Μαρία Τσιάκα για διατροφικές διαταραχές: «Οι γονείς δεν πρέπει να γίνονται σύστημα υγείας μόνοι τους»

Με αφορμή την παρουσίαση ελληνικής έρευνας για τις διατροφικές διαταραχές στο διεθνές συνέδριο ICED 2026, η Δρ Μαρία Τσιάκα, PhD Psychological medicine, Kings College London και πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Διατροφικών Διαταραχών μιλά για τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στη φροντίδα και τον έλεγχο, για τις μητέρες που σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος και για την ανάγκη οι οικογένειες να μη μένουν μόνες απέναντι στη νόσο

Μαρία Τσιάκα για διατροφικές διαταραχές: «Οι γονείς δεν πρέπει να γίνονται σύστημα υγείας μόνοι τους»

Η φράση «το κάνω από αγάπη» ακούγεται συχνά μέσα στις οικογένειες. Στις διατροφικές διαταραχές, όμως, η αγάπη δεν αρκεί από μόνη της. Όταν ανακατεύεται με φόβο, ενοχή και πανικό, μπορεί να γίνει έλεγχος, υπερπροστασία, συνεχής επιτήρηση. Μπορεί να πνίξει εκείνον που ήδη παλεύει με μια σοβαρή ψυχική νόσο και να εξαντλήσει εκείνον που προσπαθεί να τον φροντίσει.

Η Δρ Μαρία Τσιάκα, PhD Psychological medicine, Kings College London και πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Διατροφικών Διαταραχών, μιλά στο pelop.gr με αφορμή την ελληνική ερευνητική εργασία που παρουσιάστηκε στο International Congress for Eating Disorders — ICED 2026, στη Χάγη. Η μελέτη, την οποία συνυπογράφει με την Έλενα Διέτη, εξετάζει τη συναισθηματική υπερεμπλοκή των φροντιστών στο ελληνικό και μεσογειακό πλαίσιο, εκεί όπου η οικογενειακή παρουσία είναι συχνά έντονη, άμεση και βαθιά συνδεδεμένη με την έννοια της ευθύνης.

Τα στοιχεία έχουν ενδιαφέρον και βάρος: στην έρευνα, το 91% των βασικών φροντιστών ήταν μητέρες. Ένα εύρημα που ανοίγει τη συζήτηση για το ποιος αναλαμβάνει τελικά τη φροντίδα μέσα στην ελληνική οικογένεια, ποιος αντέχει, ποιος σιωπά, ποιος εξαντλείται και ποιος καλείται να σταθεί όρθιος όταν όλα γύρω του μοιάζουν να απειλούνται.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η Μαρία Τσιάκα ξεχωρίζει τη φροντίδα από την ασφυξία, εξηγεί γιατί φράσεις όπως «μα γιατί δεν τρως;» μπορούν να πληγώσουν, μιλά για τον φόβο των γονιών όταν υπάρχει χαμηλό βάρος ή αυτοτραυματική συμπεριφορά και επιμένει σε ένα βασικό μήνυμα προς κάθε οικογένεια που βρίσκεται αντιμέτωπη με μια διατροφική διαταραχή: «Μην μείνετε μόνοι με αυτό».

Στην έρευνά σας μιλάτε για “συναισθηματική υπερεμπλοκή”. Στην ελληνική οικογένεια, όμως, η υπερεμπλοκή πολλές φορές μοιάζει με αγάπη. Πώς ξεχωρίζουμε το ένα από το άλλο;

Η αγάπη δεν είναι το πρόβλημα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η αγάπη, κάτω από τον φόβο, χάνει τα όριά της και μετατρέπεται σε συνεχή επιτήρηση, έλεγχο ή υπερπροστασία. Στην ελληνική οικογένεια η φροντίδα είναι βαθιά συνδεδεμένη με την εγγύτητα, την παρουσία και τη θυσία. Αυτό από μόνο του μπορεί να είναι πολύ προστατευτικό. Όμως στις διατροφικές διαταραχές, όπου ο γονιός φοβάται πραγματικά για τη ζωή του παιδιού του, αυτή η φροντίδα μπορεί εύκολα να γίνει υπερεμπλοκή.

