Η χώρα που γεμίζει τουρίστες και αδειάζει από κατοίκους

Η Ελλάδα συνεχίζει να πανηγυρίζει για τον τουρισμό, αλλά όλο και περισσότεροι κάτοικοι ζουν την άλλη πλευρά αυτής της «επιτυχίας»: ακριβότερη στέγη, πιεσμένες πόλεις και μια καθημερινότητα που δυσκολεύει. Το ερώτημα πια δεν είναι μόνο πόσοι επισκέπτες έρχονται, αλλά αν όσοι μένουν εδώ μπορούν ακόμη να αντέξουν τον τόπο τους.

Η χώρα που γεμίζει τουρίστες και αδειάζει από κατοίκους

Υπάρχει κάτι σχεδόν τελετουργικό στον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα μιλά κάθε χρόνο για τον τουρισμό. Μόλις αρχίσει να ανοίγει η σεζόν, ο δημόσιος λόγος γεμίζει με γνώριμες φράσεις: «ισχυρή δυναμική», «νέα ρεκόρ αφίξεων», «ενισχυμένο ενδιαφέρον», «επενδύσεις», «αναβαθμισμένο προϊόν». Είναι ένας λόγος ενθουσιώδης, αυτάρεσκος, σχεδόν μονοσήμαντος. Ο τουρισμός παρουσιάζεται όχι απλώς ως ένας κρίσιμος κλάδος της οικονομίας, αλλά σαν ένα είδος εθνικής επιτυχίας που δεν χρειάζεται ούτε αστερίσκους ούτε επιφυλάξεις. Και όμως, όσο αυτή η αφήγηση επαναλαμβάνεται, τόσο πιο έντονα προβάλλει μια άλλη εικόνα, πολύ λιγότερο βολική: μια χώρα που κερδίζει από τους επισκέπτες της, αλλά συχνά χάνει σε ποιότητα ζωής για τους ανθρώπους που ζουν μόνιμα σε αυτήν.

Το θέμα δεν είναι, φυσικά, να ανακαλύψουμε τώρα ότι ο τουρισμός είναι σημαντικός. Είναι. Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, με τοπίο, κλίμα, πολιτισμό και γεωγραφία που προσφέρονται για εξωστρέφεια, ο τουρισμός θα παραμείνει βασικός πυλώνας της οικονομίας. Το πρόβλημα αρχίζει όταν από πυλώνας γίνεται μονοκαλλιέργεια, όταν από σημαντικός τομέας μετατρέπεται σε σχεδόν μοναδική φαντασίωση ανάπτυξης, όταν ολόκληρη η δημόσια συζήτηση για το μέλλον της χώρας φαίνεται να εξαντλείται στο πόσοι θα έρθουν, πόσες μέρες θα μείνουν, τι θα ξοδέψουν και πόσες νέες υποδομές μπορούν να στηθούν γύρω από αυτή τη διαρκή τουριστική επιθυμία.

Κάπου εκεί, ο τουρισμός παύει να είναι απλώς οικονομική δραστηριότητα και γίνεται ιδεολογία. Δηλαδή, ένας τρόπος να μη συζητάμε τα δύσκολα. Να μη συζητάμε, για παράδειγμα, τι παράγει πραγματικά η χώρα, πώς σκοπεύει να κρατήσει νέους ανθρώπους στις πόλεις της, πώς οργανώνει την κατοικία, πώς στηρίζει τη μόνιμη εργασία, πώς ισορροπεί ανάμεσα στο δημόσιο συμφέρον και την επενδυτική πίεση, πώς προστατεύει το δικαίωμα του κατοίκου να ζει στον τόπο του χωρίς να νιώθει ότι βρίσκεται σε έναν χώρο που σταδιακά δεν του ανήκει.

