Εύα Μιχάλη: «Η “Λούπα” μιλά για τη ζωή που ζούμε χωρίς να την έχουμε επιλέξει»
Η Εύα Μιχάλη μιλά για τη «Λούπα» της Εύης Κολιαδήμα, μια παράσταση που ακουμπά τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στη λογική και την τρέλα, τα «πρέπει» που κουβαλά ο άνθρωπος από μικρός, την ανάγκη αυτογνωσίας και την ψυχική υγεία. Με αφορμή την παρουσία της παράστασης στην Πάτρα και συγκεκριμένα στο Επίκεντρο+, η ίδια μιλά και για τη δική της σχέση με την πόλη, αλλά και για την προσωπική εμπειρία που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο βλέπει τη ζωή.

Η «Λούπα» της Εύης Κολιαδήμα, σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Λιακόπουλου, είναι ένα ψυχολογικό ταξίδι γύρω από έναν άνθρωπο που ζει εγκλωβισμένος στα «πρέπει» των άλλων, μέχρι τη στιγμή που μια απρόβλεπτη συνάντηση τον αναγκάζει να κοιτάξει κατάματα όσα απέφευγε.
Η γραμμή ανάμεσα στο «φυσιολογικό» και στο «μη φυσιολογικό» θολώνει, η αγάπη εμφανίζεται ως θεραπευτική δύναμη και η παράσταση ανοίγει μια ουσιαστική συζήτηση για την ψυχική υγεία, τις ανθρώπινες σχέσεις και τη ζωή που τελικά επιλέγουμε ή αφήνουμε να επιλεγεί για εμάς.
Η Εύα Μιχάλη μιλά στο pelop.gr για το έργο, για τον εγκλωβισμό του σύγχρονου ανθρώπου, για την ανάγκη να αγαπήσουμε πρώτα τον εαυτό μας, αλλά και για τη δική της προσωπική διαδρομή μέσα από μια σοβαρή περιπέτεια υγείας που την έκανε να δει αλλιώς τα πράγματα. Επιστρέφοντας θεατρικά στην Πάτρα, την πόλη όπου ζει από τα φοιτητικά της χρόνια, μιλά με συγκίνηση για το κοινό της, την ανάγκη της πόλης για θέατρο και για μια παράσταση που, όπως λέει, μπορεί να κάνει τον θεατή να σκεφτεί τη δική του ζωή.
Μιλάμε για τη «Λούπα», ένα έργο για έναν άνθρωπο που ζει μια ζωή φτιαγμένη από τα «πρέπει» των άλλων. Πόσο σημερινό και πόσο επικίνδυνα οικείο είναι τελικά αυτό;
Δεν είναι απλώς σημερινό. Είναι η ζωή μας, η ζωή μας ολόκληρη. Είναι αυτό που μας χωρίζει από τη λογική και την τρέλα: μια λεπτή κλωστή, μια παράξενη και δύσκολη ισορροπία, που πολύ εύκολα μπορείς να περάσεις από τη μία μεριά στην άλλη.
Η καταπίεση που υπάρχει σήμερα, ο τρόπος που ζούμε, το άγχος μας, οι δουλειές, η κατάσταση στον κόσμο γενικότερα, όλα αυτά μπορούν πολύ εύκολα να κάνουν το μυαλό μας να ξεφύγει και να περάσει στο άλλο άκρο.
Στην περίπτωση του πρωταγωνιστή, βέβαια, αυτή η καταπίεση το πιο πιθανό είναι ότι ξεκινά από τα παιδικά του χρόνια. Έχει μάθει να ζει έτσι και αυτό συνεχίζεται και στην εργασία του και στη σχέση του με την αρραβωνιαστικιά του.
Πολλές φορές, όμως, μέσα από αυτό, αν σου πατηθεί αυτό το κουμπάκι της «τρέλας» που λέμε, μπορεί να κάνει και καλό στον εαυτό σου. Μπορεί να πατήσεις τα πόδια σου και να ισορροπήσεις τελικά. Στο έργο υπάρχει μια φράση που θέλει μεγάλη συζήτηση: «Η αγάπη θεραπεύει».
Είναι και μία φράση που ακούγεται λίγο κλισέ.
Ναι, ακούγεται, αλλά είναι μεγάλη αλήθεια. Αν αγαπήσω εγώ τον εαυτό μου, τότε θα μπορέσω να πάω παρακάτω και θα μπορέσουν και οι υπόλοιποι να με δουν διαφορετικά, να με αποδεχτούν και να με δουν αλλιώς.
Πρώτα πρέπει να αγαπάμε εμείς εμάς και μετά, στην πορεία, να προσπαθήσουμε να βοηθήσουμε και το σύνολο και την υπόλοιπη κατάσταση.
