«Η Αντέλα θέλει να τα σπάσει όλα για να ζήσει»: Η Άννα Κοκκίνου μιλά για το «Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα»

Με αφορμή τη συμμετοχή της στην παράσταση «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, που ανέβασε η θεατρική ομάδα του Πολιτιστικού Κέντρου Εργαζομένων και Συνταξιούχων ΟΤΕ Πάτρας σε σκηνοθεσία Ηλία Αναστασόπουλου, η Άννα Κοκκίνου μιλά στο pelop.gr για την πρόκληση της Αντέλα, για την προσωπική της διαδρομή στο θέατρο και για έναν ρόλο που κουβαλά μέσα του σύγκρουση, πόθο, καταπίεση και μια ακατανίκητη ανάγκη για ελευθερία.

«Η Αντέλα θέλει να τα σπάσει όλα για να ζήσει»: Η Άννα Κοκκίνου μιλά για το «Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα»

Η Άννα Κοκκίνου συμμετείχε στην παράσταση «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, που παρουσίασε πρόσφατα η θεατρική ομάδα του Πολιτιστικού Κέντρου Εργαζομένων και Συνταξιούχων ΟΤΕ Πάτρας, ερμηνεύοντας τον ρόλο της Αντέλα, της πιο ανυπότακτης και εκρηκτικής μορφής του έργου. Μέσα από αυτή τη δουλειά, βρέθηκε αντιμέτωπη όχι μόνο με ένα από τα πιο πυκνά και απαιτητικά κείμενα του λορκικού σύμπαντος, αλλά και με μια προσωπική πρόκληση που, όπως λέει, την έβγαλε από τα όριά της.

Η δική της σχέση με το θέατρο δεν ξεκίνησε από κάποια οργανωμένη φιλοδοξία, αλλά από μια εσωτερική ανάγκη και μια τυχαία ώθηση. Ένας συνάδελφος και συμπρωταγωνιστή της πλέον, που συμμετείχε ήδη στη θεατρική ομάδα, έγινε η αφορμή για να κάνει το πρώτο βήμα. «Κουβέντα στην κουβέντα, πήγα κι εγώ δειλά-δειλά να δοκιμάσω την τύχη μου», λέει, περιγράφοντας την αρχή μιας διαδρομής που έμελλε να της δώσει πολύ περισσότερα από μια απλή ερασιτεχνική ενασχόληση.

Μέχρι σήμερα έχει συμμετάσχει σε τέσσερις παραστάσεις, όμως η Αντέλα ήταν ο μεγαλύτερος ρόλος που της εμπιστεύτηκε ο σκηνοθέτης Ηλίας Αναστασόπουλος. «Αυτός ήταν ο μεγαλύτερος ρόλος που μου έχει εμπιστευτεί. Μέχρι τώρα έκανα μικρότερους ρόλους, κάτι που δεν με χάλαγε καθόλου, γιατί εγώ αυτό που ήθελα το έκανα. Δεν είχα βλέψεις για μεγάλους ρόλους. Ήταν μια απασχόληση, μια δοκιμή του εαυτού μου. Τώρα αυτό ήταν ό,τι πιο μεγάλο και δύσκολο μου εμπιστεύτηκε».

Κι αυτή ακριβώς η φράση μοιάζει να αποτυπώνει και τον τρόπο με τον οποίο η ίδια βλέπει το θέατρο: σαν μια διαρκή δοκιμασία του εαυτού της. Γιατί για την Άννα Κοκκίνου η σκηνή δεν είναι μόνο ένας χώρος έκφρασης, αλλά και ένας τόπος προσωπικής υπέρβασης. «Επειδή γενικά είμαι πολύ εσωστρεφής άνθρωπος και δεν εκτίθεμαι εύκολα, έμαθα λίγο να εκτίθεμαι. Και να πιστεύω λίγο περισσότερο στον εαυτό μου. Είναι κάπως σαν μια μορφή ψυχοθεραπείας όλο αυτό για μένα. Δοκιμάζω τον εαυτό μου, τα όριά μου».

