Έλενα Αλεξανδράκη: Η Φούλα Χατζιδάκη, οι «Χαμηλοί τόνοι» και μια αδικημένη διανοούμενη του 20ού αιώνα

Με αφορμή την έκδοση του βιβλίου Χαμηλοί τόνοι της Φούλας Χατζιδάκη, σε επιμέλεια-μελέτη της Έλενας Αλεξανδράκη, η συζήτηση ανοίγει ξανά γύρω από μια σύνθετη και αδικημένη μορφή της ελληνικής γραμματείας. Η ερευνήτρια φωτίζει τη διαδρομή μιας γυναίκας που κινήθηκε ανάμεσα στη λογοτεχνία, την Αριστερά, την εξορία και την πολιτική προσφυγιά, χωρίς να χάσει ποτέ τον πυρήνα της σκέψης της.

Έλενα Αλεξανδράκη: Η Φούλα Χατζιδάκη, οι «Χαμηλοί τόνοι» και μια αδικημένη διανοούμενη του 20ού αιώνα

Η Φούλα Χατζιδάκη δεν είναι μια εύκολη περίπτωση ούτε για τη λογοτεχνική ιστορία ούτε για την πολιτική ανάγνωση του 20ού αιώνα. Συγγραφέας, διανοούμενη, κομμουνίστρια, εξόριστη, πολιτική πρόσφυγας, έζησε μέσα στις πιο πυκνές αντιφάσεις του καιρού της και άφησε πίσω της ένα έργο που συνομιλεί με τη μεγάλη ιστορία, αλλά και με τις εσωτερικές ρωγμές μιας ολόκληρης εποχής.

Με αφορμή την έκδοση του βιβλίου “Χαμηλοί τόνοι” από τις εκδόσεις Σοκόλη, σε επιμέλεια-μελέτη της Έλενας Αλεξανδράκη και με επιστημονική επίβλεψη της Αγγέλας Καστρινάκη, μιλήσαμε με την ερευνήτρια για τη λογοτεχνική και πολιτική διαδρομή της Χατζιδάκη, για το ρήγμα ανάμεσα στο όραμα και την κομματική πειθαρχία, για τη χαμηλόφωνη δύναμη των διηγημάτων της, αλλά και για μια προσωπικότητα που δεν έχει ακόμη διαβαστεί όσο της αξίζει.

Τι ήταν αυτό που σε τράβηξε αρχικά στη μορφή της Φούλας Χατζιδάκη και σε έκανε να αφιερώσεις μια τόσο εκτενή μελέτη στη ζωή και το έργο της;

Τη Χατζιδάκη μού την πρότεινε η καθηγήτριά μου, η Αγγέλα Καστρινάκη, ως θέμα διπλωματικής. Όταν μου είπε κάποια πράγματα για εκείνη, μου άρεσε πολύ η ιδέα να τη μελετήσω, αφενός γιατί με ενδιαφέρουν οι γυναίκες συγγραφείς, και ειδικά σε εποχές που κυριαρχούν οι άντρες, και αφετέρου το ζήτημα των ιδεών του μαρξισμού στη λογοτεχνία είναι κάτι που με απασχολεί. Για μένα η τέχνη πρέπει να είναι πολιτική. Συμβαίνουν τόσα πράγματα γύρω μας, που δεν γίνεται να είσαι καλλιτέχνης, λογοτέχνης, ποιητής και να μην παίρνεις θέση.

Στη μελέτη σου η Φούλα Χατζιδάκη δεν εμφανίζεται ούτε ως μια “καθαρή” κομματική διανοούμενη ούτε ως μια εύκολα αποστασιοποιημένη συγγραφέας. Τι ήταν πιο δύσκολο τελικά στην προσέγγισή της: να αποδώσεις τη λογοτεχνική της φωνή ή να χαρτογραφήσεις την πολιτική της διαδρομή χωρίς απλοποιήσεις;

Το πιο δύσκολο ήταν ακριβώς αυτό που λες: το να χαρτογραφήσω την πολιτική της διαδρομή συνυπολογίζοντας το λογοτεχνικό πεδίο, το κομματικό πλαίσιο και το προσωπικό στοιχείο, το οποίο αναπόφευκτα επηρεάζει, υπόγεια ή πιο φανερά, τις ιδέες αλλά και την όλη παρουσία κάποιου στη λογοτεχνία και την πολιτική.

