Ζάχαρη στα τρόφιμα: Πώς διαβάζουμε σωστά τις ετικέτες και τι πρέπει να προσέχουμε
Τι διαφορά έχουν τα συνολικά από τα πρόσθετα σάκχαρα, ποιες ονομασίες πρέπει να προσέχουμε στις συσκευασίες και πώς συγκρίνουμε τα προϊόντα στο σούπερ μάρκετ
Η ζάχαρη βρίσκεται σε πολλά από τα τρόφιμα που καταναλώνουμε καθημερινά, από τα αναψυκτικά και τα γλυκά μέχρι τα δημητριακά πρωινού, τα γιαούρτια με γεύσεις και τις έτοιμες σάλτσες. Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, η παρουσία της δεν είναι εύκολο να γίνει αντιληπτή μόνο από τη γεύση ή από την εικόνα της συσκευασίας.
Η σωστή ανάγνωση των διατροφικών ετικετών αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία για όσους θέλουν να ελέγχουν την πρόσληψη ζάχαρης και να κάνουν πιο συνειδητές επιλογές στο σούπερ μάρκετ. Ωστόσο, για να αξιολογηθεί σωστά ένα προϊόν, δεν αρκεί να κοιτάξει κανείς μόνο τη λέξη «σάκχαρα» στον διατροφικό πίνακα. Χρειάζεται να γνωρίζει τη διαφορά ανάμεσα στα συνολικά και στα πρόσθετα σάκχαρα, να αναγνωρίζει τις διαφορετικές ονομασίες τους στα συστατικά και να συγκρίνει προϊόντα με βάση την ίδια ποσότητα.
Συνολικά και πρόσθετα σάκχαρα: Ποια είναι η διαφορά;
Ένα από τα συχνότερα λάθη κατά την ανάγνωση μιας ετικέτας είναι η αντιμετώπιση όλων των σακχάρων ως ίδιας κατηγορίας. Στην πραγματικότητα, τα σάκχαρα που περιέχει ένα τρόφιμο μπορεί να προέρχονται είτε από φυσικά συστατικά του είτε από την προσθήκη γλυκαντικών συστατικών κατά την παραγωγή του.
Τα συνολικά σάκχαρα περιλαμβάνουν τα σάκχαρα που υπάρχουν φυσικά στα συστατικά ενός προϊόντος, αλλά και εκείνα που έχουν προστεθεί κατά την παρασκευή του. Στην ευρωπαϊκή διατροφική επισήμανση, η ένδειξη «εκ των οποίων σάκχαρα» στον πίνακα διατροφικής δήλωσης αναφέρεται στα συνολικά σάκχαρα.
Για παράδειγμα, το απλό γάλα περιέχει λακτόζη, ένα φυσικό σάκχαρο, ενώ τα φρούτα περιέχουν φυσικά σάκχαρα, κυρίως γλυκόζη, φρουκτόζη και σακχαρόζη.
Τα πρόσθετα σάκχαρα, από την άλλη πλευρά, είναι εκείνα που προστίθενται σε τρόφιμα και ποτά κατά την παραγωγή, την παρασκευή ή το μαγείρεμα. Σε αυτά περιλαμβάνονται η κοινή ζάχαρη, η γλυκόζη, τα σιρόπια και άλλα γλυκαντικά συστατικά που προσφέρουν σάκχαρα.
Η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή δύο προϊόντα με την ίδια ποσότητα συνολικών σακχάρων μπορεί να έχουν διαφορετική σύνθεση. Ένα φυσικό γιαούρτι, για παράδειγμα, περιέχει λακτόζη, ενώ ένα γιαούρτι με γεύση μπορεί να περιέχει επιπλέον ζάχαρη ή σιρόπι.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο υποχρεωτικός διατροφικός πίνακας αναγράφει τα συνολικά σάκχαρα, όχι ξεχωριστά τα πρόσθετα. Επομένως, για να διαπιστωθεί αν έχει προστεθεί ζάχαρη, ο καταναλωτής πρέπει να ελέγξει και τον κατάλογο των συστατικών.
