Ο δημιουργός σε ρόλο «απατημένου» συζύγου

Του Ντίνου Λασκαράτου*
Το 1859 έκανε πρεμιέρα στο Αμβούργο το κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα νο. 1, του Γερμανού συνθέτη Γιοχάννες Μπραμς (1833-1897). Σολίστας ήταν ο ίδιος ο Μπραμς. Πολλά χρόνια αργότερα, το 1962, στη Νέα Υόρκη, παίχτηκε το ίδιο κοντσέρτο με σολίστα τον εκκεντρικό, αλλά ιδιοφυή πιανίστα Γκλεν Γκούλντ και μαέστρο τον μεγάλο Λέοναρντ Μπερνστάιν (Γουέστ Σάιντ Στόρυ). Ο Γκούλντ είχε τις απόψεις του για την ερμηνεία του έργου. Συγκεκριμένα ήθελε μια πολύ πιο αργή χρονική αγωγή (Tempo) του έργου από την κλασική. Ο Μπερνστάιν σε μια σπάνια δήλωση μαέστρου ζωντανά προς το κοινό, χαρακτήρισε «ανορθόδοξες» τις ιδέες του Γκούλντ, μάλιστα έθεσε και το πιασάρικο δίλημμα: ποιος είναι το αφεντικό στη συναυλία, ο σολίστας ή ο μαέστρος; Ο Μπερνστάιν δεν τοποθετήθηκε σαφώς, διηύθυνε όμως το έργο σύμφωνα τις απόψεις του Γκούλντ. Και γεννάται το ερώτημα φίλες και φίλοι. Τον συνθέτη, τον δημιουργό του έργου, τον Γιοχάννες Μπραμς, τον ρώτησε κανείς; Τις οδηγίες, μεταξύ άλλων, για τα tempi του έργου, στον βρόντο τις έδωσε ο συνθέτης; Γι’ αυτό και ο νομοθέτης ξεχωρίζει το περιουσιακό δικαίωμα στο έργο από το ηθικό που το θεωρεί αμεταβίβαστο, ακόμα και αν έχει μεταβιβαστεί το περιουσιακό δικαίωμα. Λες και το έργο «υπάρχει» κιόλας σαν αυθύπαρκτη τέλεια πλατωνική «ιδέα» σε κάποιες άγνωστες διαστάσεις του «χώρου» και ο γήινος δημιουργός (π.χ. Μότσαρτ) παλεύει να το «κατεβάσει» όσο γίνεται ατόφιο στην ανθρώπινη δυνατότητα αντίληψης. Αλλωστε, το ίδιο το έργο περνάει από σαράντα κύματα μέχρι να παρουσιαστεί στο κοινό. Ο θεατρικός συγγραφέας, ας πούμε, οραματίζεται ένα έργο, αλλά γράφει ένα δεύτερο. Ο σκηνοθέτης στήνει ένα τρίτο, οι ηθοποιοί ερμηνεύουν ένα τέταρτο, ο κριτικός αναλύει ένα πέμπτο και το κοινό «βλέπει» ένα έκτο έργο.
Υπάρχουν όμως και χειρότερα, άλλο να ερμηνεύει ένας γίγας (Γκούλντ) το έργο ενός άλλου γίγαντα (Μπραμς), έστω μέχρι παρεξηγήσεως, και πιο λαϊκά να του αλλάζει τα φώτα, και άλλο να αλλάζει τα φώτα στο σενάριο στις πρόβες ενός θεατρικού έργου στο Μπροντγουέι, απογειώνοντας μάλιστα το κείμενο (!) ένας… γκάνκστερ. Υπέροχη μυθοπλασία που μας σερβίρει ο Γούντυ Αλλεν, ο δημιουργός του θεατρικού έργου και κατόπιν συνσεναριογράφος και σκηνοθέτης της οσκαρικής ταινίας «σφαίρες πάνω από το Μπροντγουέι» του 1994.
Στις «σφαίρες», ένας θεατρικός συγγραφέας το 1928, πασχίζει να βρει χρηματοδότη για να ανεβάσει έργο του στη θεατρική πιάτσα αξιώσεων της Νέας Υόρκης στην οδό Μπροντγουέι. Βρίσκει τελικά έναν που έχει ένα προσόν και δύο ελαττωματάκια. Το προσόν είναι η πλουσιοπάροχη χρηματοδότηση του έργου. Το πρώτο ελαττωματάκι είναι ότι ο χρηματοδότης είναι ολίγον τι μεγαλογκάνκστερ, και το δεύτερο ότι η ατάλαντη φιλενάδα του θα πρέπει να είναι σε αξιοπρεπή θέση στη διανομή των ρόλων (ελληνιστί «καστ»), επιπλέον δε, θα έχει «σκιά» της έναν σωματοφύλακα της φαμίλιας του χρηματοδότη. Τον ρόλο του σωματοφύλακα ερμηνεύει πειστικά ο σιτσιλιάνικης (!) καταγωγής ηθοποιός Καλότζερο (Chazz) Παλμιντέρι που στην ταινία ακούει στο παρατσούκλι Τσητς (Cheech). Ο Τσητς παρακολουθεί τις πρόβες με όλο και περισσότερο ενδιαφέρον που καταλήγει σε δημιουργικό πάθος, παρεμβαίνοντας στο σενάριο με ιδιοφυείς υποδείξεις, και το έργο απογειώνεται. Εδώ ο Γούντυ Αλλεν αυτοσαρκαζόμενος κατακρημνίζει την αυθεντία του δημιουργού και φωτίζει το συμπαγές ταλέντο ενός ανθρώπου που με «γράμματα» της έκτης δημοτικού όχι απλά σώζει, αλλά εξυψώνει ένα θεατρικό έργο. Εδώ μάλιστα ο «απατημένος» δημιουργός κάθεται δίπλα-δίπλα στις πρόβες με τον αντεραστή του στη δημιουργία. Το χαοτικό τέλος του έργου επιτρέψτε μου να μη σας το πω. Και μια συμβουλή: Να κυνηγάτε την τελειότητα, αλλά να μη στενοχωριέστε που δεν θα τη φθάσετε. (παράφραση τσιτάτου του Salvator Dali).
*Ο Ντίνος Λασκαράτος είναι επίτιμος δικηγόρος.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News