Γιατί αυτό είναι το πρώτο και πιο βαρύ ερώτημα που αναδύεται πια όλο και πιο καθαρά: τουρισμός για ποιον; Για τον επισκέπτη που θα περάσει τρεις, πέντε ή δέκα μέρες; Για τον επενδυτή που βλέπει αποδόσεις; Για το κράτος που θα εισπράξει φόρους; Για την τοπική αγορά που θα δουλέψει για μια σεζόν; Ή και για τον μόνιμο κάτοικο, τον εργαζόμενο, τον νέο άνθρωπο που θέλει να μείνει, την οικογένεια που προσπαθεί να σταθεί, τον φοιτητή, τον δάσκαλο, τον νοσηλευτή, τον εποχικό υπάλληλο, που ανακαλύπτουν χρόνο με τον χρόνο ότι το να ζεις σε έναν “επιτυχημένο” τόπο γίνεται όλο και πιο δύσκολο;

Η πιο χαρακτηριστική όψη αυτής της αντίφασης είναι η κατοικία. Τα ενοίκια ανεβαίνουν με τρόπο που σε πολλές περιοχές μοιάζει να μην υπακούει πια σε καμιά λογική κοινωνικής ισορροπίας. Τα διαθέσιμα σπίτια μειώνονται, ιδίως εκεί όπου η βραχυχρόνια μίσθωση έχει αναδειχθεί σε κυρίαρχη μορφή εκμετάλλευσης ακινήτων. Ολόκληρες γειτονιές αλλάζουν χρήση, οι μόνιμοι κάτοικοι πιέζονται προς τα έξω, η μεσαία τάξη στενεύει, οι νεότεροι αδυνατούν να κάνουν τα στοιχειώδη βήματα ανεξαρτησίας. Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι σε πολλές πόλεις και νησιά το δικαίωμα στη στέγη συγκρούεται πλέον ευθέως με το μοντέλο τουριστικής ανάπτυξης που προωθείται αδιάκριτα, σαν να είναι αυτονόητα καλό σε κάθε του εκδοχή.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται μία από τις πιο επικίνδυνες παραχαράξεις της δημόσιας συζήτησης. Όποιος τολμήσει να πει ότι αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί χωρίς κόστος, αντιμετωπίζεται συχνά σαν κάποιος που “δεν θέλει την ανάπτυξη”, σαν κάποιος που υπονομεύει τη βαριά βιομηχανία της χώρας, σαν κάποιος που δεν καταλαβαίνει πώς λειτουργεί η αγορά.

Διαβάστε επίσης: ΤτΕ: Γιατί εκτοξεύθηκαν τιμές σπιτιών και ενοίκια στην Ελλάδα

Είναι μια βολική και ρηχή απάντηση, γιατί επιτρέπει να μη συζητήσουμε την ουσία. Και η ουσία είναι πως η αγορά, όταν αφεθεί χωρίς όρια σε ένα πεδίο τόσο κρίσιμο όσο η κατοικία, δεν λύνει το πρόβλημα· το μεταφέρει στους πιο αδύναμους. Το πληρώνει εκείνος που δεν έχει ακίνητο. Το πληρώνει εκείνος που χρειάζεται να μετακομίσει για δουλειά. Το πληρώνει ο εργαζόμενος που υπηρετεί ακριβώς αυτόν τον τουριστικό μηχανισμό, αλλά αδυνατεί να μείνει κοντά στη δουλειά του.

Το ίδιο συμβαίνει και με τον χαρακτήρα των τόπων. Μια πόλη δεν αλλάζει μόνο επειδή γεμίζει κόσμο. Αλλάζει όταν αρχίζει να οργανώνεται με κέντρο βάρους όχι τις ανάγκες εκείνων που ζουν σε αυτήν, αλλά τις απαιτήσεις εκείνων που τη χρησιμοποιούν προσωρινά. Αλλάζει όταν τα καταστήματα προσανατολίζονται αποκλειστικά στον επισκέπτη, όταν ο δημόσιος χώρος πιέζεται από την εμπορική εκμετάλλευση, όταν η καθημερινότητα γίνεται πιο ακριβή και πιο θορυβώδης, όταν η τοπική ζωή μετατρέπεται σταδιακά σε μια σκηνοθεσία αυθεντικότητας για κατανάλωση. Υπάρχουν πόλεις που δεν χάνουν μόνο σπίτια· χάνουν και τον ρυθμό τους, τη λειτουργικότητά τους, την εσωτερική τους συνοχή.