Ποιες ονομασίες ζάχαρης πρέπει να αναγνωρίζουμε στις συσκευασίες
Η ζάχαρη δεν αναγράφεται πάντα στον κατάλογο των συστατικών με την ονομασία που χρησιμοποιούμε καθημερινά. Μπορεί να εμφανίζεται με διαφορετικούς όρους, ανάλογα με το συστατικό που χρησιμοποιείται για τη γλυκιά γεύση του προϊόντος.
Ορισμένες από τις συνηθέστερες ονομασίες που αξίζει να προσέχουν οι καταναλωτές είναι:
- Ζάχαρη και σακχαρόζη: Η κοινή λευκή ζάχαρη, η οποία μπορεί να αναγράφεται απλώς ως «ζάχαρη» ή ως σακχαρόζη.
- Γλυκόζη και δεξτρόζη: Μορφές σακχάρων που χρησιμοποιούνται σε διάφορα επεξεργασμένα τρόφιμα.
- Φρουκτόζη: Σάκχαρο που υπάρχει φυσικά στα φρούτα, αλλά μπορεί να προστίθεται και ως συστατικό.
- Μαλτόζη: Σάκχαρο που μπορεί να χρησιμοποιείται σε προϊόντα αρτοποιίας και άλλα τρόφιμα.
- Σιρόπι γλυκόζης ή σιρόπι γλυκόζης-φρουκτόζης: Συστατικά που χρησιμοποιούνται σε γλυκά, μπισκότα, δημητριακά και ποτά.
- Μέλι και σιρόπια: Το μέλι, το σιρόπι αγαύης, το σιρόπι σφενδάμου και η μελάσα μπορεί να θεωρούνται πιο φυσικές επιλογές, αλλά εξακολουθούν να συνεισφέρουν σάκχαρα.
- Συμπυκνωμένος χυμός φρούτων: Μπορεί να χρησιμοποιείται για γλυκαντικό σκοπό σε συσκευασμένα τρόφιμα, ακόμη και όταν η συσκευασία προβάλλει την παρουσία φρούτων.
Η παρουσία ενός τέτοιου συστατικού δεν σημαίνει αυτομάτως ότι το προϊόν είναι ακατάλληλο για κατανάλωση. Σημασία έχουν η συνολική σύνθεση, η ποσότητα των σακχάρων και η συχνότητα κατανάλωσης.
Ένα ακόμη στοιχείο που χρειάζεται προσοχή είναι η σειρά των συστατικών. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα συστατικά αναγράφονται κατά φθίνουσα σειρά βάρους, δηλαδή εκείνο που χρησιμοποιείται σε μεγαλύτερη ποσότητα εμφανίζεται πρώτο. Εάν η ζάχαρη ή κάποιο σιρόπι βρίσκεται στις πρώτες θέσεις, αποτελεί ένδειξη ότι συμμετέχει σε σημαντικό βαθμό στη σύνθεση του προϊόντος.
Τι σημαίνουν οι ενδείξεις «χωρίς ζάχαρη» και «χωρίς προσθήκη ζάχαρης»
Οι ισχυρισμοί που εμφανίζονται στο μπροστινό μέρος της συσκευασίας μπορούν να βοηθήσουν στην επιλογή ενός προϊόντος, αλλά χρειάζεται να ερμηνεύονται σωστά.
«Χωρίς ζάχαρη» ή «χωρίς σάκχαρα» σημαίνει ότι το τρόφιμο δεν περιέχει περισσότερα από 0,5 γραμμάρια σακχάρων ανά 100 γραμμάρια ή 100 ml, σύμφωνα με τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ένδειξη δεν σημαίνει ότι το προϊόν δεν περιέχει θερμίδες ή ότι δεν έχει άλλα συστατικά που χρειάζεται να αξιολογηθούν.
