Γιώτα Κοντογεωργοπούλου: «Είμαστε φτιαγμένοι από σκιές και φως»

Η Γιώτα Κοντογεωργοπούλου, διευθύντρια σύνταξης στο thebest.gr, ξεναγεί την «Π» στο συγγραφικό της εργαστήρι, εκεί όπου παλεύει με τους δαίμονές της και τους ξορκίζει με τις λέξεις.

Γιώτα Κοντογεωργοπούλου: «Είμαστε φτιαγμένοι από σκιές και φως»

Αν μας εξέπληξε ευχάριστα με τη δυναμική είσοδό της στην αστυνομική λογοτεχνία με το «Σσάμπατ», τώρα με τα «Τάματα» (αμφότερα από τις εκδόσεις «Bell»), επιβεβαιώνει τη μαεστρία της στο απαιτητικό αυτό είδος. Διότι παράλληλα με την ύφανση του μυστηρίου, που ξεκινά με τη δολοφονία ενός παιδιού, βουτά στους σκοτεινούς δαιδάλους του ψυχισμού των ηρώων της, ιντριγκάρει τον αναγνώστη με συνεχείς ανατροπές και τον κεντρίζει ποικιλοτρόπως (σαν τις μέλισσες του βιβλίου) μέχρι την αποκάλυψη του ενόχου, που δεν είναι πάντα ο αποκλειστικός φταίχτης. Η Γιώτα Κοντογεωργοπούλου, διευθύντρια σύνταξης στο thebest.gr, ξεναγεί την «Π» στο συγγραφικό της εργαστήρι, εκεί όπου παλεύει με τους δαίμονές της και τους ξορκίζει με τις λέξεις.

-Δεύτερο αστυνομικό μυθιστόρημα, σχεδόν τρία χρόνια μετά το προηγούμενο. Η έλξη που σου ασκεί το είδος σε έχει κάνει να του παραδοθείς ολοκληρωτικά ή «κοιτάζεις» κι αλλού;
Είναι 2 χρόνια και 4 μήνες από το προηγούμενο, το «Σσάμπατ», με το οποίο μπήκα στον χώρο του αστυνομικού μυθιστορήματος και, για να είμαι ειλικρινής, βρήκα σε αυτό το είδος έναν τρόπο έκφρασης που με ιντριγκάρει πολύ. Οχι, δεν μιλάμε για ολοκληρωτική παράδοση, αλλά και δεν κοιτάζω προς το παρόν αλλού. Είναι όπως στο πρώτο στάδιο μιας ερωτικής σχέσης. Δεν έχεις μάτια για άλλον, αλλά δεν μπορείς να πάρεις και όρκο για το τι θα φέρει το μέλλον.

-Ποια ήταν η αρχική «σπίθα» για την ιστορία, από την οποία ξεκίνησαν όλα;
Η Κέρκυρα. Ο τόπος είναι για μένα πολύ σημαντικός γιατί μου «μιλάει», μου λέει μια ιστορία, γεννάει μέσα μου ήρωες.
Μετά το «Σσάμπατ», συζητούσα με μια φίλη και της είπα, ποιος λες να είναι ο τόπος για το επόμενο βιβλίο; Λέγαμε διάφορα και ξαφνικά μου λέει, «η Κέρκυρα». Αναψε τότε ξαφνικά το λαμπάκι. Σχεδόν αυτόματα, ήρθε στο μυαλό μου η πρώτη σκηνή του βιβλίου. Να είναι Μεγάλο Σάββατο, στο Λιστόν, να περνάει η λιτανεία και ένα παιδί, μέλος της Παλαιάς Φιλαρμονικής, να λείπει και να μην μπορούν να το εντοπίσουν οι δικοί του από το μπαλκόνι, όπου έχουν στηθεί να το καμαρώσουν. Ολα τα άλλα ακολούθησαν.

-Στο πανέμορφο τοπίο, λοιπόν, της Κέρκυρας ξεδιπλώνονται αποκρουστικές καταστάσεις. Με ποια κριτήρια επιλέγεις το σκηνικό των ιστοριών σου;
Με βάση όσα σου είπα ήδη, μια αυτόματη σκέψη δηλαδή, αλλά και με βάση τον «μύθο» του τόπου. Στην Κέρκυρα είναι όλα φωτεινά. Και το σκοτάδι κρύβεται μέσα στο φως, όπως και στο εξώφυλλο. Κι έπειτα, στο νησί αυτό, η Σταύρωση και η Ανάσταση απέχουν όσο ο χτύπος μιας καμπάνας. Ιδίως το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου που περνάμε από τη λιτανεία στους μπότηδες, έχουμε μια συμπυκνωμένη έκφανση της ίδιας της ζωής: από τη θλίψη στη λύτρωση.

-Στον πυρήνα της ιστορίας σου βρίσκονται παιδιά -άλλοτε ως θύματα άλλοτε ως θύτες. Γιατί εστίασες στα παιδιά και πώς διαχειρίστηκες ένα τόσο ευαίσθητο θέμα;
Στα «Τάματα» όλοι οι ήρωες, τόσο οι ενήλικες, όσο και οι έφηβοι, έχουν δεχθεί πλήγματα κατά την παιδική και εφηβική τους ηλικία. Ολοι είμαστε η παιδική μας ηλικία. Τα βιώματα που μας καθορίζουν εγγράφονται στα τρυφερά χρόνια της ζωής μας και εκεί, γεννιούνται και οι θύτες και τα θύματα. Είναι η αγάπη που πήραμε ή δεν πήραμε. Ηταν σαφέστατα μεγάλο ρίσκο να εστιάσω σε αυτό, καθώς είναι ένα θέμα που αγγίζει ευαίσθητες χορδές, αλλά και ένα θέμα που χτυπάει καμπανάκια στις μέρες μας ιδίως σε ό,τι αφορά τους εφήβους. Υπ’ αυτή την έννοια τα «Τάματα» λειτουργούν και λίγο σαν καθρέφτης της κοινωνίας που δημιουργήσαμε.

