Δημοσθένης Δαββέτας: «Μπόις και Γουόρχολ με διαμόρφωσαν καθοριστικά»

«Ολα ξεκίνησαν από την ποίηση» για τον Δ. Δαββέτα, ο οποίος ανοίγοντας τα φτερά του πέταξε σε ύψη που φάνταζαν δυσθεώρητα σε κάποιους συνομηλίκους του. Τους απέδειξε, όμως, ότι ξέρει να κατακτά τα όνειρά του.

Δαββέτας

Τις πρώτες μέρες του Νοεμβρίου θα κυκλοφορήσουν τέσσερα βιβλία του. Τίτλοι τους «Διάλογοι», «Το πορτρέτο ενός τρομοκράτη», «Είχε ελληνικές ρίζες ο Ναπολέων;» και «Ιστορία του ντιζάιν» -όλα από τις εκδόσεις «Κάκτος». Ο ποιητής, συγγραφέας, ζωγράφος, καθηγητής και Αισθητικής και Φιλοσοφίας της Τέχνης στο Παρίσι, Δημοσθένης Δαββέτας, μιλάει σγια τα δύο πρώτα, ενώ θα ξαναέχουμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε τα δύο τελευταία, προσεχώς.

Να ξεκινήσουμε από το μυθιστόρημά σας «Το πορτρέτο ενός τρομοκράτη». Ποιος είναι ο τρομοκράτης εν προκειμένω;
Ο τρομοκράτης είναι η ταυτότητα του καλλιτέχνη. Ο καλλιτέχνης είναι μια επαναστατική οντότητα στο πλαίσιο του ότι προσπαθεί να αλλάξει τη γλώσσα και την έκφραση της τέχνης. Από επαναστάτης γίνεται τρομοκράτης γιατί έρχεται σε ρήξη με οτιδήποτε είναι στατικό και αντιδραστικό. Τον ενδιαφέρει η πρόοδος και η εξέλιξη. Τον ενδιαφέρει το φως και όχι το σκοτάδι. Ο ήρωας αυτός, μίγμα αυτοβιογραφικών γεγονότων και μυθοπλασίας, ζει στο Παρίσι τη δεκαετία του ’80 και εργάζεται σε μία μεγάλη εφημερίδα, όπου δημοσιεύει συζητήσεις με κορυφαίους καλλιτέχνες.

Να υποθέσω ότι συνδέεται το μυθιστόρημά σας με τους «Διαλόγους», το έτερο βιβλίο σας που περιέχει τις συνομιλίες σας με σπουδαίους καλλιτέχνες.
Σαφώς, οι «Διάλογοι» είναι το προϊόν που εγώ ως Δημοσθένης Δαββέτας δημοσίευα στην εφημερίδα «Liberation». Αρα, η ψυχολογική και πραγματολογική συνάφεια που υπάρχει ανάμεσα στα δύο βιβλία είναι ξεκάθαρη. Είναι σαν στο πορτρέτο ενός τρομοκράτη να υπάρχει το πορτρέτο ενός συγγραφέα, ενός ποιητή -γιατί από την ποίηση ξεκινάω. Από τη λέξη της ποίησης ξεκινάω και γράφω μυθιστόρημα, δοκίμιο ή οτιδήποτε άλλο, και μετά, αυτή η μία και μοναδική λέξη της ποίησης γίνεται εικόνα και τη ζωγραφίζω.

Πάμε, λοιπόν, στους «Διαλόγους» σας.
Πρόκειται για τη μετάφραση από τα Γαλλικά όλων των συζητήσεων που έχω κάνει, τα τελευταία 30 χρόνια, με τους πιο διάσημους καλλιτέχνες του κόσμου: Γουόρχολ, Μπόις, Αμπάμοβιτς, Γκίλμπερτ & Τζορτζ, Μπασκιά κ.λπ. Το βιβλίο περιλαμβάνει τόσο τις δημοσιευμένες στη «Liberation» συζητήσεις μας όσο και τις αδημοσίευτες. Στο εξώφυλλο, εικονίζομαι ανάμεσα στον Γιόζεφ Μπόις και τον Αντι Γουόρχολ, τα δύο πρόσωπα που σημάδεψαν τη ζωή μου καθοριστικά.

