Κριτική Θεάτρου: «Η Παρέλαση» της Λούλας Αναγνωστάκη
Η παράσταση παρουσιάζεται στο θέατρο «Λιθογραφείον» σε σκηνοθεσία Φάνη Δίπλα.
Η Παρέλαση της Λούλας Αναγνωστάκη (1931 – 2017) μαζί με τη Διανυκτέρευση και την Πόλη της ίδιας συγγραφέα εμφανίστηκαν σε ενιαία παράσταση το 1965 από τον Κάρολο Κουν στο Θέατρο Τέχνης ως «Τριλογία της πόλης». Με τα 12 έργα της, η Αναγνωστάκη ενστάλαξε τη φωνή της στο σύγχρονο θέατρο, ένα κράμα ατομικής και εθνικής υπαρξιακής απογύμνωσης, ενταγμένο στον καμβά μιας επιδεινωμένης κρίσης, με λυρικές στάσεις και καθημερινούς διαλόγους που φέρουν τον απόηχο σκοτεινών υπογείων.
Η Παρέλαση ανεβαίνει από την περίοδο των Χριστουγέννων έως και τον Ιανουάριο (συγκεκριμένες ημέρες) στο θέατρο Λιθογραφείον, σε σκηνοθεσία Φάνη Δίπλα, βοηθό σκηνοθέτη τη Μαρία Βάρσου, δραματουργία της Έλενας Αλεξανδράκη, κοστούμια της Κατερίνας Δίπλα, μουσική του Γιώργου Τριανταφύλλου, Φωτισμούς της Ευανθίας Δρακονταειδή και φωτογραφίες του Βασίλη Λάγιου. Πρόκειται για μια παράσταση που εντείνει συγχρονισμένα και δραματικά τόσο την πολυσχιδή κατεδάφιση της πραγματικότητας όσο και τα γενικότερα ερωτήματα που εγείρει: Τη δυνατότητα ζωής σε κατ’ οίκον, εξωιστορικό χρόνο, τη συμπίεση και στρέβλωση που ασκεί η επανάληψη στην ανθρώπινη οντότητα, απομυζώντας τις δημιουργικές δυνατότητές της, την καθίζηση των απανταχού έγκλειστων σε ολίγιστα επεισόδια που αντικαθιστούν έμμονα το ανένταχτο σενάριο της ελεύθερης ζωής, τη μέγγενη της απολυταρχίας, την εφιαλτική δράση της τυραννίας, τη σύνθλιψη του ανθρώπου. Το 1965 που γράφει η Αναγνωστάκη το έργο απηχεί όλες τις δραματικές περιπέτειες της ελληνικής Αριστεράς από την άνοδο ιδίως του Μεταξά στην εξουσία (1936). Η ιστορική γνώση παραμένει σύμμαχος της ανάγνωσης και κατανόησης του έργου, ωστόσο η ιδιοφυής απλότητα της γραφής του καθιστά την Παρέλαση έργο κλασικό και ικανό να καταμαρτυρήσει την ύπαρξη ενός τερατώδους super ego, είτε αυτό της πατρ-ίδας είτε του πατ-έρα είτε της εποχής.
Οι δύο νεαροί ηθοποιοί, ο Χρήστος Τσίγκος και η Λένα Νάτση, αποδίδουν αβίαστα την ιδιοσυγκρασιακή και ηλικιακή ταυτότητα των ηρώων, πείθοντάς μας για μια εις άπειρον καθήλωσή τους στη συνθήκη του εγκλεισμού. Ο μεν Τσίγκος με ενισχυμένο το στοιχείο της αθωότητας η δε Νάτση με μελαγχολικό λυρισμό και σημαίνουσα εγκράτεια στην υποκριτική της, σε συνάρτηση με την κινησιολογία που η σκηνοθεσία υπαγορεύει, έλκουν αδιάλειπτα το βλέμμα και διεγείρουν μπρεχτικά την πρόσληψη.

Το έργο «μεταλαμβάνεται» εκκινώντας από έκθεση ντοκουμέντων της εποχής και φωτογραφιών των δύο αδελφών, του Μανόλη και της Λούλας Αναγνωστάκη, στην οποία οδηγείται ο θεατής, για να κατευθυνθεί κατόπιν στον πάνω όροφο και να δει την παράσταση με αναστραμμένη τη χωρική συνθήκη του έργου, από πάνω προς τα κάτω, ωσάν κι ο ίδιος να μετέχει σ’ ένα ιδιότυπο βέτο συγγενές προς το έργο, που επιτρέπει, ωστόσο, στην παράσταση να απογειωθεί σ’ ένα κρεσέντο καλλιτεχνικής ευφυίας. Ο θεατής μετέρχεται, όπως προείπαμε, σε μια αναστροφή της συνήθους θέασης, βιώνοντας την ασφυκτική γεωμετρία ενός δωματίου, στη μία διάσταση του οποίου ενυπάρχει φεγγίτης με μισάνοιχτο έναν ύαλο κατά τις ανάγκες του έργου. Το βλέμμα ενισχύεται ως κατεξοχήν όργανο πρόσληψης της παράστασης και από το θεατρικό κείμενο, καθώς ο έξω κόσμος μεταφέρεται κυρίως μέσω του βλέμματος του Άρη, μεταφρασμένου σε λόγο θεατρικό, καθώς ο νεαρός αποτυπώνει στην αδελφή του τον έξω κόσμο, ενώ συγχρόνως, στην παράστασή μας, ο θεατής παρακολουθεί με εντεινόμενο το στοιχείο της όρασης από ιδιότυπο εξώστη τα τεκταινόμενα στη σκηνή. Η σκηνή θυμίζει λοξό δωμάτιο καμωμένο με τη μανιέρα του Βαν Γκονγκ ή και την περίεργη γεωμετρία των χώρων του Γιώργου Ρόρρη. Οι φωτισμοί της Ευανθίας Δρακονταειδή συλλειτουργούν αφενός στην επιδείνωση του διπλού παιχνιδιού της φρίκης –αυτού του εγκλεισμού των νεαρών παιδιών και της στυγνής πραγματικότητας όπως αποτυπώνεται από τον ανοιχτό φεγγίτη στο βλέμμα και τον λόγο του Άρη, και αφετέρου στην εικαστική αποτύπωση μιας ατέρμονης επανάληψης, μια σχιζοειδούς συνθήκης δοσμένης ως ποιητικός εφιάλτης, κυρίως μέσω των σκιών που εντέχνως δημιουργεί.
Η Παρέλαση στο θέατρον Λιθογραφείον διαφοροποιείται και από ένα έτερο, καταλυτικό για την επενέργειά της, σκηνοθετικό εύρημα: Την επανάληψη σε μεγάλη πλέον ηλικία ορισμένων χαρακτηριστικών διαλόγων των δύο αδελφών, τους οποίους πλέον υποδύονται ο Στέλιος Σοφός και η Βιβή Μπακαλάρου. Με συρρικνωμένα και διεστραμμένα τα στοιχεία της νεότητας, οι ήρωες παρουσιάζονται καθηλωμένοι στην εφηβεία, ενώ οι ίδιοι τραγικά γερνούν, η χώρα μας επιδίδεται σε μια επαναληπτική παρέλαση φρίκης και η ζωή όλων εξαρτάται από σκοτεινές εξουσίες.
*H Μαίρη Σιδηρά είναι φιλόλογος – σκηνοθέτης.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