Στο έργο ο «λογικός» άνθρωπος μοιάζει πιο εγκλωβισμένος από εκείνον που θεωρείται εκτός πραγματικότητας. Είναι τελικά ο υποτιθέμενος τρελός πιο ελεύθερος;
Ζει με τις σκέψεις του, τις φωνάζει. Ζει τον δικό του κόσμο, αυτόν που έχει στο μυαλό του, στο κεφάλι του. Έναν κόσμο που είναι δικός του. Εκεί μπορεί να κάνει τα πράγματα που θέλει.
Οι υπόλοιποι, οι «λογικοί» σε εισαγωγικά, είμαστε πολλές φορές εγκλωβισμένοι σε πολλά πράγματα. Στα πρέπει, στα μη, σε καταστάσεις που δεν μας αφήνουν να πάμε παρακάτω. Απλώς τις δεχόμαστε και προχωράμε.
Με τη σκέψη του «τρελού», ή με μια δική μας τρελή σκέψη, μπορούμε να αφεθούμε λίγο ελεύθεροι. Μπορούμε να βοηθηθούμε. Και τελικά, είναι τρελός; Είναι ένας άνθρωπος που υπάρχει στο ψυχιατρείο; Ή δεν είναι; Αυτό είναι και το ερώτημα της παράστασης.
Η παράσταση μοιάζει να ρωτά αν τελικά ζούμε όπως θέλουμε πραγματικά ή όπως μας έμαθαν;
Νομίζω ότι ξεκινάμε και για πολλά χρόνια ζούμε όπως μας έμαθαν. Για να αλλάξουμε, θεωρώ ότι πρέπει να γίνουν πράγματα στη ζωή μας που θα μας ταρακουνήσουν.
Μιλάω και από προσωπική πείρα. Ζούσαμε μόνιμα σε άγχος και στρες, και από το 2022 και μετά, που συνέβη κάτι σοβαρό στην οικογένειά μας με την αδερφή μου, υπήρξε ακόμη περισσότερη πίεση. Δεν πέρασα στο άκρο της τρέλας, αλλά από το συνεχόμενο στρες και την πίεση του οργανισμού ασθένησα.
Έβαλα τον εαυτό μου σε αυτή τη διαδικασία και τελικά κατάλαβα, με άσχημο τρόπο, περνώντας έναν καρκίνο του μαστού, πώς μπορείς να βάλεις τον εαυτό σου και τον οργανισμό σου σε μια διαδικασία να τον αρρωστήσεις ουσιαστικά μόνος σου.
Από τη στιγμή που έγινε η διάγνωση και μετά, αποφάσισα ότι πρέπει να ζούμε, να είμαστε καλά, να χαμογελάμε και όλα τα άλλα ας πάρουν φωτιά. Να έχουμε την υγεία μας μόνο. Δεν με νοιάζει κάτι άλλο πραγματικά.
Μπορεί να ακούγεται λίγο αυτό που λέμε «υγεία να έχουμε», «υγεία πάνω απ’ όλα», αλλά τελικά δεν είναι και τόσο εύκολη ευχή.
Έχει άλλη βαρύτητα όταν το έχεις ζήσει.
Ακριβώς. Ζω στην Πάτρα από 21 ετών. Είμαι από την Αθήνα, κατέβηκα εδώ για σπουδές, παντρεύτηκα εδώ και έχουμε δύο επιχειρήσεις, δύο κουρεία στην Πάτρα.
Κάποια Χριστούγεννα, είπα σε έναν άνθρωπο «Καλά Χριστούγεννα, με υγεία» και μου απάντησε «δεν είναι το παν η υγεία». Δεν ήθελα να ανοίξω διάλογο, αλλά για έναν άνθρωπο που έχει βιώσει πόσο πολύτιμη είναι η υγεία και που υπήρξε περίπτωση να μην τα καταφέρει, αυτή είναι πολύ σοβαρή ευχή.
Είναι το μόνο πράγμα που εύχομαι πλέον σε όλο τον κόσμο. Τίποτα άλλο. Αυτό έχει σημασία.
Και η υγεία περιλαμβάνει και την ψυχική υγεία.
Αυτή είναι η πρώτη και η βασική. Η ψυχική μας υγεία είναι το πρώτο και το βασικό. Θεωρώ ότι μόνο με την ψυχική μας υγεία μπορούμε να πάμε παρακάτω και να αντιμετωπίσουμε όλα όσα θα μας έρθουν.
