Μόνο έτσι μπορεί να σωθεί το ποδόσφαιρο
Μια διαφορετική πρόταση που χρησιμοποιεί τη φορολογία του στοιχήματος ως εργαλείο μετάβασης και όχι ως μόνιμο υποκατάστατο

Στις 22 Δεκεμβρίου 2021 υπογράφτηκε η πρώτη ΚΥΑ με υφυπουργό Αθλητισμού τότε τον Λευτέρη Αυγενάκη, σύμφωνα με την οποία, για πρώτη φορά ο ελληνικός αθλητισμός θα ενισχυόταν στο σύνολό του με σχεδόν 60 εκ. ευρώ, τόσο ο επαγγελματικός, όσο και ο ερασιτεχνικός.
Η χρηματοδότηση θα προέκυπτε από τον μόνιμο μηχανισμό στήριξης, μέσω της φορολογίας των κερδών των παικτών από τα τυχερά παιχνίδια.
Πράγματι, στις αρχές του 2022, έγινε η κατανομή 31 εκ. ευρώ στον ερασιτεχνικό αθλητισμό, 28 εκ. ευρώ στον επαγγελματικό, ενώ οι ομάδες ποδοσφαίρου της Γ’ Εθνικής εισέπραξαν από 11.213,24 ευρώ. Εκτός έμεινε η Super League 2, καθώς τότε γινόταν ένας χαμός με τα υπό χειραγώγηση παιχνίδια.
Ο μηχανισμός έγινε μόνιμος και η χρηματοδότηση αυξήθηκε τις επόμενες χρονιές στα 66 εκ. ευρώ, ενώ φέτος η αύξηση θα είναι της τάξης του 21% με τους συλλόγους και τις εθνικές ομάδες να μοιράζονται 80 εκ. ευρώ. Πέρυσι, οι ΠΑΕ της Super League μοιράστηκαν 20.937.972 € (1,5 εκ./ομάδα) της Super League 2 3.172.420 € (150-180.000/ομάδα) και οι ΚΑΕ της Basket League 5.075.872 €.
ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ
Αξίζει να σημειωθεί πως στις χώρες της Ευρώπης εφαρμόζεται η φορολογία τυχερών παιχνιδιών αλλά όχι και αυτόματος διαμοιρασμός στον αθλητισμό, καθώς τα χρήματα πηγαίνουν στα γενικά κρατικά ταμεία ή σε ειδικά προγράμματα.
Μπορεί να ακούγεται παράξενο, αλλά η Ελλάδα είναι πρωτοπόρος στην ιδέα του αυτόματου καταμερισμού φορολογικών εσόδων από τα κέρδη των παικτών σε όλους τους αθλητικούς συλλόγους βάσει κατηγοριών και ΚΥΑ.
Το πρώτο βήμα έγινε, αλλά μήπως ήρθε η ώρα να πάμε στο επόμενο; Στο ποδόσφαιρο, που είναι το πιο δημοφιλές άθλημα, υπάρχει πρόβλημα, κυρίως αναφορικά με τις «δεξαμενές» που είναι η Γ’ Εθνική, αλλά και η Super League 2, δύο ταλαιπωρημένες κατηγορίες με τις γνωστές παθογένειες, που ξεκινούν από το οικονομικό.
ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΒΗΜΑ ΚΑΙ Η ΒΟΥΛΗΣΗ
Από τη στιγμή, λοιπόν, που η Πολιτεία έχει εξαιρετικές σχέσεις με την ΕΠΟ, το μόνο που μένει είναι η βούληση ώστε να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο που θα επιτρέψει στο σύνολο των ομάδων να είναι βιώσιμες και να μην εξαρτώνται από τυχοδιώκτες παράγοντες που έχουν άλλες βλέψεις.
Οι ομάδες της Super League 2 και της Γ’ Εθνικής αποτελούν αντικείμενο στοιχηματισμού, συμμετέχουν καθημερινά στα κουπόνια όλων των εταιρειών, παράγουν τεράστιο στοιχηματικό τζίρο, χωρίς να λαμβάνουν ούτε ένα ευρώ ανταποδοτικά. Χρησιμοποιούνται, δηλαδή ως «προϊόν» χωρίς κανένα μερίδιο στα έσοδα.