Η διαφορά είναι ότι η φροντίδα ενδυναμώνει, ενώ μερικές φορες η υπερεμπλοκή μπορεί να πνιγεί η να αφαιρεί χώρο.Όμως στην έρευνα μας φάνηκε ότι οι γονείς ατόμων με νευρική ανορεξία έχουν αυξημένη υπερεμπλοκή όπως συμβαίνει σε όλους τους γονείς παιδιών που η ζωή τους «κρέμεται από μια κλωστή» Η φροντίδα λέει: «Είμαι εδώ μαζί σου». Η υπερεμπλοκή, χωρίς να το θέλει, λέει: «Δεν αντέχω να σε δω να δυσκολεύεσαι, άρα πρέπει να ελέγξω τα πάντα, χωρίς να ξέρω πώς να το κάνω επικοδομητικά και παραγωγικά». Δεν μιλάμε λοιπόν για λιγότερη αγάπη, αλλά για αγάπη που χρειάζεται καθοδήγηση, όρια και εκπαίδευση, ώστε να γίνει θεραπευτική και όχι ασφυκτική.

Πού τελειώνει η φροντίδα και πού αρχίζει η ασφυξία, όταν ένας γονιός βλέπει το παιδί του να παλεύει με μια διατροφική διαταραχή;

Η φροντίδα τελειώνει και η ασφυξία αρχίζει όταν ο γονιός δεν μπορεί πλέον να ξεχωρίσει το παιδί του από τη διατροφική διαταραχή. Όταν κάθε βλέμμα, κάθε σχόλιο, κάθε γεύμα και κάθε αλλαγή στο σώμα γίνεται πεδίο ελέγχου. Ο γονιός μπορεί να το κάνει από αγωνία, αλλά ο ασθενής το βιώνει συχνά ως πίεση, κριτική ή απώλεια αυτονομίας.

Στις διατροφικές διαταραχές χρειάζεται μια πολύ λεπτή ισορροπία. Δεν λέμε στους γονείς «μην εμπλέκεστε». Αντίθετα, η οικογένεια είναι βασικός πύλωνας της θεραπείας. Τους εκπαιδεύουμε όμως να εμπλέκονται με τρόπο σταθερό, ήρεμο και υποστηρικτικό. Να είναι παρόντες, και παρεμβατικοί όταν χρειάζεται. Να κρατούν τα όρια, χωρίς να ενδίδουν σε συμπεριφορές της νόσου.

Μήπως έχουμε μάθει να θεωρούμε “καλή μητέρα” εκείνη που αντέχει τα πάντα, ελέγχει τα πάντα και δεν παραδέχεται ποτέ πόσο καταρρέει η ίδια;

Ναι, και αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό πολιτισμικό ζήτημα. Στην ελληνική οικογένεια η μητέρα συχνά αναλαμβάνει τον ρόλο του υπερανθρώπου που πρέπει να αντέξει, να προβλέψει, να οργανώσει, να προστατεύσει και να μη λυγίσει. Αυτό όμως δημιουργεί τεράστιο ψυχικό φόρτο. Στην κλινική πράξη βλέπουμε μητέρες που είναι εξαντλημένες, φοβισμένες και μόνες, αλλά δυσκολεύονται να το πουν γιατί νιώθουν ότι αν καταρρεύσουν, αποτυγχάνουν ως μητέρες.

Η “καλή μητέρα” όμως δεν είναι εκείνη που δεν έχει όρια. Είναι εκείνη που μπορεί να αγαπά, να φροντίζει, αλλά και να ζητά βοήθεια. Η αναγνώριση της εξάντλησης δεν είναι αδυναμία. Είναι προϋπόθεση για να μπορέσει ο γονιός να συνεχίσει να στηρίζει το παιδί του με πιο καθαρό, πιο σταθερό και πιο θεραπευτικό τρόπο.

