Λένα Παπαληγούρα για το «Prima Facie»: Το τραύμα, η Δικαιοσύνη και η στιγμή που όλα ανατρέπονται
Το πολυβραβευμένο «Prima Facie», το έργο που άνοιξε διεθνώς μια μεγάλη συζήτηση γύρω από τη Δικαιοσύνη, την εξουσία και τη σεξουαλική κακοποίηση, φτάνει στην Πάτρα τη Δευτέρα 27 Απριλίου. Η Λένα Παπαληγούρα ενσαρκώνει την Tessa Ensler σε μια παράσταση που έχει ήδη αφήσει ισχυρό αποτύπωμα σε κοινό και κριτικούς.

Λίγο πριν από την έλευση του «PRIMA FACIE» στην Πάτρα, η Λένα Παπαληγούρα μιλά στο pelop.gr για την ηρωίδα που υποδύεται, για το τραύμα, τη δύναμη, τη ρήξη με το ίδιο το σύστημα που κάποτε τη στήριζε και για ένα έργο που δεν μένει μόνο στη σκηνή, αλλά συνεχίζει να δουλεύει μέσα σου και μετά το τέλος του.
Με αφορμή μια από τις πιο δυνατές και πολυσυζητημένες παραστάσεις των τελευταίων χρόνων, η ηθοποιός φωτίζει τη διαδρομή της Tessa Ensler, αλλά και τα ερωτήματα που θέτει το έργο για τη Δικαιοσύνη, την έμφυλη βία και τη θέση της γυναίκας μέσα σε έναν κόσμο φτιαγμένο από ανδρικούς κανόνες.
Ξεκινάμε με τη χαρακτήρα που υποδύεσε. Είναι μια γυναίκα που έχει χτίσει όλη την ταυτότητά της πάνω στην πίστη της ότι στο σύστημα αυτό είναι και έτσι πρέπει. Για την ίδια, τι είναι το πιο οδυνηρό; Η βία που υφίσταται ή όταν καταλαβαίνει ότι το ίδιο το σύστημα δεν μπορεί να τη χωρέσει;
Νομίζω ότι είναι ένας συνδυασμός των δύο. Όταν συμβαίνει στην ίδια ένα περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης, πηγαίνει στο δικαστήριο για να το καταγγείλει και, όπως λέει η ίδια, για να προστατεύσει τις υπόλοιπες γυναίκες από αυτόν εδώ τον άντρα.
Για μένα αυτό είναι το πρώτο της κίνητρο. Αλλά, αν θέλεις, το εσωτερικό της κίνητρο είναι ακριβώς αυτό που είπες. Για μένα είναι πραγματικά σαν η ίδια να τεστάρει το σύστημα.
Δηλαδή σαν να τεστάρει κατά πόσο το σύστημα το οποίο υπηρετεί με τόσο σθένος και με πίστη είναι πραγματικά ένα σύστημα που την ίδια θα τη δικαιώσει. Για να βρεθεί μπροστά στο αμήχανο του συστήματος, που τελικά οποιοσδήποτε αδύναμος δεν μπορεί να βρει το δίκιο του. Είναι δηλαδή σαν πραγματικά, με έναν τρόπο που ίσως είναι και ασυνείδητος, η ηρωίδα να βάζει όλη τη ζωή σε ένα τεστ, ας πούμε.
Σε ενδιέφερε από την αρχή το ότι η Τέσσα δεν είναι μια εύκολη, εντός εισαγωγικών, ηρωίδα, αλλά μιλάμε για μια γυναίκα φιλόδοξη, ίσως και σκληρή κάποιες φορές;
Καταρχήν, για μένα είναι ένα αριστοτεχνικά γραμμένο έργο που έχει μια μεγάλη πολυπλοκότητα και έχει πολύ βάθος στον τρόπο που σκιαγραφεί τον χαρακτήρα της Τέσσας. Νομίζω ότι ίσως από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία είναι το ότι η ίδια είναι νομικός και η ίδια είναι μέσα στο σύστημα και, παρ’ όλα αυτά, η ίδια δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Νομίζω και αυτό είναι από τις πιο ευφυείς ιδέες της συγγραφέως, η οποία είναι η ίδια νομικός.