Δεν ωραιοποιεί τη διαδικασία. Αντίθετα, μιλά ανοιχτά για τη δυσκολία που είχε να βγαίνει στη σκηνή. «Στην αρχή ήταν πολύ δύσκολο. Μου κόβονταν τα πόδια. Τώρα δεν θα πω ότι είναι εύκολο, αλλά είναι λίγο πιο εύκολο. Το δουλεύεις, εξοικειώνεσαι σιγά-σιγά με τον χώρο, με τη διαδικασία, με όλο αυτό». Στην περίπτωσή της, η θεατρική πράξη λειτούργησε σαν μια άσκηση έκθεσης και εμπιστοσύνης. Σαν ένας τρόπος να ανοίξει λίγο περισσότερο τον εαυτό της προς τα έξω.

Το «Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα», όπως το ανέβασε η θεατρική ομάδα του Πολιτιστικού Κέντρου Εργαζομένων και Συνταξιούχων ΟΤΕ Πάτρας, αποτέλεσε για την ίδια μια απαιτητική συνάντηση με ένα έργο που δεν αφήνει περιθώρια επιφανειακής προσέγγισης. Η Άννα Κοκκίνου προσπάθησε να μπει στον πυρήνα της ηρωίδας της, να καταλάβει το ασφυκτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ζει και να βρει τι είναι αυτό που την ωθεί να ξεσπάσει. «Ήταν απαιτητικό. Έπρεπε να μπω μέσα στον ρόλο, να καταλάβω την εποχή, να καταλάβω την ηρωίδα, να δω γιατί ο Λόρκα έγραψε αυτόν τον χαρακτήρα και τι ήθελε να πει μέσα από αυτόν. Διάβασα για την Αντέλα, γιατί είναι η πιο επαναστατική, η πιο αντιδραστική, αυτή που θέλει να ζήσει και δεν δέχεται την καταπίεση».

Αυτό ακριβώς ήταν και το στοιχείο που τη γοήτευσε περισσότερο. Όχι απλώς η νεότητα ή ο ερωτισμός της Αντέλα, αλλά η επαναστατική της φύση. «Μου άρεσε πάρα πολύ που θα είχα αυτόν τον πιο επαναστατικό ρόλο, σε σχέση με τις υπόλοιπες αδελφές που είναι πιο μαζεμένες, πιο υποταγμένες στη μητέρα, στην εποχή και σε όσα επιβάλλει η κοινωνία. Η Αντέλα θέλει να βγει έξω από όλα αυτά, θέλει να τα σπάσει και θέλει να ζήσει». Και όταν μιλά για το τι ήταν αυτό που την κέρδισε στον ρόλο, το λέει καθαρά: «Με γοήτευσε η επανάσταση που έκρυβε μέσα της. Αυτό ήταν που με κέρδισε».

Αλλά ακριβώς αυτό ήταν και το πιο δύσκολο σημείο της ερμηνείας της. Γιατί έπρεπε να υπηρετήσει έναν χαρακτήρα έξω από τη φυσική της ιδιοσυγκρασία. «Αυτό που με δυσκόλεψε ήταν να το προσεγγίσω όλο αυτό και να βγω στη σκηνή όχι ως ο εαυτός μου, αλλά ως μια κοπέλα δροσερή, φρέσκια, που θέλει να αντιδράσει και να επαναστατήσει. Όσο γοητευτικό ήταν, τόσο δύσκολο ήταν και στο να το βγάλω».

 

 

Στη δική της ανάγνωση, η σύγκρουση που κουβαλά η Αντέλα δεν ανήκει μόνο στο παρελθόν. Δεν τη βλέπει σαν μια ηρωίδα κλεισμένη αποκλειστικά σε ένα ιστορικό πλαίσιο. Βλέπει μέσα της μια διαχρονική αγωνία για ελευθερία. «Ζούμε σε μια κοινωνία που έχει κατακτήσει κάποια πράγματα, αλλά δεν τα έχει καταφέρει απόλυτα. Θέλει ακόμη δρόμο, θέλει δουλειά. Η ελευθερία παραμένει πολύ μεγάλη υπόθεση για μένα. Είναι πολύ σπουδαία λέξη. Την αγαπώ. Μακάρι όλος ο κόσμος να ένιωθε και να ήταν ελεύθερος».