Στην έρευνα το 91% των βασικών φροντιστών ήταν μητέρες. Τι μας λέει αυτό για το ποιος σηκώνει τελικά το βάρος της φροντίδας μέσα στην ελληνική οικογένεια;

Το εύρημα αυτό δείχνει κάτι που βλέπουμε πολύ συχνά και στην πράξη: η φροντίδα εξακολουθεί να βαραίνει κυρίως τις μητέρες. Όχι επειδή οι πατέρες δεν αγαπούν ή δεν ανησυχούν, αλλά επειδή οι οικογενειακοί ρόλοι, οι κοινωνικές προσδοκίες και η καθημερινή οργάνωση της φροντίδας συχνά τοποθετούν τη μητέρα στην πρώτη γραμμή.

Αυτό έχει συνέπειες. Όταν ένας γονιός σηκώνει σχεδόν μόνος του το βάρος, αυξάνεται η εξάντληση, η αγωνία και η πιθανότητα να περάσει από τη φροντίδα στον έλεγχο. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να εμπλέκουμε όλη την οικογένεια στη θεραπεία. Οι πατέρες, τα αδέλφια και οι σημαντικοί άλλοι συγγενείς δεν πρέπει να μένουν περιφερειακοί. Η διατροφική διαταραχή επηρεάζει όλο το οικογενειακό σύστημα και η θεραπευτική απάντηση χρειάζεται επίσης να είναι συστημική.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα είναι ότι οι φροντιστές με μεγαλύτερη συναισθηματική υπερεμπλοκή δήλωναν μικρότερη αλλαγή στη δική τους ζωή. Δηλαδή όσο περισσότερο εμπλέκονται, τόσο λιγότερο αναγνωρίζουν τι τους συμβαίνει;

Αυτό είναι ένα πολύ ενδιαφέρον και κλινικά σημαντικό εύρημα. Μπορεί να σημαίνει ότι όταν ένας φροντιστής είναι υπερβολικά απορροφημένος από την κατάσταση του ασθενούς, δυσκολεύεται να δει τη δική του επιβάρυνση. Είναι σαν η ζωή του να οργανώνεται γύρω από τη διαταραχή, αλλά επειδή αυτό γίνεται σταδιακά και μέσα από αγάπη, δεν το αναγνωρίζει πάντα ως αλλαγή ή ως κόστος.

Πολλοί γονείς λένε: «Δεν έχει σημασία τι περνάω εγώ, αρκεί να γίνει καλά το παιδί μου». Αυτό είναι ανθρώπινο, αλλά μπορεί να γίνει επικίνδυνο. Γιατί ένας εξαντλημένος φροντιστής δεν μπορεί να παραμείνει σταθερός για πολύ. Η θεραπεία λοιπόν δεν πρέπει να φροντίζει μόνο τον ασθενή, αλλά και το οικογενειακό περιβάλλον. Όταν ο γονιός αρχίζει να αναγνωρίζει τι του συμβαίνει, δεν απομακρύνεται από το παιδί του• γίνεται πιο διαθέσιμος, πιο ψύχραιμος και πιο αποτελεσματικός.

Όταν υπάρχει χαμηλός δείκτης μάζας σώματος ή αυτοτραυματική συμπεριφορά, ο φόβος της οικογένειας γίνεται σχεδόν αντανακλαστικός. Πώς εκπαιδεύεις έναν γονιό να μη μετατρέπει τον φόβο σε συνεχή έλεγχο;

Πρώτα απ’ όλα δεν ακυρώνουμε τον φόβο. Ο φόβος του γονιού σε αυτές τις περιπτώσεις είναι πραγματικός και συχνά δικαιολογημένος. Όταν υπάρχει χαμηλό βάρος, ιατρικός κίνδυνος ή αυτοτραυματική συμπεριφορά, η οικογένεια ζει σε κατάσταση συναγερμού. Το ζητούμενο δεν είναι να μη φοβάται ο γονιός, αλλά να μπορεί να διαχειριστεί τον φόβο του.