Έχει υπάρξει η ίδια στα δικαστήρια. Ο σύντροφός της είναι δικαστής, οπότε έχει μεγάλη γνώση του πώς λειτουργεί το σύστημα και είναι σαν, παρ’ όλα αυτά, να σου λέει ότι ακόμα και ένας άνθρωπος που είναι ειδικός σε αυτό δεν μπορεί να βρει το δίκιο του. Οπότε φυσικά και με ενδιέφερε αυτή η δυναμική πλευρά της Τέσσας και νομίζω ότι είναι και από τα πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία του έργου το ότι παρακολουθείς έναν χαρακτήρα και στις δυναμικές αλλά και στις ευάλωτες στιγμές του, όπως όλοι είμαστε στη ζωή έτσι κι αλλιώς.
Η ηρωίδα είναι μια γυναίκα που γνωρίζει άριστα το πώς λειτουργεί η αποδόμηση μιας μάρτυρας μέσα στη δικαστική αίθουσα, ούσα και η ίδια νομικός. Όταν αυτή η γνώση στρέφεται εναντίον της, πιστεύεις ότι αλλάζει η σχέση της με τη δικαιοσύνη ή διαλύεται, κατά κάποιο τρόπο, η σχέση της με τον ίδιο της τον εαυτό;
Πιστεύω ότι μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία είναι σαν η ηρωίδα να ξαναγεννιέται. Είναι αυτό που λέει, ότι “απέκτησα μια φωνή η οποία είναι η δική μου φωνή”. Για μένα τελικά δεν έχει και τόση αξία το τέλος.
Αθωώνεται ο Τζούλιαν, που αυτό είναι τραγικό αν το σκεφτείς, αλλά από την άλλη αυτή έχει ξαναγεννηθεί μέσα από τη διαδικασία, έχει βρει τη δύναμή της, έχει βρει τον πυρήνα της ύπαρξής της και νομίζω κι εγώ ότι μετά από αυτό θα γινόταν ακτιβίστρια, ας πούμε, ή θα γινόταν δικηγόρος που θα υπερασπιζόταν τα θύματα. Πιστεύω ότι βρίσκει ένα σθένος μέσα από αυτό, έχει τη δύναμη δηλαδή να μετατρέψει τον πόνο της σε κάτι γόνιμο και χρήσιμο.
Μιλάμε για ένα έργο που δεν αφορά μόνο τη σεξουαλική κακοποίηση αλλά πιο πολύ αναφέρεται στο ποιος ορίζει το τι θεωρείται αλήθεια. Εκεί βρίσκεται η βαθύτερη δύναμή του; Και ποιο είναι το στοιχείο που εσύ έχεις εστιάσει;
Για μένα είναι ένα έργο που μιλά σίγουρα για την έμφυλη βία και τη σεξουαλική κακοποίηση, αλλά τα χρησιμοποιεί και ως αφορμή για να μιλήσει και για τη δικαιοσύνη εν γένει, να μιλήσει και για τις σχέσεις του ανθρώπου με την κοινωνία, τις σχέσεις του ανθρώπου με το σύστημα, για τις σχέσεις γενικά των δύο φύλων, την οικογένεια. Είναι ένα πολύπλευρο έργο που έχει πάρα πολλά ζητήματα που θίγει. Οπότε πιστεύω ότι δεν μπορώ να διαλέξω ένα.
Νομίζω ότι ο τρόπος που κάνει η ηρωίδα τη διαδρομή της και ο τρόπος που καταλήγει είναι αυτός που εμένα, ας πούμε, με συγκινεί και με πυροδοτεί κάθε βράδυ. Κάπως έτσι.
Έχεις κρατήσει στοιχεία της Τέσσας; Τα κουβαλάς μαζί σου; Θα μείνουν μετά την παράσταση;
Ναι, βέβαια. Εγώ δουλεύοντας πάνω σε αυτό πήγα και στο δικαστήριο και είδα δίκες και αυτά. Οπότε νομίζω ότι σίγουρα ήταν και μια περίοδος πιο δύσκολη, η περίοδος της έρευνας. Πάντα είναι. Θεωρώ ότι είναι από τα έργα που έχω αγαπήσει πάρα πολύ. Από τις παραστάσεις που έχω αγαπήσει πολύ.
Είναι πολύ ιδιαίτερο κείμενο και είναι και από τα κείμενα που, αν δεν δοθείς 100% σε κάθε παράσταση, δεν μπορείς να το φέρεις εις πέρας. Οπότε σίγουρα κάθε φορά το υπερασπίζομαι με όλο μου το είναι και αυτό δεν μπορεί παρά να αφήνει και μέσα σου το αποτύπωμά του.
