Από κάθε 100 ευρώ εργασίας, τα 45 σε φόρους και εισφορές – Η πρωτιά της Ελλάδας στην ΕΕ
Η μεγάλη εξάρτηση από μισθούς, κατανάλωση και ενεργειακές επιβαρύνσεις συνυπάρχει με μία από τις εντυπωσιακότερες μειώσεις του κενού ΦΠΑ στην Ευρωπαϊκή Ένωση
Στην κορυφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τη συνολική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας βρέθηκε η Ελλάδα, σύμφωνα με την Ετήσια Έκθεση Φορολογίας 2026 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Ο έμμεσος φορολογικός συντελεστής επί της εργασίας, γνωστός ως Implicit Tax Rate, διαμορφώθηκε το 2024 στο 44,8%, όταν ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 37,1%. Πίσω από την Ελλάδα ακολούθησαν η Ιταλία με 43,9% και το Βέλγιο με 40,7%. Στον αντίποδα, τους χαμηλότερους συντελεστές κατέγραψαν η Μάλτα με 24,4%, η Βουλγαρία με 24,9% και η Κροατία με 29,2%.
Η εικόνα αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος επειδή η Ελλάδα δεν καταγράφει μόνο το υψηλότερο επίπεδο στην Ένωση. Από το 2014 έως το 2024, ο συντελεστής της αυξήθηκε κατά 3,4 ποσοστιαίες μονάδες, τη δεύτερη μεγαλύτερη άνοδο μετά την Κύπρο, όπου η αύξηση έφτασε τις 8,8 μονάδες. Στο σύνολο της ΕΕ, αντίθετα, ο δείκτης υποχώρησε από 38,2% σε 37,1% μέσα στην ίδια δεκαετία.

Τι σημαίνει στην πράξη το 44,8%
Ο συγκεκριμένος δείκτης δεν αφορά μόνο τον φόρο εισοδήματος που βλέπει ο εργαζόμενος στο εκκαθαριστικό του.
Υπολογίζει το σύνολο των φόρων και των κοινωνικών εισφορών που επιβαρύνουν την εξαρτημένη εργασία –τόσο από την πλευρά του εργαζομένου όσο και από την πλευρά του εργοδότη– σε σχέση με τη συνολική αμοιβή της εργασίας.
Με απλοποιημένους όρους, από κάθε 100 ευρώ συνολικού μισθολογικού κόστους, περίπου 45 ευρώ αντιστοιχούν σε φόρους και ασφαλιστικές εισφορές. Πρόκειται, ωστόσο, για έναν μακροοικονομικό μέσο όρο και όχι για το ακριβές ποσοστό που επιβαρύνει κάθε εργαζόμενο ξεχωριστά, καθώς η τελική επιβάρυνση εξαρτάται από τον μισθό, την οικογενειακή κατάσταση, τις εκπτώσεις και τις ασφαλιστικές εισφορές.
Η ελληνική πρωτιά αποτυπώνει μια χρόνια αδυναμία του φορολογικού συστήματος: τη μεγάλη εξάρτηση των δημόσιων εσόδων από τη μισθωτή εργασία και τις εισφορές, σε μια οικονομία όπου η φορολογητέα βάση παραμένει σχετικά περιορισμένη και η μισθωτή απασχόληση είναι ευκολότερο να ελεγχθεί από άλλες μορφές εισοδήματος.
Όσο αυξάνεται ο μισθός, μεγαλώνει η επιβάρυνση
Η έκθεση εξετάζει και τους πραγματικούς οριακούς φορολογικούς συντελεστές, δηλαδή το ποσοστό ενός επιπλέον ευρώ εισοδήματος που χάνεται εξαιτίας φόρων και εισφορών.

Στην Ελλάδα, οι επιβαρύνσεις αυξάνονται αισθητά καθώς ο μισθός ανεβαίνει, περιορίζοντας το καθαρό όφελος που απομένει στον εργαζόμενο από μια αύξηση αποδοχών ή από περισσότερες ώρες εργασίας.