«Χωρίς προσθήκη ζάχαρης» σημαίνει ότι δεν έχουν προστεθεί στο προϊόν μονοσακχαρίτες ή δισακχαρίτες ούτε άλλα τρόφιμα που χρησιμοποιούνται για τις γλυκαντικές τους ιδιότητες. Εάν υπάρχουν φυσικά σάκχαρα, η συσκευασία πρέπει να αναφέρει ότι το προϊόν περιέχει φυσικά σάκχαρα.
Αυτό σημαίνει ότι ένα προϊόν χωρίς προσθήκη ζάχαρης μπορεί να εξακολουθεί να περιέχει σάκχαρα από τα συστατικά του. Για παράδειγμα, ένας χυμός ή ένα προϊόν με φρούτα μπορεί να περιέχει φυσικά σάκχαρα, ακόμη κι αν δεν έχει προστεθεί κοινή ζάχαρη.
«Με γλυκαντικά» είναι μια διαφορετική ένδειξη. Ένα προϊόν μπορεί να περιέχει γλυκαντικές ύλες αντί για ζάχαρη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι συνολικά πιο θρεπτικό ή ότι πρέπει να καταναλώνεται χωρίς περιορισμό.
Οι ισχυρισμοί αυτοί διέπονται από συγκεκριμένους ευρωπαϊκούς κανόνες και δεν είναι απλώς διαφημιστικές διατυπώσεις.
Πώς συγκρίνουμε σωστά δύο προϊόντα στο σούπερ μάρκετ
Η σύγκριση των διατροφικών ετικετών είναι πιο αποτελεσματική όταν γίνεται με βάση τα ίδια δεδομένα. Ο πίνακας διατροφικής δήλωσης στα συσκευασμένα τρόφιμα αναγράφει υποχρεωτικά, μεταξύ άλλων, τους υδατάνθρακες και τα σάκχαρα ανά 100 γραμμάρια ή 100 ml. Συχνά παρέχονται επιπλέον στοιχεία ανά μερίδα, τα οποία μπορεί να διευκολύνουν τον καταναλωτή, αλλά εξαρτώνται από το μέγεθος της μερίδας που ορίζει ο παρασκευαστής.
Ας υποθέσουμε ότι κάποιος θέλει να επιλέξει δημητριακά πρωινού ή ένα γιαούρτι με γεύση. Μπορεί να ακολουθήσει τρία απλά βήματα:
- Ελέγχει τα σάκχαρα ανά 100 γραμμάρια ή 100 ml. Έτσι συγκρίνει προϊόντα στην ίδια βάση, χωρίς να επηρεάζεται από τις διαφορετικές μερίδες που αναγράφονται στις συσκευασίες.
- Διαβάζει τον κατάλογο συστατικών. Εξετάζει εάν αναγράφονται ζάχαρη, σιρόπια ή άλλες γλυκαντικές πρώτες ύλες και σε ποια θέση βρίσκονται.
- Ελέγχει το μέγεθος της μερίδας που καταναλώνει. Ένα προϊόν με μέτρια περιεκτικότητα σε σάκχαρα μπορεί να συνεισφέρει αρκετά γραμμάρια όταν καταναλώνεται σε μεγάλη ποσότητα.
Για μια πιο πρακτική αξιολόγηση, οι οδηγίες του βρετανικού NHS χαρακτηρίζουν ένα τρόφιμο στερεής μορφής ως χαμηλό σε σάκχαρα όταν περιέχει έως 5 γραμμάρια ανά 100 γραμμάρια και ως υψηλό όταν περιέχει πάνω από 22,5 γραμμάρια ανά 100 γραμμάρια. Για τα ποτά, τα αντίστοιχα όρια είναι έως 2,5 γραμμάρια και πάνω από 11,25 γραμμάρια ανά 100 ml. Πρόκειται για χρήσιμα ενδεικτικά όρια του συγκεκριμένου συστήματος αξιολόγησης, όχι για ξεχωριστή υποχρεωτική ευρωπαϊκή χρωματική σήμανση.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