Μίλησες για τη δύσκολη περίοδο της έρευνας. Υπάρχει κάποια δίκη ή κάποιο στιγμιότυπο που σου έχει μείνει;
Πολλά στιγμιότυπα και νομίζω ότι επαληθεύθηκαν πράγματα που λέει το έργο. Τα είδα να συμβαίνουν και στο ελληνικό δικαστήριο. Και δεν είναι τυχαίο αυτό. Όταν σκεφτείς ότι το έργο αυτό παίζεται τώρα σε 30 χώρες, σημαίνει ότι έχει απήχηση και ακουμπάει στα συστήματα 30 χωρών, που μπορεί να μην είναι ακριβώς τα ίδια.
Αλλά σίγουρα σημαίνει ότι, με έναν τρόπο, αποδεικνύει ότι υπάρχουν ζητήματα όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στις 30 χώρες που παίζεται το έργο.
Μιλάμε, όπως είπες και εσύ, για ένα έργο το οποίο έχει αποκτήσει διεθνώς σχεδόν ένα εμβληματικό βάρος. Το κοινό έρχεται με κάποιες πολύ ισχυρές προσδοκίες πριν καν ξεκινήσει η παράσταση. Ένιωσες ένα τέτοιο βάρος;
Πιστεύω ότι έρχεται με προσδοκίες το κοινό. Είναι μια παράσταση που έχει ακουστεί. Χαίρομαι που έρχεται με προσδοκίες.
Νομίζω ότι ο κόσμος που έρχεται ενδιαφέρεται και για τα μηνύματα του έργου, μεταφέρει τα μηνύματα του έργου. Οπότε, νιώθω πως πραγματικά γίνονται συζητήσεις μετά από την παράσταση.
Και αυτό σημαίνει ότι έχουμε πετύχει τον στόχο μας. Τώρα, από εκεί και πέρα, έτσι κι αλλιώς από τη στιγμή που μπαίνω στο να το κάνω, έχω κι εγώ η ίδια προσδοκίες από τον εαυτό μου. Δεν γίνεται να το φέρεις εις πέρας αλλιώς.
Το συγκεκριμένα έργο έχει και δημόσιο και πολιτικό παλμό. Έναν πάρα πολύ ισχυρό πολιτικό παλμό. Υπάρχει κάποια ισορροπία που κρατείται ώστε να μη βγει ως ένα σύνθημα, αλλά να μείνει θέατρο;
Το πολύ ενδιαφέρον σε αυτά τα έργα είναι πάντα το να βάλεις το στοίχημα να περάσουν τα μηνύματά τος χωρίς να γίνουν διδακτικάό. Γιατί ως θεατές έχουμε την τάση, όταν είναι κάτι διδακτικό, κάπως να αποφεύγουμε να μπούμε σε αυτό.
Οπότε νομίζω ότι ευφυώς η συγγραφέας έχει επιλέξει έναν τρόπο που να το κάνει μέσα από την ιστορία και όχι μέσα από τη διάθεση να διδάξει κάτι. Άλλωστε, η ίδια δεν προτείνει κάποια λύση. Λέει ότι πρέπει κάτι να γίνει.
Νομίζω ότι το θέμα είναι πιο σύνθετο από αυτό. Αλλά πιστεύω ότι καταφέρνει η παράσταση και το έργο να μιλήσουν για αυτά που θέλουν χωρίς να αισθάνεται κανείς ότι κουνάμε το δάχτυλο.
Μετά από αυτή τη συνάντηση με αυτό το έργο, τι νιώθεις ότι έχει αλλάξει πιο πολύ; Είναι ο τρόπος που βλέπεις εσύ την ηρωίδα ή ο τρόπος που ακούς μια ιστορία σαν τη δική της; Άλλαξε τον τρόπο που αντιλαμβάνεσαι τέτοιες ιστορίες;
Όχι, δεν έχει αλλάξει. Εξαρχής έβλεπα αυτές τις ιστορίες και τις άκουγα με ευαισθησία. Γενικά τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια μεγαλύτερη ευαισθησία από την κοινωνία να ακούσει τέτοια θέματα και αυτό είναι πολύ ελπιδοφόρο. Δεν λέω ότι έχουν γίνει πραγματικά πάρα πολλά βήματα, αλλά έχουν γίνει κάποια βήματα έτσι ώστε να μπορούμε κάποια στιγμή, σε ένα μέλλον όχι πολύ άμεσο αλλά τέλος πάντων, να μιλάμε και να πούμε ότι οδεύουμε προς κάποια ισότητα. Ακόμα νομίζω ότι έχουμε πάρα πολύ δρόμο προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά τουλάχιστον είμαστε ως κοινωνία πιο έτοιμοι να ακούσουμε και αυτό είναι θετικό.