Αντίστοιχη πίεση δημιουργείται και στις χαμηλότερες εισοδηματικές ομάδες, όταν η ανάληψη εργασίας ή η αύξηση του εισοδήματος συνοδεύεται από απώλεια κοινωνικών επιδομάτων. Η Κομισιόν εξετάζει αυτά τα φαινόμενα μέσα από τους δείκτες «παγίδας ανεργίας» και «παγίδας αδράνειας», οι οποίοι δείχνουν πόσο από το νέο εισόδημα εξανεμίζεται από φόρους, εισφορές και περικοπές παροχών.

Η μεγάλη εξάρτηση από τον ΦΠΑ
Η υψηλή επιβάρυνση της εργασίας δεν αποτελεί τη μοναδική ιδιαιτερότητα του ελληνικού φορολογικού συστήματος.
Η Ελλάδα στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό και στους φόρους κατανάλωσης, όπως ο ΦΠΑ και οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης στα καύσιμα, στον καπνό και στο αλκοόλ. Η σύνθεση αυτή θεωρείται περισσότερο επιβαρυντική για τα χαμηλότερα και μεσαία εισοδήματα, επειδή οι φόροι κατανάλωσης επιβάλλονται στις αγορές ανεξάρτητα από την οικονομική δυνατότητα του καταναλωτή.
Μέσα στη δεκαετία 2014-2024, το μερίδιο του ΦΠΑ στα συνολικά φορολογικά έσοδα αυξήθηκε στην Ελλάδα κατά περίπου 3,1 ποσοστιαίες μονάδες, τη μεγαλύτερη άνοδο μεταξύ των κρατών-μελών. Την ίδια περίοδο, η βαρύτητα των φόρων κατανάλωσης μειώθηκε συνολικά στην ΕΕ, αλλά η Ελλάδα παρέμεινε μεταξύ των ελάχιστων χωρών όπου δεν καταγράφηκε αντίστοιχη αποκλιμάκωση.
Αυτό σημαίνει ότι το ελληνικό κράτος εξακολουθεί να αντλεί μεγάλο μέρος των εσόδων του από δύο πηγές που είναι δύσκολο να αποφευχθούν: τον μισθό πριν φτάσει στον εργαζόμενο και την κατανάλωση όταν το εισόδημα δαπανάται.

Η μεγάλη πρόοδος στο κενό ΦΠΑ
Στο μέτωπο της φορολογικής συμμόρφωσης, πάντως, η εικόνα είναι αισθητά διαφορετική.
Το κενό ΦΠΑ –η διαφορά ανάμεσα στα έσοδα που θα έπρεπε θεωρητικά να εισπραχθούν και σε εκείνα που τελικά φτάνουν στα δημόσια ταμεία– εκτιμάται ότι υποχώρησε στο 9% το 2024, από περίπου 33% το 2013.
Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες βελτιώσεις στην ΕΕ και συνδέεται με την εξάπλωση των ηλεκτρονικών πληρωμών, την υποχρεωτική χρήση POS, τη διασύνδεση των ταμειακών μηχανών με την ΑΑΔΕ και τη διαβίβαση συναλλαγών μέσω του myDATA. Τα στοιχεία για το 2024 παραμένουν εκτίμηση της Κομισιόν και όχι ακόμη οριστική καταγραφή.
Η εξέλιξη δείχνει ότι το κράτος εισπράττει πλέον αποτελεσματικότερα τους φόρους που έχουν ήδη θεσπιστεί. Δεν σημαίνει, όμως, ότι έχει αλλάξει η βασική κατανομή των φορολογικών βαρών ανάμεσα στην εργασία, την κατανάλωση και τις υπόλοιπες πηγές εισοδήματος.
Υψηλά και τα έσοδα από την ακίνητη περιουσία
Η Ελλάδα βρίσκεται ψηλά και στη φορολογία της ακίνητης περιουσίας.
Οι φόροι ακινήτων αντιστοιχούσαν το 2024 στο 6,6% των συνολικών φορολογικών εσόδων, το τρίτο υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ μετά τη Γαλλία και το Βέλγιο. Ωστόσο, η συμμετοχή τους στο φορολογικό μείγμα μειώθηκε κατά 2,2 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το 2014.
Η κατηγορία δεν περιλαμβάνει μόνο τους επαναλαμβανόμενους φόρους κατοχής, αλλά και επιβαρύνσεις που συνδέονται με μεταβιβάσεις, συναλλαγές και άλλες μορφές ακίνητης περιουσίας.
Η υποχώρηση του μεριδίου δεν σημαίνει απαραίτητα ότι μειώθηκαν οι επιβαρύνσεις για κάθε ιδιοκτήτη. Δείχνει ότι άλλες πηγές εσόδων, κυρίως από εργασία και κατανάλωση, απέκτησαν μεγαλύτερη σχετική βαρύτητα.