Την Αντέλα δεν την προσεγγίζει μόνο ως μια θαρραλέα γυναίκα που αντιστέκεται, αλλά και ως ένα πλάσμα βαθιά απελπισμένο. «Νομίζω ότι ήταν βαθιά απελπισία. Δεν είχε χώρο, δεν είχε ελευθερία, δεν είχε βούληση μέσα σε εκείνο το σπίτι. Από την άλλη, ήταν και μια πράξη θάρρους το να αντισταθεί στη μητέρα με αυτόν τον τρόπο, να διεκδικήσει τη ζωή της, να ερωτευτεί, να έχει το θράσος να το αποκαλύψει. Ίσως το θάρρος να έφτανε και στο θράσος. Αλλά ναι, θεωρώ ότι ήταν και βαθιά απελπισμένη».

Για να φτάσει εκεί, δούλεψε τον ρόλο βιωματικά, προσπαθώντας να μπει στη θέση του. «Προσπαθούσα να φανταστώ πώς θα ένιωθα εγώ αν ήμουν στη θέση της. Επειδή προσωπικά δεν μου αρέσει η καταπίεση και αγαπώ πολύ την ελευθερία, προσπάθησα να την καταλάβω, να το συνειδητοποιήσω και μετά να το βγάλω στη σκηνή».

Σημαντική, όπως λέει, ήταν και η συμβολή του Ηλία Αναστασόπουλου, που της άφησε χώρο να βρει τη δική της εσωτερική γραμμή. «Με βοήθησε σε κάποια πράγματα, αλλά με άφησε και αρκετά ελεύθερη να την προσεγγίσω. Μου έδωσε κάποιες γενικές κατευθύνσεις και με βοήθησε να τη δω λίγο πιο ονειροπόλα, λίγο πιο φευγάτη, σαν ένα πρόσωπο που έχει συνεχώς στο μυαλό του αυτό που θέλει και προσπαθεί με κάθε τρόπο να το πετύχει».

Παρά τη δουλειά που έκανε, δεν ισχυρίζεται ότι κατέκτησε απόλυτα την ηρωίδα. «Δεν μπορώ να πω ότι την έχω προσεγγίσει απόλυτα. Δεν ξέρω αν θα μπορούσα κιόλας. Είναι ένα κλασικό, βαθύ κείμενο, με βαθύτερα νοήματα. Δεν θα έλεγα ότι την έχω φτάσει στο εκατό τοις εκατό, αλλά πιστεύω ότι την έχω προσεγγίσει σε μεγάλο βαθμό».

Και όταν μιλά για τη στιγμή που της αποκάλυψε πιο καθαρά ποια είναι η Αντέλα, στέκεται στις σκηνές όπου η ηρωίδα τα παίζει όλα για όλα. «Εκεί που λέει πως θα κάνει τα πάντα για τον άνθρωπο που αγαπά και ας χυμήξει όλο το χωριό επάνω της. Εκεί τα δίνει όλα για όλα. Και βέβαια στις δύο μεγάλες σκηνές στο τέλος, όταν συγκρούεται με τη μάνα και την αδελφή της. Εκεί πραγματικά τα παίζει όλα για όλα. Είναι σαν να λέει: ή εγώ ή αυτοί. Εκεί καταλαβαίνεις πολύ καθαρά ποια είναι».

H συμμετοχή της Άννας Κοκκίνου στην παράσταση της θεατρικής ομάδας του Πολιτιστικού Κέντρου Εργαζομένων και Συνταξιούχων ΟΤΕ Πάτρας ήταν μια συνάντηση με έναν ρόλο που απαιτεί πάθος, εσωτερικό σπάσιμο και αλήθεια. Και ίσως αυτό να είναι που μένει πιο έντονα από τα λόγια της: ότι η Αντέλα, μέσα από τη δική της φωνή, δεν ζητά απλώς να ακουστεί. Ζητά να ζήσει.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125