Μιλάμε για την έμφυλη βία, μιλάμε για ένα περιβάλλον εχθρικό προς τις γυναίκες, το βλέπουμε και καθημερινά και δεν μιλώ μόνο για την Ελλάδα. Γιατί συμβαίνει αυτό απέναντι στις γυναίκες; Τι έχει ενοχλήσει τόσο πολύ;
Δεν ξέρω αν συμβαίνει τα τελευταία χρόνια ή αν τώρα τα μαθαίνουμε περισσότερο αυτά τα περιστατικά. Νομίζω ότι γενικά συνέβαινε ανέκαθεν. Ενδεχομένως τώρα, αν έχω να παρατηρήσω κάτι, είναι ότι οι γυναίκες είμαστε πιο έτοιμες να φύγουμε από κακοποιητικές σχέσεις, αλλά δεν έχουμε την απαραίτητη μέριμνα από την πολιτεία έτσι ώστε να μπορεί να μας στηρίξει.
Οπότε δεν είναι μόνο το θέμα να μπορείς να φύγεις, αλλά το θέμα είναι και πού πας. Οπότε ίσως μια γυναίκα που πια δεν ανέχεται συμπεριφορές τέτοιες, να εξαγριώνει ακόμη περισσότερο ένα σύστημα, παρά τα παλαιότερα χρόνια που αυτά έμεναν πίσω από κλειστές πόρτες. Είναι πραγματικά χρέος της πολιτείας να γίνουν κάποια βήματα έτσι ώστε να υπάρχει μια δομή ή να υπάρχουν, τέλος πάντων, τρόποι που να μπορεί κάποιος να προστατευτεί χωρίς να πρέπει να φτάσει στο σημείο να γίνει θύμα.
Αν αυτή η παράσταση ερχόταν στον δρόμο σου όχι τώρα αλλά πριν από δέκα χρόνια, θα την έπαιζες με τον ίδιο τρόπο; Θα ήταν τελείως διαφορετικό; Θα ήταν ίδιο; Τι θα γινόταν;
Δεν μπορώ να ξέρω. Είναι περίεργη η ερώτηση αυτή, γιατί νομίζω ότι ασυνείδητα διαμορφώνεται ο τρόπος προσέγγισης σε ένα κείμενο από τις προσλαμβάνουσες που έχεις. Οπότε σίγουρα εγώ πριν δέκα χρόνια ήμουνα διαφορετική. Ας πούμε, δεν είχα παιδιά. Αυτά που βλέπαμε γύρω μας ήταν άλλα. Σίγουρα αυτά θα ήταν διαφορετικά. Αλλά και σε δέκα χρόνια από τώρα πάλι διαφορετική θα ήταν. Δηλαδή αυτή είναι η μαγεία του θεάτρου, ότι είναι το εδώ και το τώρα.
Και αν σου ζητούσα να μου περιγράψεις την Τέσσα με τρεις λέξεις που δεν υπάρχουν ούτε καν στο κείμενο που συνοδεύει την παράσταση, ποιες θα ήταν αυτές;
Γενναία, ευάλωτη, ψαρωτική.
ΙΝΦΟ
Μετάφραση: Δάφνη Οικονόμου
Σκηνοθεσία: Γιώργος Οικονόμου
Σκηνικά: Πάρις Μέξης
Φωτισμοί: Γιάννης Δρακουλαράκος
Mουσική: Αλεξάνδρα Κατερινοπούλου
Κινησιολογία: Αγγελική Τρομπούκη
Βοηθός Σκηνοθέτη: Λίνα Τουρκογιώργη
Φωτογραφίες: Τάσος Βρεττός / ΕλίναΓιουνανλή
Βοηθός Σκηνογράφου / Ενδυματολόγου: Μαρία Τσιώτη
Hairartist/ περούκες: Στέφανος Βασιλάκης
Makeupartist φωτογράφισης: Αλέξανδρος Ψαριανός
Διεύθυνση Παραγωγής: Κωνσταντίνα Αγγελέτου
Παραγωγοί : Τrish Wadley
Γιώργος Λυκιαρδόπουλος
Ερμηνεύει η Λένα Παπαληγούρα
Μια παραγωγή της διεθνούς εταιρείας «Trish Wadley Productions» και του Πολιτιστικού Οργανισμού «Λυκόφως», υπό την αιγίδα του British Council και των Πρεσβειών Αυστραλίας και Μεγάλης Βρετανίας στην Ελλάδα.
Πάτρα, Κινηματοθέατρο Πάνθεον, Δευτέρα 27 Απριλίου, 21.00. Εισιτήρια στο ticketservices.gr
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News