Η εκπαίδευση των γονέων είναι κομβικής σημασίας. Τους βοηθάμε να ξεχωρίζουν τον κίνδυνο που χρειάζεται άμεση παρέμβαση από την αγωνία που οδηγεί σε υπερέλεγχο. Τους δίνουμε συγκεκριμένα εργαλεία επικοινωνίας, τρόπους υποστήριξης στο γεύμα, οδηγίες για το πώς να παραμένουν ήρεμοι και σταθεροί, και κυρίως τους μαθαίνουμε να μην αντιδρούν μόνο στο σύμπτωμα, αλλά να βλέπουν τι κρύβεται πίσω από αυτό: φόβος, ντροπή, ακαμψία, ανάγκη για έλεγχο, δυσκολία ρύθμισης του άγχους. Ο στόχος είναι ο γονιός να περάσει από το «σε ελέγχω γιατί φοβάμαι» στο «σε στηρίζω με σταθερότητα γιατί καταλαβαίνω πόσο δύσκολο είναι».

Ποια είναι η πιο συνηθισμένη φράση που λένε οι γονείς από αγάπη, αλλά μπορεί να πληγώσει ή να δυσκολέψει έναν άνθρωπο με διατροφική διαταραχή;

Μία πολύ συνηθισμένη φράση είναι: «Μα γιατί δεν τρως; Είναι τόσο απλό». Για τον γονιό μπορεί να ακούγεται λογικό, γιατί βλέπει το φαγητό ως λύση. Για τον άνθρωπο με διατροφική διαταραχή όμως, το γεύμα μπορεί να βιώνεται νευροβιολογικά σαν απειλή. Δεν είναι θέμα πείσματος, κακής συμπεριφοράς ή απλής επιλογής. Είναι μια στιγμή έντονου άγχους, φόβου, ενοχής και εσωτερικής σύγκρουσης.

Άλλες φράσεις που μπορεί να δυσκολέψουν είναι: «Μας καταστρέφεις», «Κοίτα πώς έχεις γίνει», «Αν μας αγαπούσες, θα προσπαθούσες» ή «Φάε για μένα». Αυτές οι φράσεις λέγονται συχνά μέσα από απόγνωση, αλλά μπορεί να αυξήσουν το φόβο, τη ντροπή και την ενοχή. Πιο βοηθητικό είναι να πει ο γονιός: «Ξέρω ότι αυτό είναι πολύ δύσκολο για σένα. Δεν θα αφήσουμε τη διαταραχή να σου καταστέψει τη ζωή και τα όνειρα σου. Θα το περάσουμε μαζί, βήμα-βήμα».

Οι διατροφικές διαταραχές συχνά διαβάζονται επιφανειακά ως θέμα βάρους, εμφάνισης ή πειθαρχίας. Τι χάνουμε όταν μένουμε εκεί;

Αν μείνουμε μόνο στο βάρος, αγνοούμε τη φύση της άσθενειας η οποία είναι πολυπαραγοντική.Το βάρος είναι κρίσιμος δείκτης σωματικής ασφάλειας, αλλά δεν αρκεί για να εξηγήσει γιατί η διαταραχή επιμένει. Στις διατροφικές διαταραχές, η τροφή, το σώμα και η αύξηση βάρους μπορεί να ενεργοποιούν έντονα συστήματα απειλής στον εγκέφαλο, να αυξάνουν το άγχος, να διαταράσσουν την αντίληψη των σωματικών σημάτων και να ενισχύουν άκαμπτες ή επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές ελέγχου.

Για πολλούς ασθενείς, η διατροφική διαταραχή δεν είναι απλώς μια επιλογή ή μια εμμονή με το σώμα. Συχνά λειτουργεί ως ένας δυσλειτουργικός τρόπος ρύθμισης συναισθημάτων που βιώνονται ως αβάσταχτα. Ο περιορισμός, ο έλεγχος της τροφής ή οι διατροφικές τελετουργίες μπορεί προσωρινά να μειώνουν την εσωτερική ένταση και να δημιουργούν μια αίσθηση ασφάλειας ή προβλεψιμότητας. Νευροβιολογικά, αυτό σημαίνει ότι η συμπεριφορά μπορεί να ενισχύεται όχι επειδή βοηθά πραγματικά τον άνθρωπο, αλλά επειδή μειώνει άμεσα το άγχος και την αίσθηση απειλής.

