Γιάννης Οικονομίδης στο pelop.gr: «Το σινεμά πάει στην καρδιά, όχι μόνο στη διάνοια»
Με αφορμή την αναγόρευσή του από το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, ο Γιάννης Οικονομίδης μιλά για το σινεμά ως εμπειρία που ξεπερνά τη νόηση και φτάνει στο συναίσθημα, για τη δύναμη της παρατήρησης και για την απόσταση που κρατά από τον δημόσιο λόγο.
Με αφορμή την αναγόρευσή του από το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο σε επίτιμο διδάκτορα της Σχολής Εφαρμοσμένων Τεχνών και Βιώσιμου Σχεδιασμού, ο σκηνοθέτης Γιάννης Οικονομίδης μιλά στο pelop.gr για τον ρόλο του σινεμά, την παρατήρηση ως «εργαλείο» και τα όρια του δημόσιου λόγου, ενώ επιστρέφει και στη σχέση του με τους χαρακτήρες του.
«Ζούμε την εποχή της εικόνας», λέει. Για τον Γιάννη Οικονομίδη, το σινεμά δεν μένει στη νόηση, αλλά ακουμπάει «στο συναίσθημα, στην καρδιά, στην ψυχή». Κι όσο οι ταινίες του συνεχίζουν να συνομιλούν με την κοινωνία και την εποχή, ο ίδιος κρατά μια σταθερή γραμμή: «να μην γίνεις μαϊντανός», γιατί στο τέλος «το έργο δουλεύει πιο ουσιαστικά».
Τι σημαίνει για εσάς αυτή η αναγόρευση; Πώς βλέπετε τον ρόλο του κινηματογράφου μέσα σε ένα ακαδημαϊκό πλαίσιο;
Ο ρόλος του κινηματογράφου είναι σημαντικός έτσι κι αλλιώς για τα πάντα πια. Ζούμε την εποχή της εικόνας, είναι βαθιά ριζωμένη μέσα στον σύγχρονο πολιτισμό. Και η αναγόρευση είναι τιμητική, είναι μεγάλη τιμή. Νιώθω πολύ κολακευμένος.
Πιστεύετε ότι ο κινηματογράφος πηγαίνει «πιο βαθιά» από άλλες τέχνες;
Ίσως και περισσότερο. Ως τέχνη, το σινεμά πάει πιο βαθιά, ακουμπάει κι άλλα πράγματα. Δεν μένει μόνο στη νόηση, στη διάνοια, πάει στο συναίσθημα, στην καρδιά, στην ψυχή. Προσεγγίζεις τον κόσμο κι από αλλού. Αυτό, για μένα, είναι και το ζητούμενο: ο παραλήπτης. Αυτό παλεύω, αυτό θέλω, αυτό επιδιώκω.
Η παρατήρηση πόσο καθορίζει το έργο σας; Εσείς τι παρατηρείτε;
Τα πάντα. Αν κάτι δεν με ενδιαφέρει, εννοείται δεν το παρατηρώ. Αλλά γενικά, οι παρατηρήσεις μου μού έχουν διδάξει πολλά, είναι αυτό που τελικά «κυκλοφορεί» μέσα στο έργο μου. Σε μεγάλο βαθμό το αποδίδω εκεί. Και οι ατελείωτες ώρες θέασης, επίσης, σε πάνε στο επόμενο επίπεδο.
Στις ταινίες σας επανέρχονται και μικρά «μοτίβα», για παράδειγμα, ο «κροκόδειλος». Πώς προκύπτουν αυτά;
Προκύπτουν από την παρατήρηση που ανέφερεα πριν. Είχα δει κάποτε ένα μαγαζί στην Αθήνα που είχε κάνει… ένα ψυγείο-βιτρίνα και είχε μέσα έναν κροκόδειλο. Από τότε κάπως προκύπτει. Δεν το κυνηγάω απαραίτητα, αλλά βγαίνει.