Πλέον, όμως, βιώνουμε αυτό που υπάρχει και στο έργο και είναι πραγματικά η ζωή μας σήμερα. Πόσες φορές δεν έχουμε αναρωτηθεί μεταξύ μας, σε παρέες, με συγγενείς, στον καφέ που πίνουμε: «Τι έχει γίνει; Έχει τρελαθεί ο κόσμος όλος;».
Δεν ακούς κάτι καλό. Ακούς πράγματα ακραία πλέον, και τα ακούς καθημερινά. Και τρεις και πέντε και δέκα φορές την ημέρα. Αυτό είναι το πιο εύκολο να ακούσεις πια.
Υπάρχει στο έργο και ένας υπόγειος θυμός απέναντι σε όσα επιβάλλονται στον άνθρωπο από μικρή ηλικία;
Ναι, υπάρχει θυμός και παράπονο στον πρωταγωνιστή. Το καταλαβαίνεις σε αρκετές στιγμές.
Ο ρόλος του «τρελού», ο κύριος Μαραγκός, τον παίζει καταπληκτικά. Είναι πολύ βοηθητικός, γιατί στην ουσία δεν είναι ακριβώς τρελός. Είναι σαν να είναι ο ψυχολόγος του Ζαχαρία, του πρωταγωνιστή. Είναι ένας άνθρωπος που τον βοηθάει. Δεν ακούγεται κάτι παράλογο. Είναι τόσο δεμένο όλο αυτό.
Ο πρωταγωνιστής έχει και θυμό και παράπονο. Ο θυμός όλος βγαίνει και στο τέλος, γιατί από παντού τρώει το ένα χαστούκι μετά το άλλο. Δεν υπάρχει αποδοχή από πουθενά. Από τη δουλειά του, από τη μητέρα του, από τη σύντροφό του. Δεν υπάρχει κάτι καλό να δει αυτός ο άνθρωπος.
Σε μια τόσο εσωτερική παράσταση, τι χρειάζεται περισσότερο ένας ηθοποιός; Έλεγχο ή την τόλμη να εκτεθεί;
Πρώτα απ’ όλα χρειάζεται τόλμη. Αυτή σε οδηγεί και σε βγάζει μπροστά. Ο έλεγχος πρέπει να υπάρχει, αλλά πρέπει να είσαι διατεθειμένος, εκεί που χρειάζεται, να τον αφήσεις λίγο και να ελευθερωθείς πάνω στη σκηνή.
Ο Αλέξανδρος Λιακόπουλος έχει κάνει μια εξαιρετική σκηνοθεσία στο έργο. Σου περνάει όλα τα μηνύματα που πρέπει να σου περάσει. Η συγγραφέας, η Εύη Κολιαδήμα, είναι ψυχοθεραπεύτρια, γι’ αυτό και το έργο έχει όλο αυτό το βάθος. Τα μηνύματα που περνάει είναι πολύ δυνατά και ο σκηνοθέτης τα έχει τονίσει.
Και όλοι οι ηθοποιοί συμβάλλουν σε αυτό. Ο Γιώργης Κοντοπόδης, που τον γνωρίζετε και από την παράσταση του «Κοιμώμενου Χαλεπά», ο Μιχάλης Μαραγκός, εξαιρετικός ηθοποιός και δάσκαλος, η Μαρία Παπαπάνου, που είναι η χαρά της ζωής μέσα στη συγκεκριμένη παράσταση, για να ελαφρύνει λίγο το κλίμα και να γελάσει και λίγο ο θεατής, και η Έφη Αληγεωργίου, που στο τέλος της παράστασης είναι κι εκείνη μια ανάσα, ένας διαφορετικός ρόλος.
Χρειαζόμασταν και την τόλμη και το μέτρο.
Τελικά η «Λούπα» είναι ένα έργο για την ψυχική υγεία ή ένα έργο για τη ζωή που ζούμε χωρίς να την έχουμε επιλέξει;
Είναι και τα δύο. Είναι μια μίξη. Είναι ένα έργο που περνάει μήνυμα για την ψυχική υγεία, για τους ανθρώπους που είναι άρρωστοι, που έχουν τα θέματά τους, και για το πώς θα μπορούσαν να βοηθηθούν περισσότερο. Όχι μόνο με τα φάρμακα και το «πέντε η ώρα ξαπλώνουμε, εννιά η ώρα κοιμόμαστε», αλλά με διαφορετικούς τρόπους. Στην προκειμένη περίπτωση, μέσα από την αγάπη. Γιατί λέει και το έργο ότι η αγάπη θεραπεύει.
Θα μπορούσαμε να βοηθήσουμε αυτούς τους ανθρώπους να ζουν φυσιολογικά. Γιατί ακόμη και στις ημέρες μας είναι ταμπού το ψυχιατρείο, η τρέλα, η ψυχική υγεία.