Γι’ αυτό η θεραπεία χρειάζεται βεβαίως να αποκαταστήσει τη σωματική υγεία και τη θρέψη, αλλά δεν μπορεί να σταματήσει εκεί. Χρειάζεται ταυτόχρονα να βοηθήσει τον άνθρωπο να κατανοήσει τι εξυπηρετούσε η διαταραχή, πώς το νευρικό του σύστημα αντιδρά στην τροφή, στο σώμα και στα συναισθήματα, και πώς μπορεί σταδιακά να αναπτύξει νέους τρόπους ασφάλειας, σύνδεσης και αυτορρύθμισης. Η ανάρρωση δεν είναι μόνο η αποκατάσταση του βάρους• είναι και η εκπαίδευση του εγκεφάλου και του σώματος να αντέχουν την τροφή, την αλλαγή και το συναίσθημα χωρίς να χρειάζονται πια τη διαταραχή ως μέσο επιβίωσης.

Έχουμε στην Ελλάδα επαρκείς δομές για τις διατροφικές διαταραχές ή οι οικογένειες καλούνται συχνά να γίνουν “σύστημα υγείας” μόνες τους;

Στην Ελλάδα οι οικογένειες συχνά σηκώνουν πολύ μεγαλύτερο βάρος από αυτό που θα έπρεπε. Οι διατροφικές διαταραχές είναι σοβαρές ψυχικές διαταραχές με σημαντικές ιατρικές, ψυχολογικές και οικογενειακές συνέπειες. Χρειάζονται εξειδικευμένες, διεπιστημονικές δομές, με ψυχολόγους, ψυχιάτρους, διαιτολόγους, γιατρούς και οικογενειακή υποστήριξη.

Όταν αυτές οι δομές δεν είναι επαρκείς ή δεν είναι εύκολα προσβάσιμες, η οικογένεια αναγκάζεται να γίνει συντονιστής, νοσηλευτής, θεραπευτής, παρατηρητής και πολλές φορές “φύλακας” του ασθενούς. Αυτό δεν είναι βιώσιμο. Οι γονείς χρειάζονται εκπαίδευση και συμμετοχή, αλλά δεν πρέπει να υποκαθιστούν το σύστημα υγείας. Χρειαζόμαστε περισσότερη εξειδίκευση, έγκαιρη παρέμβαση, δημόσιες και ιδιωτικές συνεργασίες, και δομές που να στηρίζουν όχι μόνο τον ασθενή αλλά και τους φροντιστές.

Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που θα λέγατε σε έναν γονιό που μόλις συνειδητοποιεί ότι το παιδί του έχει διατροφική διαταραχή και νιώθει πανικό;

Θα του έλεγα πρώτα: «Μην μείνετε μόνοι με αυτό». Ο πανικός είναι ανθρώπινος, αλλά δεν πρέπει να γίνει ο οδηγός των αποφάσεων. Η διατροφική διαταραχή χρειάζεται άμεση, εξειδικευμένη και ψύχραιμη αντιμετώπιση. Όχι κατηγορίες, όχι ντροπή, όχι αναμονή μέχρι “να περάσει μόνο του”.

Θα του έλεγα επίσης: «Δεν φταίτε απλά επειδή είστε γονιός, αλλά ο ρόλος σας μπορεί να γίνει καθοριστικός στη θεραπεία». Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Οι γονείς συχνά έρχονται γεμάτοι ενοχή. Η ενοχή όμως τους παραλύει. Η ενημέρωση και η εκπαίδευση τους ενεργοποιεί.

Το πρώτο βήμα είναι να ζητήσουν αξιολόγηση από εξειδικευμένους επαγγελματίες. Να μην επικεντρωθούν μόνο στο “φάε” ή “μην κάνεις αυτό”, αλλά να προσπαθήσουν να καταλάβουν ότι το παιδί τους παλεύει με κάτι πολύ πιο σύνθετο. Και να θυμούνται ότι η σταθερή, ήρεμη, εκπαιδευμένη παρουσία τους μπορεί να γίνει ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες ανάρρωσης.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125