περιστατικά αυτά δεν θα περνούν απαρατήρητα και δεν θα τα σκεπάζει η σιωπή. Οι γιατροί θα ακολουθούν συγκεκριμένη διαδικασία ως προς την καταγραφή και αξιολόγηση.

Η έλλειψη του σχετικού πρωτοκόλλου διαχείρισης τέτοιων περιστατικών ήταν εμφανής μετά και τις συγκλονιστικές υποθέσεις της Ρούλας Πισπιρίγκου και της Ειρήνης Μουρτζούκου. Δύο υποθέσεις για τις οποίες ακόμα και σήμερα υπάρχουν πολλά ερωτηματικά σχετικά με το περιθώριο του έγκαιρου εντοπισμού και σωστής ερμηνείας από το υγειονομικό προσωπικό των σημαδιών που έφεραν τα παιδιά – θύματα όταν αυτά μεταφέρθηκαν και νοσηλεύτηκαν σε νοσοκομεία της Πάτρας και της Αθήνας.

Ανδρέας Ηλιάδης: «Απελευθερώνεται ο γιατρός»

«Είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου να κάνουμε αυτό το σημαντικό βήμα και εμείς ως γιατροί και το υπουργείο Δικαιοσύνης. Τα τραγικά γεγονότα που είχαμε ανέδειξαν αυτή την επείγουσα ανάγκη. Είναι η αρχή βέβαια και η βάση το πρωτόκολλο που έχουμε ετοιμάσει. Αναμένουμε και τις απόψεις των συναδέλφων, εάν κάτι πρέπει να αλλάξει και να βελτιωθεί. Εχουμε πει στην επιτροπή, αν υπάρχουν πράγματα που εμείς δεν είδαμε να τα βελτιώσουμε», δήλωσε στην «Π» ο κ. Ηλιάδης.

Ο ίδιος πρόσθεσε: «Το πρωτόκολλο αυτό θα αποτελεί έναν ξεκάθαρο οδηγό για το πως πρέπει να λειτουργούμε. Το έχουμε όλοι ανάγκη. Θα απελευθερωθούμε ως γιατροί ώστε να μην διστάζουμε να καταγγείλουμε όταν βλέπουμε κάτι ύποπτο στο παιδί που αντιμετωπίζουμε. Κι αυτό δεν αφορά μόνο τα παιδιά που έρχονται με τραύματα. Αλλά μπορεί να είναι κι ένα εμπύρετο περιστατικό το οποίο στο πλαίσιο της εξέτασης που του κάνουμε εντοπίζουμε κάποιο σημάδι που δεν μας αρέσει.

Με το πρωτόκολλο έχουμε την κάλυψη, να προχωρήσουμε στη διερεύνησή του. Δυστυχώς τα περιστατικά κακοποίησης στην Ελλάδα είναι πολλά περισσότερα από αυτά που καταγράφονται κι αυτό οφείλεται στο ότι δεν είχαμε έναν οδηγό ανάδειξης και καταγραφής. Είμαστε πλέον απελευθερωμένοι να καταγράφουμε τα πάντα. Μία καταγραφή βέβαια, δεν σημαίνει επιβεβαίωση της κακοποίησης. Αλλά αρχή για τη διερεύνησή της. Επιμένω στην πρώτη έκθεση που θα συνοδεύει το παιδί σε όλη την μετέπειτα πορεία του. Δώσαμε βαρύτητα στη διαχείριση τυχόν προσπάθειας παραπλάνησης του γιατρού εκ μέρους των γονιών και δίνουμε κατευθύνσεις πώς πρέπει ένας γιατρός να παρουσιάσει τα ευρήματα. Είναι επίσης πολύ σημαντικό το ότι καταφέραμε μετά από επιμονή με τον Βασίλη (σσ. Αλεξόπουλος) να πείσουμε για την ανάγκη της φωτογραφικής αποτύπωσης των όσων ύποπτων βλέπουμε. Και λέω επιμείναμε, διότι βρεθήκαμε αντιμέτωποι με τον τοίχο των προσωπικών δεδομένων. Ετσι, οι φωτογραφίες θα συνοδεύουν το κείμενο του πρώτου γιατρού που θα δει το παιδί».

Βασίλης Αλεξόπουλος: «Μήνυμα προς τους κακοποιητές»

«Εγινε πολύ σημαντικό έργο στο πλαίσιο της Επιτροπής. Και το τονίζω αυτό διότι μέχρι σήμερα υπήρχε πανσπερμία διατάξεων, η οποία περισσότερο μπέρδευε τον ιατρικό κόσμο παρά τον βοηθούσε» μας είπε ο κ. Αλεξόπουλος.

Ο ίδιος εξηγεί: «Το πρωτόκολλο αυτό ξεκαθαρίζει κάποια θέματα κι έτσι οι γιατροί που ήταν προβληματισμένοι για την νομική τους προστασία παίρνουν απαντήσεις. Εξασφαλίζεται το ακαταδίωκτο στους γιατρούς να καταγγείλουν ύποπτα περιστατικά κακοποίησης. Ξεκαθαρίζεται η λήψη φωτογραφιών και η συνεννόηση μεταξύ των νοσοκομείων, Κέντρων Υγείας και των ιδιωτών γιατρών. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα περιστατικά ύποπτα να μην περιφέρονται σε διάφορα νοσοκομεία χωρίς να υπάρχει επικοινωνία μεταξύ των γιατρών. Το παράρτημα του πρωτοκόλλου δίνει εφόδια σε κάθε γιατρό που δεν έχει εξειδίκευση στο παιδί ώστε να μπορεί να σημειώσει τα σημάδια τα ύποπτα και να προχωρήσει στα απαιτούμενα προβλήματα για την προστασία του.

Ενα βασικό προτέρημα του πρωτοκόλλου είναι επίσης το ότι υπάρχει επικοινωνία μεταξύ του κλινικού γιατρού και του ιατροδικαστή. Ο ιατροδικαστής δεν εξετάζει το παιδί σε ένα ψυχρό περιβάλλον αλλά σε έναν ειδικά διαμορφωμένο χώρο που θα δημιουργηθεί σε κάθε νοσοκομείο ώστε να είναι φιλικό προς το παιδί».

Σχετικά με τις δυσκολίες με τις οποίες βρέθηκαν αντιμέτωποι, ο κ. Αλεξόπουλος μας ανέφερε το εξής: «Μας δυσκόλεψε η διαφορετική αντίληψη μεταξύ των νομοτεχνικών του υπουργείου Δικαιοσύνης και των κλινικών γιατρών. Ολοι στοχεύουμε στο κοινό καλό που είναι προστασία των παιδιών, αλλά ήταν δύσκολο να μπορέσουμε να συγκλίνουμε με τους νόμους και τις διατάξεις κι εμείς με τα ιατρικά μας πρωτόκολλα. Πλέον, με σεβασμό στην προσωπικότητα του κάθε παιδιού δεν θα υπάρχει απολύτως καμία δικαιολογία για κανέναν γιατρό ότι δεν ήξερε και δεν γνώριζε. Και φυσικά το βασικό είναι ότι θα δοθεί κι ένα μήνυμα προς τους πιθανούς κακοποιητές ότι πλέον δεν υπάρχει περιθώριο κάλυψης. Τα ψέματα τελείωσαν και όλα πλέον θα βγαίνουν στο φως».

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125