Το πιο ανησυχητικό είναι ότι όλα αυτά δεν αντιμετωπίζονται ως πολιτικά ζητήματα πρώτης γραμμής. Αντιμετωπίζονται, στην καλύτερη περίπτωση, ως “παράπλευρες πιέσεις” μιας κατά τα άλλα επιτυχημένης πορείας. Όμως δεν είναι παράπλευρες. Είναι κεντρικές. Γιατί αν ένας τόπος δεν μπορεί να στεγάσει τους ανθρώπους του, να τους προσφέρει βιώσιμες συνθήκες ζωής, να επιτρέψει τη συνέχεια της κοινωνικής του ύπαρξης, τότε δεν αναπτύσσεται πραγματικά. Μπορεί να πλουτίζει σε κάποιους δείκτες, μπορεί να φαίνεται ελκυστικός σε κάποιες παρουσιάσεις, μπορεί να προσελκύει κεφάλαια, αλλά στο κοινωνικό του βάθος διαβρώνεται.

Εδώ θα έπρεπε να μπαίνει η πολιτική. Όχι με γενικόλογες εξαγγελίες, αλλά με συγκεκριμένες αποφάσεις. Με κανόνες στη βραχυχρόνια μίσθωση εκεί όπου η πίεση έχει ξεφύγει. Με ενίσχυση της κοινωνικής κατοικίας, που στην Ελλάδα εξακολουθεί να συζητείται σαν εξωτικό πείραμα, ενώ σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες είναι οργανικό εργαλείο κοινωνικής συνοχής. Με σοβαρή προστασία του δημόσιου χώρου. Με στρατηγική που να μην εξαντλείται στο “να έρθουν κι άλλοι”, αλλά να απαντά στο “πώς θα αντέξουμε όλοι καλύτερα”. Με όρους, δηλαδή, που να θυμίζουν ότι ο τόπος δεν είναι μόνο προϊόν, αλλά και κοινωνία.

Γιατί τελικά αυτό είναι το κρίσιμο. Η Ελλάδα έχει μάθει να μετρά την επιτυχία της μέσα από το βλέμμα του ξένου επισκέπτη. Από το αν μας προτιμούν, από το αν μας βρίσκουν όμορφους, αυθεντικούς, γοητευτικούς, ελκυστικούς. Είναι μια ψυχολογία που έχει και κάτι βαθιά ανασφαλές μέσα της: σαν να ζητάμε συνεχώς μια εξωτερική επιβεβαίωση για την αξία μας. Όμως μια χώρα δεν μπορεί να κρίνει την πρόοδό της μόνο από το πόσο την απολαμβάνουν όσοι περνούν από αυτήν. Οφείλει να την κρίνει και από το πόσο αξιοπρεπώς ζουν εκείνοι που μένουν σε αυτήν.

Η ανάπτυξη δεν είναι αφηρημένος δείκτης. Δεν είναι αριθμός αφίξεων. Δεν είναι πληρότητα δωματίων. Δεν είναι μόνο επενδυτική κινητικότητα. Ανάπτυξη είναι και το αν ένας νέος άνθρωπος μπορεί να χτίσει ζωή στον τόπο του. Αν μια οικογένεια μπορεί να βρει σπίτι χωρίς να εξαντλεί όλο της το εισόδημα. Αν μια πόλη παραμένει ανθρώπινη και όχι απλώς ελκυστική. Αν η οικονομική κίνηση δεν προϋποθέτει την κοινωνική εκτόπιση.

Ο τουρισμός, λοιπόν, δεν είναι το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι ότι τον χρησιμοποιούμε όλο και πιο συχνά για να μην κοιτάξουμε τα προβλήματα που δημιουργεί όταν μένει χωρίς όρια, χωρίς σχεδιασμό και χωρίς πολιτική βούληση να συγκρουστεί με συμφέροντα. Και όσο αυτό δεν αλλάζει, τόσο περισσότερο θα φτάνουμε σε μια παράδοξη κατάσταση: να ζούμε σε μια χώρα που δείχνει όλο και πιο ελκυστική στους επισκέπτες της, αλλά όλο και πιο ασφυκτική για τους ανθρώπους της.
Αν το ζητούμενο είναι μια πραγματικά ώριμη και ανθεκτική Ελλάδα, τότε η ερώτηση δεν μπορεί να είναι μόνο πόσοι θα έρθουν φέτος. Πρέπει επιτέλους να γίνει και η πιο δύσκολη: ποιοι θα μπορούν να μείνουν.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125