Πότε και πώς γνωρίσατε τον Γιόζεφ Μπόις;
Ημουν τότε 22-23 ετών, στο πτυχίο της νομικής, και ασχολιόμουν περισσότερο με πολιτική, συνδικαλισμό και ποίηση. Γνώρισα τον Μπόις, τυχαία, σε μια γκαλερί της Αθήνας και ύστερα πήγαμε για φαγητό. Τότε δεν ήξερα καν ποιος ήταν. Υπήρξε μια εντυπωσιακή ηλεκτρική συμπάθεια ανάμεσά μας και μου έδωσε τη διεύθυνσή του.
Οταν πήγα στο Παρίσι τού τηλεφώνησα, και αμέσως με κάλεσε στη Γερμανία, στο Ντίσελντορφ, αρχικά, και μετά μου έδωσε την περίφημη υποτροφία της DAAD στο Βερολίνο, την οποία πήρα ως νεαρός ποιητής. Κι έτσι, βρέθηκα εκεί, με συνυποτρόφους -ως ήδη καταξιωμένοι καλλιτέχνες αυτοί- τον Ταρκόφσκι, τον Μικ Τζάγκερ, τον Χέλμουτ Μπέργκερ, τον Φράνσις Μπέικον και πολλούς άλλους, οι οποίοι ζούσαν στο Βερολίνο.
Χάρη σε αυτή την υποτροφία, γνώρισα πολύ κόσμο, κι έπειτα όταν επέστρεψα στο Παρίσι, πρότεινα στη «Liberation» τη δημοσίευση των συζητήσεων που είχα κάνει με αυτές τις σημαντικές προσωπικότητες που γνώρισα στο Βερολίνο. Τις πήραν όλες, ενώ στη συνέχεια με συμπεριέλαβαν στη συντακτική ομάδα της εφημερίδας -όπου δημοσίευα άρθρα από ταξίδια που με έστελναν, συζητήσεις με άλλους καλλιτέχνες, όπως τη Μαρίνα Αμπράμοβιτς με την οποία είχαμε μία τρυφερή σχέση…

Και η δεύτερη σημαντική για εσάς επιρροή, αυτή του Αντι Γουόρχολ, πώς προέκυψε;
Γνωρίστηκα αρχικά με τον Αλέξανδρο Ιόλα κι αυτός με σύστησε στον Αντι Γουόρχολ. Η γνωριμία μου με τον Γουόρχολ ήταν καθοριστική γιατί όχι μόνο με στήριξε, αλλά στη συνέχεια με γνώρισε με τον Ζαν Μισέλ Μπασκιά, τον Κηθ Χάρινγκ… Κι έτσι, είχα επαφές με τους νέους εξπρεσιονιστές και τους νέους άγριους στη Γερμανία και ταυτόχρονα με τους graffiti καλλιτέχνες στη Νέα Υόρκη. Εχοντας ως βάση τη «Liberation», γνώρισα όλον τον κόσμο. Μου άνοιγε μια πόρτα κι εγώ άνοιγα δέκα…