-Οταν «μαγειρεύεις» μια ιστορία μυστηρίου με τόσα υλικά -ψυχοσύνθεση ηρώων, φλας μπακ, ανατροπές- ποια η μεγαλύτερη πρόκληση για να κρατήσεις τις ισορροπίες;
Να μη μείνουν κενά, ανακόλουθα και αναπάντητα στην ιστορία. Να μη «χάσω» τους ήρωες είτε σε επίπεδο δράσης, είτε σε επίπεδο ψυχολογικής συνέπειας. Οπότε η μεγαλύτερη πρόσκληση είναι η ενεργοποίηση της μνήμης μου, καθώς δεν κρατώ σημειώσεις όταν γράφω. Η μνήμη μου είναι αυτή που εγγυάται τη συνοχή και η δυνατότητα να εστιάσω στις λεπτομέρειες.

-Η αφήγησή σου είναι γεμάτη σκοτάδι και ανεπούλωτα τραύματα. Πόσο σκοτάδι αντέχεις να κουβαλήσεις ως συγγραφέας και κατά πόσο σε επηρέασαν οι βουτιές μέσα του, κατά τη διάρκεια της γραφής;
Το σκοτάδι είναι μέσα σας, είτε το θέλουμε είτε όχι. Είμαστε φτιαγμένοι από σκιές και φως. Σε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα με στοιχεία ψυχολογικού θρίλερ, όπως είναι τα «Τάματα», είναι και απαραίτητη προϋπόθεση. Η βουτιά σε αυτό είναι μια διαδικασία εξόρυξης που είναι επίπονη σαφέστατα. Για να γράψεις για τη δολοφονία ενός παιδιού π.χ. και να δώσεις φωνή στη μάνα του, πρέπει να φέρεις τον εαυτό σου στη θέση της. Ξέρεις, ωστόσο, στο τέλος της μέρας, ότι δεν είσαι εσύ που το βιώνεις, αλλά ο ήρωάς σου. Γι’ αυτό και το αντέχει ένας συγγραφέας το σκοτάδι. Γιατί είναι διεκπεραιωτής του.

-Μέσα από τα τρία έως τώρα βιβλία σου, ανακάλυψες άγνωστες εσωτερικές σου πτυχές, που ίσως σε τρόμαξαν;
Ναι. Με τον τρόπο που σε τρομάζει το να κάνεις τους φόβους ή και τους δαίμονές σου, λέξεις. Τους ξορκίζεις κατά κάποιο τρόπο, αλλά πριν συμβεί αυτό, τους αντιμετωπίζεις, τους δίνεις όνομα, τους αναγνωρίζεις. Σε αυτό το σημείο, η συνάντηση είναι λίγο επώδυνη.

-Εχεις αναφέρει ότι πριν παραδώσεις ένα βιβλίο νιώθεις την ανάγκη να το σκίσεις. Αυτοψυχαναλυτικά, την έχεις εξηγήσει αυτή σου την παρόρμηση;
Ναι, έτσι είναι. Και κατά τη διάρκεια της συγγραφής του το σκέφτομαι. Παλιά το έκανα κιόλας με γραπτά μου. Θυμάμαι τον Γιώργο Δίπλα, τον συνθέτη, να μαζεύει στίχους μου από τα καλαθάκια και να τους κάνει τραγούδια. Νομίζω ότι είναι πεντακάθαρη ανασφάλεια, η οποία βγαίνει προς τα έξω με τη μορφή της σκληρής επίκρισης προς τον εαυτό μου. Είναι τόση μάλλον η ανασφάλεια, που ακυρώνω η ίδια αυτό που έκανα πριν το παραδώσω στην κρίση των άλλων. Για καλή μου τύχη, έχω φίλους που με μαζεύουν. Αλλιώς δεν θα είχαμε να μιλάμε για βιβλία μου.

-«Η καλοσύνη είναι τελικά ανίκητη. Δεν μπορείς να τη σκοτώσεις» γράφεις. Στη ζοφερή πραγματικότητα που ζούμε, με τόση βία και πολέμους, έχει χώρο η καλοσύνη να δώσει τη μάχη της;
Η καλοσύνη, για μένα, δεν είναι κάτι που εξαρτάται από τον κόσμο γύρω μας. Είναι μια εσωτερική διαδικασία, μια προσωπική αντίσταση απέναντι σε ό,τι συμβαίνει. Ακριβώς επειδή υπάρχει τόση βία, η καλοσύνη αποκτά μεγαλύτερη αξία όχι ως λύση, αλλά ως επιλογή που κρατά τον άνθρωπο, Ανθρωπο.

-Αν μπορούσες να συναντήσεις έναν συγγραφέα αστυνομικής λογοτεχνίας -ζώντα ή τεθνεώτα- ποιος θα ήθελες να είναι και ποιο θα ήταν το ιδανικό περιβάλλον;
Την Αγκάθα Κρίστι, στο βαγόνι ενός τρένου. Τα τρένα ασκούν πάνω μου μια απίστευτη γοητεία. Ε, αν αυτό ήταν και βαγόνι του Orient Express, τότε θα ήταν μια ιδανική συνθήκη.

 

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125