Αν λοιπόν, υποθέσουμε πως το μέσο ετήσιο κόστος για τις ομάδες της Super League 2 είναι 1.200.000 € και της Εθνικής 250.000 €, θα μπορούσαν να ενισχυθούν με το 35% του συνολικού μπάτζετ οι πρώτες (420.000 €) και με το 50-55% οι δεύτερες 125.000 – 137.500 €.
Η διασφάλιση της βιωσιμότητας των ομάδων περιορίζει τα κίνητρα εισόδου προσώπων χωρίς μακροπρόθεσμο πλάνο, μειώνει τα περιθώρια αθέμιτων πρακτικών, ενισχύει τη συνέπεια στις πληρωμές και θωρακίζει την αξιοπιστία των πρωταθλημάτων.
Επίσης, το προτεινόμενο ποσό χρηματοδότησης δεν επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό, διότι προέρχεται από φορολογία παικτών στοιχήματος, δεν αφαιρεί πόρους από Υγεία, Παιδεία ή Δημόσιες Δαπάνες, αποτελεί επιστροφή εσόδων στον αθλητισμό, προβλέπεται θεσμικά από το ισχύον πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία του ΟΠΑΠ και τη διάθεση εσόδων προς τον αθλητισμό.
Μια τέτοια πρωτοβουλία θα πρόκειται για ουσιαστική πολιτική παρέμβαση υπέρ της περιφέρειας, της απασχόλησης και της ανάπτυξης.
ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΒΙΩΣΙΜΟΤΗΤΑΣ
Το ζήτημα της βιωσιμότητας των ποδοσφαιρικών ομάδων δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Σε όλες τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, το ποδόσφαιρο έχει αναγκαστεί να βρει μηχανισμούς σταθερών εσόδων, αναδιανομής και προστασίας των συλλόγων από οικονομική κατάρρευση.
Η διαφορά είναι ότι σε χώρες όπως η Αγγλία, η Γερμανία και η Ισπανία, η στήριξη αυτή προκύπτει από το ίδιο το προϊόν του ποδοσφαίρου, καθώς πρόκειται για παγκόσμιες αγορές, ενώ στην Ελλάδα που είναι μια μικρή αγορά, βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη φορολογία των παικτών τυχερών παιγνίων.
Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι το κράτος δεν πρέπει να υποκαθιστά το προϊόν. Όμως, σε μια μικρή αγορά όπως η ελληνική, μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα μετάβασης.
Αν αυτή η γέφυρα συνδυαστεί με θεσμικές αλλαγές και όχι μόνο με επιδοτήσεις, τότε το ελληνικό ποδόσφαιρο μπορεί να αποκτήσει κάτι που σήμερα του λείπει περισσότερο από τα χρήματα: σταθερότητα, διαφάνεια και προοπτική για όλες τις ομάδες, όχι μόνο για τις μεγάλες.
Ο πιο ρεαλιστικός δρόμος θα ήταν η αλλαγή εσωτερικής κατανομής χωρίς αύξηση του ποσού. Θα μπορούσε ένα μικρό ποσοστό να μετακινηθεί: από SL1 προς SL2 και Γ’ Εθνική.
Για παράδειγμα:
–5% από SL1
+3% στη SL2
+2% στη Γ’ Εθνική.
Μια άλλη λύση θα ήταν η δημιουργία ενός Ταμείου Βιωσιμότητας Κατηγοριών από τα έσοδα του στοιχήματος
αποκλειστικά για SL2 και Γ’ Εθνική με αυστηρές προϋποθέσεις (αδειοδότηση, οικονομική διαφάνεια).
Η φορολογία του στοιχήματος μπορεί να αποτελέσει εργαλείο μετάβασης, όχι μόνιμο υποκατάστατο ενός υγιούς ποδοσφαιρικού προϊόντος. Αν όμως συνδυαστεί με γενναία ενίσχυση της βάσης, σαφή νούμερα (500.000 € στη SL2, 130.000 € στη Γ’ Εθνική) και αυστηρούς όρους, τότε παύει να είναι επιδότηση και μετατρέπεται σε θεσμικό μοχλό εξυγίανσης.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News