Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;

Στα βήματα ενός ανελέητου χορού

Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;

«Αλήθεια και ψευδαίσθηση. Ποιος μπορεί να ξεχωρίσει τη διαφορά;» Με αυτή τη φράση, σχεδόν ψιθυριστή, που λέγεται από τον Τζορτζ και επιπλέει προς το τέλος του έργου,  ανάμεσα στον ορυμαγδό των προσβολών, ο Έντουαρντ Άλμπι συμπυκνώνει το σύμπαν του «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;». Δεν πρόκειται απλώς για μια νύχτα μέθης, ούτε για έναν γάμο σε αποσύνθεση, πρόκειται για μια τελετουργία απογύμνωσης, όπου η αλήθεια δεν εμφανίζεται ως λύτρωση αλλά ως βίαιη αναγκαιότητα. Στο σαλόνι ενός πανεπιστημιακού σπιτιού στη Νέα Αγγλία, η αμερικανική υπόσχεση της ευτυχίας, οικογένεια, επιτυχία, κοινωνική άνοδος, καταρρέει κάτω από το βάρος των ίδιων της των ψεμάτων. Ο Άλμπι στήνει ένα έργο όπου η προσωπική σύγκρουση γίνεται πολιτική αλληγορία και ο γάμος της Μάρθας και του Τζορτζ μετατρέπεται σε μικρογραφία μιας κοινωνίας που φοβάται, πάνω απ’ όλα, να ζήσει χωρίς τις ψευδαισθήσεις της.

Το «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;» του Έντουαρντ Άλμπι στην επιφάνειά του φαίνεται να αφηγείται μια νύχτα υπερβολής, ένα μεθύσι με λόγια και ουίσκι. Στον πυρήνα του όμως εκθέτει την πιο οδυνηρή πρώτη ύλη των ανθρώπινων σχέσεων, τις αυταπάτες που χτίζουμε για να αντέξουμε τη ζωή και τις καταστροφές που προκαλεί η στιγμή που αυτές οι αυταπάτες συντρίβονται.

Η υπόθεση είναι γνωστή και συνάμα αιφνιδιαστική κάθε φορά. Η Μάρθα και ο Τζορτζ, ζευγάρι μεσήλικων σε μια πανεπιστημιούπολη της Νέας Αγγλίας, καλούν στο σπίτι τους τον νεαρό Νικ και τη σύζυγό του Χάνεϊ μετά από πανεπιστημιακή δεξίωση. Από την πρώτη στιγμή γίνεται σαφές ότι δεν πρόκειται για μια «ευπρεπή» επίσκεψη. Το αλκοόλ ρέει άφθονο, οι συμβάσεις καταλύονται, και αρχίζει ένα παιχνίδι, «ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;», όπου το ερώτημα δεν χρειάζεται απάντηση, γιατί η ίδια η βραδιά θα την προσφέρει, όλοι τη φοβούνται, δηλαδή όλοι τρέμουν να ζήσουν «χωρίς ψευδαισθήσεις».

Στο κέντρο βρίσκεται η σχέση Μάρθας και Τζορτζ, ένας γάμος δύο δεκαετιών που έχει σφυρηλατηθεί από πικρία, απογοήτευση, επιθυμία για τιμωρία και, παραδόξως, μια αρραγή συνενοχή. Οι ατάκες τους κόβουν σαν γυαλί. «Αν υπήρχες, θα σε χώριζα», του λέει η Μάρθα, «παιχνιδάκια» τα αποκαλούν, αλλά είναι παιχνίδια χωρίς κανόνες, με μοναδικό στόχο την απογύμνωση του άλλου. Ο Τζορτζ, καθηγητής Ιστορίας που αισθάνεται ότι έχει αποτύχει, και η Μάρθα, κόρη του Πρύτανη που κατηγορεί τον σύζυγο για μετριότητα, εκθέτουν ο ένας τα πιο ευάλωτα σημεία του άλλου. Ο Άλμπι δείχνει πως η αγάπη μπορεί να μετατραπεί σε μηχανισμό βασανισμού, χωρίς ποτέ να εξαφανίζεται εντελώς.

Οι δύο νεότεροι καλεσμένοι δεν είναι απλώς μάρτυρες, γίνονται αναπόδραστα συμπαίκτες. Η αφέλεια του ζευγαριού γρήγορα διαβρώνεται, καθώς τραβιούνται και οι ίδιοι στο πεδίο μάχης των οικοδεσποτών. Ο Νικ, φιλόδοξος ακαδημαϊκός «νέου τύπου», και η εύθραυστη Χάνεϊ λειτουργούν ως καθρέφτες για το παρελθόν της Μάρθας και του Τζορτζ, αυτό που υπήρξαν κάποτε ή αυτό που θα ήθελαν να είχαν υπάρξει. Όσο η νύχτα προχωρά, το «παιχνίδι της αλήθειας» γίνεται τελετουργία καταστροφής και κάθαρσης μαζί. Οι προσωπικοί μύθοι καταρρέουν και το πιο σκληρό ψέμα, εκείνο που κρατούσε ζωντανό τον γάμο, θρυμματίζεται. Η συγκλονιστική σιωπή που απομένει φανερώνει πως η αλήθεια δεν λυτρώνει χωρίς κόστος.