Διαβάζοντας τη μελέτη, έχει κανείς την αίσθηση ότι η Χατζιδάκη έζησε διαρκώς μέσα σε μια ένταση: πίστη στο όραμα, αλλά και τριβή με τους μηχανισμούς που το διαχειρίζονταν. Θεωρείς ότι αυτό το ρήγμα είναι το κεντρικό κλειδί για να την καταλάβουμε;

Η Χατζιδάκη ξεκίνησε με μεγάλο ενθουσιασμό και βαθιά πίστη στο κομμουνιστικό όραμα. Δουλεύει λοιπόν με στόχο τη δημιουργία μιας λογοτεχνίας που θα είναι υψηλή, αλλά κατανοητή στον απλό άνθρωπο, θα μεταφέρει τις μαρξιστικές ιδέες και θα προετοιμάζει για την πολυπόθητη ρήξη με το αστικό κατεστημένο. Στην πορεία όλα αυτά αρχίζουν λίγο και «θολώνουν», όχι γιατί παύει να πιστεύει στον κομμουνισμό, αλλά γιατί οι συνθήκες αρχίζουν και μεταβάλλουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο η ίδια βρίσκεται και δουλεύει. Αφού έχει ζήσει στην εξορία και στην παρανομία, με την έναρξη του Εμφυλίου παίρνει τον δρόμο της πολιτικής προσφυγιάς και καταλήγει στο Βουκουρέστι. Παράλληλα, ήδη από το 1934, έχουν μπει, με τη σφραγίδα του Στάλιν, κανόνες απαράβατοι για τον κομμουνιστή συγγραφέα – αρχίζουν μάλιστα και διώξεις «αντιφρονούντων» στη Σοβιετική Ένωση. Καλείται λοιπόν να διαχειριστεί όλα αυτά ως μέλος των εκδόσεων του ΚΚΕ. Από τη μία πρέπει να είναι πειθαρχημένη και από την άλλη έχει τις αντιρρήσεις της. Όταν λοιπόν γίνεται το ρήγμα, αρχίζει να μιλάει πιο ανοιχτά και κυρίως να σκέφτεται πιο ανοιχτά. Έτσι, με την πάροδο του χρόνου, μπορούμε πια να δούμε πιο καθαρά τι κρατάει και τι πετάει, σε τι συμφωνεί και σε τι διαφωνεί· μένει δηλαδή ένα απόσταγμα, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, μιας πολύ μεγάλης πορείας.

Πόσο καθοριστική ήταν η εμπειρία της υπερορίας και της πολιτικής προσφυγιάς στη διαμόρφωση όχι μόνο της σκέψης της αλλά και της ίδιας της αφηγηματικής της ματιάς; Δηλαδή, άλλαξε ο τρόπος που έβλεπε τον κόσμο ή ο τρόπος που τον έγραφε;

Πιστεύω ότι προσπαθούσε να μην αφήσει να την επηρεάσει. Στα διηγήματά της δεν υπάρχει αποτυπωμένη η εμπειρία της υπερορίας. Οι συνθήκες υπό τις οποίες έμεναν στις Λαϊκές Δημοκρατίες οι πολιτικοί πρόσφυγες ήταν κάθε άλλο παρά ιδανικές. Ίσως να κρατάει μόνο το κομμάτι των προσωπικών θυσιών για χάρη ενός καλύτερου κόσμου. Στους Χαμηλούς τόνους είναι κεντρικό στοιχείο αυτό: οι «μικροί» αγώνες των ανθρώπων για χάρη ενός μεγαλύτερου οράματος. Μη φανταστείς όμως κομμουνιστικού, όχι.  Ενός οράματος για έναν κόσμο με αγάπη για τον άλλον άνθρωπο και αλληλεγγύη. Θεματικά η συλλογή διηγημάτων της αποτελεί εξαίρεση στη λογοτεχνική παραγωγή της υπερορίας, μαζί με το Τέλος της μικρής μας πόλης του φίλου της Δημήτρη Χατζή.