Πρώτη και στους περιβαλλοντικούς φόρους
Ιδιαίτερα υψηλή είναι και η εξάρτηση της χώρας από τους περιβαλλοντικούς φόρους, στους οποίους κυριαρχούν οι επιβαρύνσεις στην ενέργεια και στα καύσιμα.
Τα σχετικά έσοδα έφτασαν το 2024 στο 3,8% του ΑΕΠ, το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα, αντιστοιχούσαν στο 9,4% των συνολικών φορολογικών εσόδων, με την Ελλάδα να βρίσκεται στη δεύτερη θέση μετά τη Βουλγαρία.
Η κατάταξη αυτή δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η χώρα εφαρμόζει την αυστηρότερη περιβαλλοντική πολιτική στην Ευρώπη. Το μεγαλύτερο μέρος των συγκεκριμένων εσόδων προέρχεται από φόρους στην ενέργεια και στα καύσιμα, οι οποίοι έχουν παράλληλα ισχυρό δημοσιονομικό χαρακτήρα.
Τι αποκαλύπτει τελικά η έκθεση
Η Ελλάδα δεν έχει τη μεγαλύτερη συνολική φορολογική επιβάρυνση ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 2024, η συνολική αναλογία φόρων και ασφαλιστικών εισφορών προς το ΑΕΠ διαμορφώθηκε περίπου στο 40%, ενώ τις υψηλότερες επιδόσεις κατέγραψαν η Δανία, η Γαλλία και η Αυστρία.
Η αρνητική πρωτιά αφορά ειδικά τον τρόπο με τον οποίο επιβαρύνεται η εργασία. Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσους φόρους εισπράττει συνολικά το κράτος, αλλά από ποιους και από ποιες οικονομικές δραστηριότητες τους εισπράττει.
Η Έκθεση Φορολογίας 2026 καταγράφει ένα φορολογικό σύστημα που έχει γίνει αποτελεσματικότερο στον περιορισμό της φοροδιαφυγής, αλλά εξακολουθεί να στηρίζεται δυσανάλογα στους μισθούς, στις ασφαλιστικές εισφορές, στην κατανάλωση και στην ενέργεια. Αυτή είναι και η βασική αντίφαση της ελληνικής εικόνας: καλύτεροι μηχανισμοί είσπραξης, χωρίς αντίστοιχη ανακατανομή του βάρους.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
- ΔΝΤ: Προειδοποίηση για «εκρηκτική» αύξηση του δημόσιου χρέους στην Ευρώπη έως το 2040
- Ανεβαίνει ξανά η τιμή του πετρελαίου λόγω ΗΠΑ–Ιράν, νέα πτώση για τον χρυσό
- Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός: Δεν υπάρχει νομική βάση για τέλος διέλευσης στα Στενά του Ορμούζ
- Το έτοιμο φαγητό κερδίζει έδαφος – Στα 770 ευρώ τον χρόνο η μέση δαπάνη
- Περισσότερα προϊόντα, λιγότερες προσφορές: Τι άλλαξε στα σούπερ μάρκετ το 2026
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
