Η «Μελωδία της Ευτυχίας» και το πιο τρομακτικό σπίτι του σινεμά είχαν τον ίδιο σκηνοθέτη
Ο Ρόμπερτ Γουάιζ γύρισε μιούζικαλ, τρόμο, νουάρ και επιστημονική φαντασία χωρίς να επιβάλει σε όλα την ίδια υπογραφή. Στις 14 Σεπτεμβρίου, επέτειο του θανάτου του, δύο εντελώς αντίθετες ταινίες του εξηγούν γιατί η ευελιξία υπήρξε η πιο αθέατη αρετή του
Δοκιμάστε να βάλετε δίπλα δίπλα δύο εικόνες. Στην πρώτη, η Τζούλι Άντριους στριφογυρίζει σε ένα καταπράσινο αλπικό λιβάδι και η κάμερα ανοίγει τον ορίζοντα. Στη δεύτερη, μια γυναίκα στέκεται στον σκοτεινό διάδρομο ενός παλιού σπιτιού, ακούει κάτι πίσω από τον τοίχο και η κάμερα την παγιδεύει μέσα στο κάδρο. Η πρώτη ανήκει στη «Μελωδία της Ευτυχίας». Η δεύτερη στο «The Haunting». Αν δεν υπήρχαν οι τίτλοι τέλους, ελάχιστοι θα μάντευαν ότι τις σκηνοθέτησε ο ίδιος άνθρωπος.
Ο Ρόμπερτ Γουάιζ πέθανε στις 14 Σεπτεμβρίου 2005, τέσσερις ημέρες μετά τα 91α γενέθλιά του. Η επέτειος προσφέρει έναν καλό λόγο να ξαναδούμε την καριέρα του μακριά από τη συνηθισμένη απαρίθμηση βραβείων. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στην απόσταση ανάμεσα στις ταινίες του: ο δημιουργός που έκανε το βουνό να μοιάζει με τόπο απόλυτης ελευθερίας ήξερε επίσης πώς να μετατρέψει μια κλειστή πόρτα σε απειλή.
Πριν γίνει σκηνοθέτης, έμαθε να κόβει
Ο Γουάιζ μπήκε στο Χόλιγουντ από το μοντάζ. Στα 26 του μοντάρισε τον «Πολίτη Κέιν» του Όρσον Γουέλς και βρέθηκε υποψήφιος για Όσκαρ. Η πληροφορία ακούγεται σαν λαμπρή υποσημείωση, στην πραγματικότητα όμως εξηγεί πολλά. Ο μοντέρ μαθαίνει να υπηρετεί το υλικό που έχει μπροστά του: να βρίσκει πού αναπνέει μια σκηνή, πότε πρέπει να κοπεί ένα βλέμμα και πόσο μπορεί να κρατήσει μια σιωπή πριν χάσει την έντασή της.
Αυτό το ένστικτο ακολούθησε τον Γουάιζ όταν πέρασε στη σκηνοθεσία. Δεν αντιμετώπιζε κάθε ιστορία ως αφορμή για να επαναλάβει την ίδια οπτική γραμματική. Αναζητούσε τη γραμματική που χρειαζόταν η συγκεκριμένη ιστορία. Γι’ αυτό η φιλμογραφία του μοιάζει λιγότερο με το έργο ενός αναγνωρίσιμου «auteur» και περισσότερο με μια σειρά ακριβών λύσεων σε πολύ διαφορετικά προβλήματα.
Ο τρόμος που μένει έξω από το κάδρο
Στο «The Haunting» του 1963, βασισμένο στο «The Haunting of Hill House» της Σίρλεϊ Τζάκσον, το πρόβλημα ήταν σαφές: πώς τρομάζεις τον θεατή χωρίς να του δείξεις το τέρας;
Ο Γουάιζ διάλεξε το ασπρόμαυρο, χρησιμοποίησε ευρυγώνιους φακούς που παραμόρφωναν ανεπαίσθητα τους διαδρόμους και άφησε τον ήχο να υπονοεί όσα η εικόνα αρνείται να επιβεβαιώσει. Μια πόρτα μοιάζει να λυγίζει προς τα μέσα. Μια σκάλα γίνεται ασταθής. Ένας κρότος κινείται πίσω από τον τοίχο, χωρίς να αποκτά σώμα. Ο ίδιος πίστευε ότι ο φόβος του αγνώστου είναι ισχυρότερος από την ανακούφιση που προσφέρει η εμφάνιση ενός συγκεκριμένου πλάσματος.