Ο ελληνικός κινηματογράφος αντιμετωπίζεται συχνά ως «πολιτιστικό προϊόν» και όχι τόσο ως αντικείμενο μελέτης. Συμφωνείτε;
Τα τελευταία χρόνια νομίζω ότι αυτό έχει αλλάξει. Όλο και περισσότεροι δουλεύουν πάνω σε ταινίες, γράφουν εργασίες, διατριβές, κάνουν μεταπτυχιακά και μάλιστα πολλές φορές πολύ εξειδικευμένα.
Οι ταινίες σας έχουν έντονη κοινωνική και πολιτική διάσταση. Ως δημιουργός νιώετε ευθύνη να συμμετέχετε στον δημόσιο διάλογο;
Θέλει όρια. Να μην γίνεις μαϊντανός. Να μην έχεις άποψη για τα πάντα. Στο τέλος της ημέρας, θεωρώ ότι το έργο δουλεύει πιο ουσιαστικά.
Υπάρχει κάτι που θα σας έβγαζε απ’ αυτό το όριο και θα σας έκανε να παρέμβετε;
Δεν ξέρω. Δεν έχει τύχει. Δεν ξέρω.
Κάνατε ένα «διάλειμμα» με την “Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς” μια κωμωδία και πλέον τώρα επιστρέφετε σε πιο σκοτεινό υλικό. Πώς προκύπτει κάθε φορά το θέμα;
Κάθε φορά είναι αλλιώς. Ανάλογα πού είσαι, τι παίζει γύρω-γύρω, τι νιώθεις. Ως καλλιτέχνης διαισθάνεσαι πράγματα και πας σε θέματα ανάλογα κάθε φορά. Είναι πολύ γενικό αυτό που με ρωτάς, αλλά έτσι λειτουργεί.
Κάποτε μου είχατε πει ότι, με έναν τρόπο, οι ταινίες σας είναι «ερωτικές». Συνεχίζετε να το πιστεύετε;
Υπάρχει κάτι στο βλέμμα. Το βλέμμα έχει αγάπη, έχει θερμοκρασία. Υπάρχει μια αγαπητική προσέγγιση πάνω στην ουσία, στα θέματα.
Πώς θα χαρακτηρίζατε τον τελευταίο σας ήρωα;
Ένας άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Επιπόλαιος και κακότυχος. Οι άνθρωποι συχνά θεωρούν ότι αυτό που τους συμβαίνει δεν τους αναλογεί. Κάποιος απ’ έξω θα τον έβλεπε αλλιώς, όχι με βάση «αυτό που του έτυχε», αλλά με βάση το τι ευθύνη έχει. Επιμένω: αυτό που του τυχαίνει είναι απόρροια αυτού που είναι.
Σε αυτήν τη δουλειά σας βρίσκουμε λιγότερο «ατακαδόρο» απ’ όσο σας έχουμε συνηθίσει. Τι άλλαξε;
Δεν ξέρω, πραγματικά. Μάλλον μας επιβλήθηκε η ιστορία. Το θέμα μάς επηρέασε όλους. Αυτό νομίζω.
Παρόλα αυτά, έχετε τρυφερότητα ακόμη και για τους «αρνητικούς» ήρωές σας. Γιατί;
Τους άλλους τους αγαπάς έτσι κι αλλιώς, με την έννοια που αγαπάς τους ήρωες. Τους αρνητικούς, ίσως γιατί συνηθίζεται να μην τους αγαπάνε οι σκηνοθέτες ή οι δραματολόγοι. Κι εγώ τους αντιμετωπίζω με τρυφερότητα για να τους βγάλω κινηματογραφικούς ήρωες.
Δηλαδή «πιάνεις πιο πολλές μύγες με το μέλι παρά με το ξίδι»;
Έτσι. Μπράβο. Ωραίο φινάλε κουβέντας.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