Έλενα Αλεξανδράκη: Η Φούλα Χατζιδάκη, οι «Χαμηλοί τόνοι» και μια αδικημένη διανοούμενη του 20ού αιώνα

Οι “Χαμηλοί τόνοι” μοιάζουν να λειτουργούν όχι απλώς ως τίτλος μιας συλλογής, αλλά σχεδόν ως δήλωση ήθους. Για εσένα αυτό το χαμηλόφωνο ύφος είναι μορφή λογοτεχνικής πειθαρχίας, εσωτερικής αντίστασης ή και πολιτικής ωριμότητας;

Θεωρώ ότι είναι ζήτημα πολιτικής ωριμότητας, όπως πολύ σωστά το εντοπίζεις. Ίσως και το ρήγμα που είπαμε πριν, παίζει και αυτό τον ρόλο του, ως ένα είδος αντίστασης. Οπότε αποτελεί μια μάλλον συνειδητή επιλογή στη συγκεκριμένη φάση που βρίσκεται. Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός, τον οποίο είχε υπηρετήσει η ίδια με ζήλο, έχει μάλλον υψηλούς τόνους και όχι χαμηλούς.

Στα διηγήματα των “Χαμηλών τόνων” το πολιτικό δεν εμφανίζεται πάντα μετωπικά, αλλά περνά μέσα από πρόσωπα, μνήμες, καθημερινές κινήσεις, σχεδόν υπόγεια. Αυτό το θεωρείς επιλογή ύφους ή και συνειδητή απάντηση σε μια εποχή που ζητούσε πιο “στρατευμένες” βεβαιότητες;

Νομίζω ότι είναι και τα δύο μαζί: μια επιλογή ύφους ως απάντηση. Πρέπει να λάβουμε όμως υπόψη μας ότι όταν γράφονται και εκδίδονται αυτά τα διηγήματα, έχει ήδη προχωρήσει αρκετά η αποσταλινοποίηση, και άρα έχει επέλθει και μια χαλάρωση στους αυστηρούς περιορισμούς του παρελθόντος. Μπορεί δηλαδή να το κάνει πια. Κρατάει ό,τι δεν αμφισβητεί (π.χ. τη δράση του ΕΑΜ), αλλά φέρνει σε πρώτο πλάνο τους ανθρώπους. Πολλοί ήρωές της μάλιστα δεν είναι πολιτικοποιημένοι· δρουν μόνο με τη συνείδησή τους.

Σε αρκετά σημεία της μελέτης αναδεικνύεται η απόσταση της Χατζιδάκη από τη δογματική χρήση της τέχνης. Θα έλεγες ότι αυτό που υπερασπίζεται τελικά είναι η αυτονομία της λογοτεχνίας ή μια βαθύτερη, πιο απαιτητική σχέση ανάμεσα στην τέχνη και την ιδεολογία;

Αυτό είναι κάτι που δεν ξέρω αν μπορώ τελικά να το απαντήσω. Θα έλεγα ότι είναι ανοιχτή ως προς τη θεματολογία και την αισθητική, αλλά η αριστερή της ιδεολογία –όχι με τη στενά κομματική έννοια– απαιτεί κάποια ποιοτικά χαρακτηριστικά που σχετίζονται με αυτήν. Για παράδειγμα, μια λογοτεχνία που οραματίζεται έναν κόσμο με κοινωνική δικαιοσύνη ή έναν κόσμο απαλλαγμένο από προκαταλήψεις.