Η ταινία αντέχει επειδή το Hill House δεν λειτουργεί απλώς ως σκηνικό. Ο χώρος μοιάζει να παρακολουθεί τους ανθρώπους που μπήκαν μέσα του. Η κάμερα πλησιάζει, γέρνει, απομακρύνεται και αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο ότι η απειλή βρίσκεται στο σπίτι ή στο μυαλό της Έλενορ. Το remake του 1999 γέμισε την οθόνη με ψηφιακά εφέ. Η εκδοχή του Γουάιζ εξακολουθεί να προκαλεί μεγαλύτερη ανησυχία με μια πόρτα και έναν ήχο.

Ο Γουάιζ ξεκίνησε από το μοντάζ και προτάθηκε για Όσκαρ για τη δουλειά του στον Πολίτη Κέιν
Το ίδιο ένστικτο κάτω από τον ανοικτό ουρανό
Δύο χρόνια αργότερα, στη «Μελωδία της Ευτυχίας», ο σκηνοθέτης έπρεπε να λύσει το αντίθετο πρόβλημα. Η κίνηση, η μουσική και το τοπίο χρειάζονταν χώρο. Οι εξωτερικές λήψεις ανοίγουν την εικόνα, ενώ οι εσωτερικοί χώροι της οικογένειας φον Τραπ οργανώνονται με πειθαρχία που σταδιακά χαλαρώνει καθώς η Μαρία αλλάζει τις ισορροπίες του σπιτιού.
Η ταινία κέρδισε πέντε Όσκαρ, ανάμεσά τους Καλύτερης Ταινίας και Σκηνοθεσίας. Τέσσερα χρόνια νωρίτερα ο Γουάιζ είχε μοιραστεί το Όσκαρ Σκηνοθεσίας του «West Side Story» με τον Τζερόμ Ρόμπινς και είχε τιμηθεί επίσης ως παραγωγός της Καλύτερης Ταινίας. Εδώ η σύνδεση έχει άλλο ενδιαφέρον: ο ίδιος σκηνοθέτης χειρίστηκε δύο μιούζικαλ-κολοσσούς χωρίς να τα κάνει να μοιάζουν μεταξύ τους.
Η απόσταση ανοίγει ακόμη περισσότερο αν προστεθεί το «The Day the Earth Stood Still» του 1951. Εκεί ο Γουάιζ χρησιμοποίησε την επιστημονική φαντασία για να μιλήσει για τον φόβο της πυρηνικής εποχής, μια σχέση που εξετάζει και το θέμα γιατί κάθε εποχή φτιάχνει τους δικούς της εξωγήινους.
Η υπογραφή που δεν φωνάζει
Η θεωρία του δημιουργού μάς έμαθε να αναζητούμε επαναλαμβανόμενα μοτίβα, εμμονές και αναγνωρίσιμο ύφος. Με αυτό το κριτήριο ο Γουάιζ συχνά υποτιμήθηκε: η προσαρμοστικότητά του έμοιαζε με απουσία προσωπικότητας. Μια διπλή προβολή του «The Haunting» και της «Μελωδίας της Ευτυχίας» δείχνει το αντίθετο.
Και στις δύο ταινίες ο χώρος καθορίζει το συναίσθημα. Στη μία, το σπίτι στενεύει γύρω από την ηρωίδα. Στην άλλη, τα βουνά προσφέρουν την έξοδο. Η υπογραφή του Γουάιζ βρίσκεται στην ακρίβεια με την οποία καταλαβαίνει τι πρέπει να κάνει ο χώρος, ο ήχος και το μοντάζ κάθε φορά. Δεν ζητά από την ταινία να αναγνωρίσει τον σκηνοθέτη της. Ζητά από τον σκηνοθέτη να αναγνωρίσει την ταινία που έχει μπροστά του.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
Από το Δίκτυο
Η τελετή του αγιασμού στο σχολείο Λιμνοχωρίου ΦΩΤΟ
Καμένη κατσαρόλα: Το απλό «trick» με Coca-Cola που εξαφανίζει τα καμένα χωρίς τρίψιμο
Τα Samsung Galaxy S27 Pro και Ultra αποκτούν τα ίδια υλικά οθόνης με τα iPhone
Δήμος Ήλιδας: Ξεκινούν οι εγγραφές στα Χορευτικά Τμήματα για τη σεζόν 2026–2027
«Έπαιρνα κολλαγόνο για 3 μήνες και αυτά είναι τα αποτελέσματα»