Όταν μας πονάει το πόδι μας, πάμε στον γιατρό να πάρουμε φάρμακα. Όταν νιώθουμε ότι καταρρέουμε ψυχολογικά, δεν θα πάμε εύκολα. Οι περισσότεροι δεν θα πάμε καθόλου. Κάποιοι θα το σκεφτούμε και μπορεί να καταλήξουμε εκεί, αν μας βγάλει ο δρόμος.
Επιστρέφετε θεατρικά στην Πάτρα, όπου βρίσκεται ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής σας. Αυτή η συνάντηση με την πόλη έχει μεγαλύτερο βάρος από μια απλή στάση της περιοδείας;
Ναι, εννοείται. Η Πάτρα είναι η ζωή μου. Από 18-19 χρονών που ήρθα φοιτήτρια, ζω εδώ. Έχω κάνει κάποια διαλείμματα, έχω επιστρέψει πίσω στην Αθήνα, όπου συνεργαζόμουν με τον Αλέξανδρο Λιακόπουλο και τον Γιώργη Κοντοπόδη, αλλά η Πάτρα είναι ένας βασικός σταθμός για αυτή την παράσταση. Και όχι μόνο για αυτή. Θεωρώ και για άλλες παραστάσεις.
Έχετε δει ότι οι δύο συγκεκριμένοι άνθρωποι κατεβαίνουν με παραστάσεις εδώ, γιατί το κοινό τους έχει λατρέψει. Και θεωρώ ότι η πόλη μας γενικότερα έχει ανάγκη από καλλιτεχνικά δρώμενα. Ήμασταν λίγο πίσω, λίγο παρατημένοι. Τώρα, ό,τι έρχεται, πάμε να το δούμε, να το ρουφήξουμε, να περάσουμε ωραία.
Αυτή η επιστροφή στην Πάτρα γεννά περισσότερη οικειότητα ή περισσότερη ευθύνη;
Οικειότητα νομίζω. Οικειότητα και χαρά. Αυτό περιμένουμε πώς και πώς.
Πιστεύετε ότι η Πάτρα έχει δικό της θεατρικό παλμό;
Έχει. Πλέον έχει, νομίζω. Τα τελευταία τρία-τέσσερα χρόνια που έχω ξαναγυρίσει κι εγώ και παρακολουθώ, βγαίνω και έχω τη δυνατότητα να τα βλέπω, νομίζω ότι έχει και κοινό και παλμό.
Χαίρομαι γιατί ο κόσμος ακολουθεί. Η παράσταση του «Κοιμώμενου Χαλεπά» έπαιξε στην Πάτρα τρία χρόνια και ήταν πάντα γεμάτη. Εύχομαι και με τη «Λούπα» μας να πάμε έτσι. Το εύχομαι πραγματικά.
Αν έπρεπε να πείτε με απόλυτη ειλικρίνεια γιατί αξίζει κάποιος να έρθει να δει τη «Λούπα», τι θα του λέγατε;
Γιατί θα συγκινηθεί. Γιατί θα γελάσει. Και γιατί θα σκεφτεί τη ζωή του μέσα από αυτό.
Ίσως και να βοηθηθεί. Φεύγοντας από την παράσταση, αν κάτσεις και σκεφτείς τη δική σου ζωή και τη συγκρίνεις με τον πρωταγωνιστή, γιατί ο καθένας έχει τη δική του ιστορία πάνω στη σκηνή, θα καταλάβεις πολλά πράγματα για τον εαυτό σου και θα βοηθηθείς πολύ.
Είναι ωραία παράσταση. Είναι τόσο όσο. Είναι και χαρούμενη, είναι και θλιβερή, αλλά περνάει πάρα πολύ ωραία μηνύματα για τη ζωή.
ΙΝΦΟ
ΛΟΥΠΑ
Της Εύης Κολιαδήμα
Σκηνοθεσία / Φωτισμοί / Μουσική επένδυση / Σκηνική σύνθεση: Αλέξανδρος Λιακόπουλος
Κινησιολογία : Μαρία Αγγέλου
Κοστούμια : Νόρα Πόντι
Φωτογραφίες : Νικόλας Παπουτσάκης
Παίζουν: Γιώργης Κοντοπόδης, Μιχάλης Μαραγκός, Εύα Μιχάλη, Μαρία Παπαπάνου
Τσέλο επι σκηνής: Έφη Αληγεωργίου
Παραστάσεις: Δευτέρα 25/5: 19.30 και 21.30.
Κρατήσεις εισιτηρίων: ticketservices.gr
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News