Μέσα από τα αρχεία, τις επιστολές και τα τεκμήρια, υπήρξε κάποιο σημείο όπου ένιωσες ότι η “ιστορική φιγούρα” υποχωρεί και εμφανίζεται μπροστά σας η ιδιωτική, ευάλωτη, ανθρώπινη Φούλα Χατζιδάκη;

Όλα τα κείμενα, επειδή απευθύνονταν είτε σε ένα κοινό (τα δημοσιευμένα σε περιοδικά και εφημερίδες) είτε σε συνεργάτες (τα κείμενα που διακινούνταν εντός Κόμματος), είχαν μεν το στοιχείο της έντονης προσωπικότητάς της, αλλά σε καμία περίπτωση δεν αφήνουν ρωγμές ανθρώπινης αδυναμίας. Εκεί που συνάντησα την «ευάλωτη» Χατζιδάκη, είναι σε μια ανέκδοτη ποιητική συλλογή που βρήκα στο αρχείο της, αλλά δεν συμπεριλαμβάνω στη μελέτη μου – θα εκδοθεί ένα σχετικό άρθρο μου το φθινόπωρο. Σε αυτή τη συλλογή, η οποία είναι πλήρως απαλλαγμένη από οποιαδήποτε αυτολογοκρισία –δεν νομίζω ότι την έδειξε ποτέ σε κανέναν– αποτυπώνονται οι προσωπικοί της προβληματισμοί, η νοσταλγία της πατρίδας, τα χαμένα όνειρα. Σε αυτά τα ποιήματα βλέπεις τον άνθρωπο Χατζιδάκη, με συναισθήματα για τα οποία μόνο υποθέσεις μπορούσα κάνω. Εμένα σε πολλά σημεία με συγκίνησε πολύ.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της μελέτης είναι ότι φωτίζει τη μετατόπιση της Χατζιδάκη μετά τη Μεταπολίτευση. Αυτή η επιστροφή της στον δημόσιο λόγο ήταν, κατά τη γνώμη σου, μια επιστροφή με όρους απολογισμού, μια νέα ιδεολογική διαπραγμάτευση ή κάτι πιο προσωπικό;

Πιστεύω ότι δεν θα μπορούσε να μείνει εκτός δημόσιας σφαίρας. Σε όλη της ζωή βρισκόταν στις επάλξεις. Άργησε βέβαια να επανεμφανιστεί. Έμεινε περίπου δέκα χρόνια «σιωπηλή». Αυτό ήταν μάλλον το διάστημα στο οποίο έκανε απολογισμό και παράλληλα διαμόρφωνε την νέα ιδεολογία της. Έτσι, επανέρχεται και μιλάει με ανανεωμένο λόγο, πολύ προοδευτικό, για όλα τα ζητήματα, τα πολιτικά αλλά και τα λογοτεχνικά. Θεωρεί χρέος της να πάρει θέση. Υπερασπίζεται, για παράδειγμα, την κατάργηση του πολυτονικού, ή τον διαχωρισμό Εκκλησίας – Κράτους, και επανατοποθετείται σχετικά με συγγραφείς για τους οποίους είχε γράψει πολύ στο παρελθόν. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Βάρναλης. Στο άρθρο της γι’ αυτόν, γραμμένο το 1984, κάνει μια πολύ ψύχραιμη και καίρια ανάλυση του έργου του, η οποία ανατρέπει παλαιότερες θέσεις της για τον ποιητή και τελικά συμφωνεί με αναλύσεις διακεκριμένων νεοελληνιστών, οι οποίες θα γίνουν πολύ αργότερα. Παράλληλα όμως, βγάζει κάποια πικρία και θυμό για πρόσωπα και πράγματα του ΚΚΕ που τα έχει ζήσει στο παρελθόν.