Πώς σας διαμόρφωσαν, Μπόις και Γουόρχολ, ως άνθρωπο και καλλιτέχνη;
Καθοριστικά. Είχα φύγει από την Ελλάδα αρκετά συντηρητικός. Από μία εξαιρετική οικογένεια, δύο πολύ αγαπημένους γονείς, που τους θυμάμαι με μεγάλη αγάπη, οι οποίοι ήταν θεολόγοι. Εζησα τότε σε μια Ελλάδα αρκετά συντηρητική, σε ένα περιβάλλον φοβερά συντηρητικό, το οποίο με είχε τραυματίσει. Γιατί είχα μία αδελφή, η οποία ήταν ανάπηρη και ήμουν δακτυλοδεικτούμενος: «Ο αδελφός της ανάπηρης». Αυτό το bullying, που βίωσα στα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια, δε θα το ξεχάσω ποτέ. Αντί για αγάπη γι’ αυτό το γεγονός, εισέπραττα ειρωνεία. Το φοβερό ήταν ότι πηγαίνοντας στη Γαλλία αλλά και στον Μπόις, με αγκάλιασαν όταν τους είπα το πρόβλημά μου και με διαβεβαίωσαν ότι θα το ξεπεράσω μέσα από τη δημιουργικότητα. Κι έτσι άρχισα σιγά-σιγά να δουλεύω με πάθος ανελέητο, γιατί από αυτούς τους καλλιτέχνες έβλεπα αγάπη. Με αναγνώριζαν, μου έδωσαν χώρο… Ο δε Μπόις, αφότου μίλησα μαζί του, μου είπε «You are a poet» (είσαι ποιητής). Ετσι ήταν. Ολα ξεκίνησαν από την ποίηση. Από την ποίηση πήγα στην εικόνα και από την εικόνα, στο έργο.

Αν είχατε μείνει στην Ελλάδα, δηλαδή, όλα αυτά θα είχαν μείνει θαμμένα μέσα σας.
Θαμμένα μέσα μου και ποιος ξέρει, ψυχικά και ψυχολογικά, πού θα με είχαν οδηγήσει…. Αυτοί οι καλλιτέχνες με θωράκισαν. Χάρη σε αυτούς πήρα απόσταση από την Ελλάδα και μπόρεσα να «ξαναδιαβάσω» την Ελλάδα. Είδα τα καλά και πέταξα όλα τα κακά της, τα οποία υπάρχουν ακόμα, δυστυχώς…

Δεν βλέπετε καμία πρόοδο, στο πέρασμα των χρόνων;
Ελάχιστη αλλαγή σε επίπεδο προσώπων, όχι σε επίπεδο θεσμών. Ομως υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι στην Ελλάδα που φέρουν μέσα τους τη βαριά κουλτούρα του ανθρωπισμού, και με αυτούς μπορείς να συζητήσεις και να ονειρευτείς. Η Ελλάδα είναι η χώρα του έρωτα και της αγάπης. Στην Ελλάδα ερωτεύτηκα, αγάπησα και αγαπώ. Σε επίπεδο δουλειάς, η απόσταση από την ευρωπαϊκή αντίληψη είναι πολύ μεγάλη.

Το περιμένατε, αλήθεια, ότι θα διαγράφατε μια τέτοια πορεία;
Θα σας πω ένα περιστατικό. Ημουν 16 ετών και είχα διαβάσει στην εφημερίδα ότι ένας φιλόσοφος στη Γαλλία, ο Ζαν Πολ Σαρτρ, ήταν μετά τον Μάιο του ’68, είχε ιδρύσει μια εφημερίδα τη «Liberation» και τη μοίραζε με τους φοιτητές στους δρόμους. Αργότερα, η εφημερίδα αυτή έγινε η περίφημη «Liberation». Οταν το διάβασα τότε, επειδή είχα μέσα μου τη σπορά του φιλοσόφου με πολιτική δράση, είπα αυθόρμητα στους συμμαθητές μου ότι μια μέρα θα πάω στη Γαλλία και θα δουλέψω στη «Liberation». Μειδίασαν έως και με περιγέλασαν. Πήγα στενοχωρημένος στη μητέρα μου, κι εκείνη με αγκάλιασε και μου είπε: «Δε θα λες τα μυστικά σου. Είσαι αυθόρμητος, αλλά εγώ έχω εμπιστοσύνη σε σένα, κάποια μέρα θα πετύχεις κι αυτό το όνειρο». Το πρώτο μου άρθρο για τον Μπόις στη «Liberation», που ήταν πρωτοσέλιδο, το έστειλα σε κάποιους από τους παλιούς μου συμμαθητές, γράφοντας: «Με αγάπη από τη Γαλλία, Δημοσθένης».