Στο μέρος της μελέτης που αφορά τη μεταπολιτευτική της γραφή, φαίνεται πως η Χατζιδάκη επανέρχεται με πιο ανοιχτό τρόπο σε ζητήματα παιδείας, θρησκείας, κοινωνίας και πολιτικής. Τι σου λέει αυτό για το πώς αντιλαμβανόταν πια τον ρόλο του διανοουμένου;

Η Χατζιδάκη ήταν μια διανοούμενη που δεν έχει αναγνωριστεί ούτε στο ελάχιστο όπως της άξιζε. Εννοώ ότι είχε μια ευρύτατη μόρφωση και καλλιέργεια, συνομιλούσε επί ίσοις όροις με διανοούμενους της εποχής, και ασχολούνταν με όλο το φάσμα της τέχνης, της διανόησης και της πολιτικής. Αυτή ήταν ίσως η πρώτη η οποία είχε αναγνωρίσει το ταλέντο του Κουν, όταν εκείνος σκηνοθετούσε ερασιτεχνικές ομάδες – ήταν η μοναδική κριτική θεάτρου που είχε γράψει. Είχε στενές σχέσεις με τον Χατζή, τον Βάρναλη, τον Ρίτσο, την Έλλη Αλεξίου, τον Τσίρκα, τον Πολ Ελιάρ, τον Ιάννη Ξενάκη – για να αναφέρω κάποιους μόνο. Ο Ξενάκης μάλιστα της έστελνε έργα του και εκείνη του έγραφε τη γνώμη της. Οπότε μιλάμε για μια προσωπικότητα που δεν είχε στεγανά. Και για να απαντήσω τελικά στην ερώτησή σου, αντιλαμβανόταν τον ρόλο του διανοούμενου ως κάτι ολιστικό.

Έλενα Αλεξανδράκη: Η Φούλα Χατζιδάκη, οι «Χαμηλοί τόνοι» και μια αδικημένη διανοούμενη του 20ού αιώνα

Σε ό,τι αφορά ειδικά το γυναικείο ζήτημα, η εικόνα που προκύπτει είναι σύνθετη: δεν μιλά από τη σημερινή φεμινιστική οπτική, αλλά ούτε και μένει σε μια ρηχή κομματική γραμμή. Πώς θα περιέγραφες εσύ τη δική της θέση χωρίς να την αδικήσεις ούτε προς τη μία ούτε προς την άλλη πλευρά;

Η Χατζιδάκη δεν εστιάστηκε ιδιαίτερα στο γυναικείο ζήτημα. Τη δεκαετία του ’30 είχε υιοθετήσει την κομμουνιστική άποψη για τον φεμινισμό, που εν ολίγοις υποστήριζε ότι το γυναικείο ζήτημα δεν είναι ξεκομμένο από το ταξικό ζήτημα. Μια σοσιαλιστική δηλαδή κοινωνία λύνει αυτόματα και το ζήτημα της ισότητας των δύο φύλων. Αυτή την άποψη νομίζω πως δεν την άλλαξε ποτέ. Ίσως και γιατί να ένιωθε ότι στον χώρο της αντιμετωπίζεται ισότιμα, όχι μόνο η ίδια αλλά και οι γυναίκες γενικότερα. Το διάστημα που βρισκόταν στο Βουκουρέστι, ανάμεσα στα βασικά, πρωταγωνιστικά πρόσωπα ήταν η Έλλη Αλεξίου και η Μέλπω Αξιώτη.

Αφιέρωσες ολόκληρη ενότητα σε ζητήματα όπως ο φεμινισμός, η ειρήνη, η παιδεία και η νεοορθοδοξία. Εκεί τι σε εντυπωσίασε περισσότερο; Ότι η Χατζιδάκη ήταν μπροστά από την εποχή της ή ότι παρέμενε πάντα δεμένη με τα όρια της εποχής της;

Και τα δύο. Θα μου πεις, πώς γίνεται αυτό; Με τον φεμινισμό ασχολείται μόνο τη δεκαετία του ’30, όπως σου είπα και πριν, ενώ με την ειρήνη μέχρι και λίγο πριν από τον επαναπατρισμό της. Και στα δύο ζητήματα φαίνεται πως είναι «δεμένη» στο άρμα του Κόμματος. Αναφορικά με τον φεμινισμό, αυτό είναι πολύ καθαρό – τα πιστεύει όμως αυτά που γράφει. Για το ζήτημα της ειρήνης όμως, φαίνεται πως είναι «αναγκασμένη» να γράφει αυτά που γράφει, γιατί ουσιαστικά ακολουθεί την πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης. Για την παιδεία όμως και τη νεοορθοδοξία (όπως και για άλλα ζητήματα), είναι πιο μπροστά από την εποχή της. Και αυτό γιατί σκέφτεται πια εντελώς ανεξάρτητα. Και δεν είναι ότι αυτό συμβαίνει επειδή αυτή έχει δημόσιο λόγο (αρθρογραφούσε στην Αυγή) και απλώς μεταφέρει τις ιδέες της ανανεωτικής Αριστεράς. Είναι η δική της άποψη.

Η μελέτη σου δείχνει ότι η Χατζιδάκη δεν έπαψε να αναμετριέται με το ερώτημα τι μπορεί και τι οφείλει να κάνει η λογοτεχνία. Αν σου ζητούσα να συμπυκνώσεις τη δική της απάντηση σε μία φράση, ποια θα ήταν;

Να είναι διαποτισμένη με υψηλά ιδανικά και να εμπνέει υψηλά ιδανικά.

Πιστεύεις ότι η Φούλα Χατζιδάκη αδικήθηκε τελικά περισσότερο ως συγγραφέας, ως διανοούμενη ή ως πολιτικό πρόσωπο; Πού θεωρείς ότι δεν έχει ακόμη αποδοθεί το πραγματικό της μέγεθος;

Θα πω ως διανοούμενη, το οποίο περικλείει μέσα του σε έναν βαθμό και τις άλλες ιδιότητες. Ως συγγραφέας δεν μας έδωσε κάποια άλλη πρωτότυπη δουλειά, οπότε φαντάζει λογικό, θα έλεγε κάποιος, να μην έχει αναγνωριστεί. Βέβαια, τα διηγήματά της είναι πολύ καλά, πολύ καλύτερα από πολλά άλλα που έχουν διαγράψει μεγάλη πορεία. Κανένα όμως περιοδικό δεν είχε δεχτεί να δημοσιεύσει κάποιο διήγημά της (ούτε καν κάποια κριτική δεν βρήκα), παρόλο που και ο ίδιος ο Ρίτσος το προσπαθούσε πολύ καιρό. Να πω παρενθετικά ότι έχει κάνει πολλές μεταφράσεις βιβλίων, οι οποίες εξακολουθούν και επανεκδίδονται. Ως πολιτικό πρόσωπο, πίστευε στη συλλογική δουλειά· δεν νομίζω ότι είχε ποτέ την επιθυμία να ξεχωρίσει, την ενδιέφερε το αποτέλεσμα. Το πρόβλημα είναι ότι για όλους της τους αγώνες δεν υπήρξε τελικά μια ηθική ανταμοιβή.

Αν ένας νεότερος αναγνώστης πιάσει σήμερα για πρώτη φορά στα χέρια του τους “Χαμηλούς τόνους”, τι θα ήθελες να ακούσει πίσω από τη χαμηλόφωνη επιφάνεια των κειμένων; Ποιο είναι το πιο επίκαιρο και πιο ζωντανό τους νεύρο;

Ότι το πιο σημαντικό για τον άνθρωπο είναι το ηθικό του ανάστημα, όποιος κι αν είναι, απ’ όπου κι αν προέρχεται. Και αυτό το ηθικό ανάστημα είναι μια ψηφίδα στη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125