Η στρίγγλα και ο ορθολογιστής σε συνεχή ετοιμότητα. «Να πάρει ο διάολος, ποτέ δεν ξέρω πότε εσείς οι δύο λέτε ψέματα και πότε όχι» αγανακτεί ο Νικ. Σε αυτή την «κωμωδία της απόκρυψης», όπως έχει χαρακτηριστεί, η πραγματικότητα είναι προϊόν λογοπλασίας, δεν είμαστε ποτέ σίγουροι αν οι ιστορίες που ακούμε έχουν όντως συμβεί στο παρελθόν ή όχι. Δεν είναι απλώς ότι οι ήρωες προβάλλουν ή αποσιωπούν ό,τι τους εξυπηρετεί. Είναι ότι ο λόγος υποκαθιστά την πραγματικότητα. Ακόμη και την πραγματικότητα  της τεκνοποιίας. Ο γιος τη Μάρθας και του Τζορτζ, αυτό το παιδί «με τα ξανθά μαλλιά και τα γαλανά μάτια», αποδεικνύεται αποκύημα της φαντασίας τους.

Δεν είναι τυχαία η επιλογή των ονομάτων Τζορτζ και Μάρθα, ούτε το πανεπιστημιακό πλαίσιο. Ο Άλμπι συνδέει τον ιδιωτικό βίο με τον συλλογικό αμερικανικό μύθο. Η Αμερική της μεταπολεμικής ευμάρειας, των «όμορφων, γαλανομάτικων παιδιών, εκατό τοις εκατό αμερικανικών προϊόντων», όπως σαρκαστικά υπαινίσσεται το έργο, στηρίζεται σε φαντασιώσεις επιτυχίας, προόδου, οικογενειακής αρμονίας. Κάτω όμως από τη στιλπνή επιφάνεια, κρύβονται άγχη ανεπάρκειας, ταξικές πιέσεις, ο φόβος της αποτυχίας και ένας διαρκής ανταγωνισμός που μετατρέπει ακόμη και την οικειότητα σε πεδίο σύγκρουσης.

Ο Τζορτζ, καθηγητής Ιστορίας, κουβαλά το βάρος μιας χώρας που ξαναγράφει συνεχώς τη δική της αφήγηση για να παραμείνει αλώβητη. Η Μάρθα, κόρη εξουσίας, ενσαρκώνει την εγγενή βία της προσδοκίας, να είσαι «κάποιος», ακόμη κι αν αυτό σημαίνει να συντρίψεις όποιον βρίσκεται κοντά σου. Οι προσωπικές τους αυταπάτες δεν είναι παρά μικρογραφίες εθνικών μύθων. Το ερώτημα «ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;» γίνεται έτσι μεταφορά για μια κοινωνία που τρέμει να αντικρίσει την ενηλικίωση, δηλαδή την αποδοχή της απώλειας, της θνητότητας, της μετριότητας.

Το έργο του Άλμπι, με το χιούμορ που κόβει την ανάσα και την ωμή του τρυφερότητα, παραμένει σπουδαίο γιατί δεν μας προσφέρει παρηγοριά. Μας καλεί να κοιτάξουμε την αλήθεια χωρίς τραγούδι-νανούρισμα. Κι αν τελικά φοβόμαστε, είναι επειδή γνωρίζουμε ήδη την απάντηση, ο φόβος δεν είναι για τη Βιρτζίνια Γουλφ, αλλά για την ίδια μας τη ζωή χωρίς τις αγαπημένες μας ψευδαισθήσεις.

Κοιτώντας κανείς την παράσταση «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» στο Θέατρο Ζίνα, έχει την αίσθηση ότι παραβιάζει έναν ιδιωτικό χώρο. Σαν να στέκεται πίσω από μια μισάνοιχτη πόρτα και να παρακολουθεί όσα κανονικά δεν λέγονται ποτέ δυνατά. Ο Έντουαρντ Άλμπι, μέσα από το αριστουργηματικό του κείμενο, αποδομεί τον θεσμό του γάμου και εκθέτει την ανθρώπινη ανάγκη για εξουσία, επιβεβαίωση και αντοχή. Η σκηνοθεσία του Σωτήρη Τσαφούλια αντιμετωπίζει το έργο με απόλυτο σεβασμό, αλλά και με ένα ψυχρό, διεισδυτικό βλέμμα που δεν χαρίζεται σε κανέναν από τους ήρωές του.

Η φαινομενικά αθώα κοινωνική συνάντηση των  δύο ζευγαριών μετατρέπεται γρήγορα σε μια ανελέητη ψυχολογική αναμέτρηση. Οι λέξεις λειτουργούν ως όπλα, οι σιωπές ως παγίδες, και κάθε σκηνή μοιάζει με κίνηση σε μια παρτίδα σκάκι όπου το λάθος δεν συγχωρείται. Ο Τσαφούλιας στήνει μια παράσταση βαθιά ψυχογραφική, απογυμνώνοντας τους χαρακτήρες από κάθε ψευδαίσθηση αξιοπρέπειας. Δεν επιδιώκει να τους εξωραΐσει, αντίθετα, τους αφήνει να εκτεθούν, να πληγωθούν και να πληγώσουν.

Το σκηνικό της Μαίρης Τσαγκάρη είναι ένα σαλόνι πλούσιου σπιτιού, γεμάτο βιβλιοθήκες, χαμηλούς φωτισμούς και έπιπλα παλιά αλλά καλοδιατηρημένα, δημιουργεί την αίσθηση ενός χώρου ιδιαίτερα φροντισμένου, καλλιεργημένου, σχεδόν προστατευμένου. Κι όμως, μέσα σε αυτό το περιβάλλον αστικής κομψότητας, εκτυλίσσεται μια συναισθηματική σφαγή. Οι φωτισμοί  λειτουργούν ως αφηγηματικό εργαλείο που συνομιλεί διαρκώς με την ψυχική κατάσταση των προσώπων. Με διακριτικές εναλλαγές και προσεκτικά μετρημένες σκιές, αποτυπώνουν τα εσωτερικά αδιέξοδα και τη συναισθηματική ασφυξία των ηρώων. Έτσι, η σκηνή αποκτά βάθος, αλήθεια και μια σχεδόν επικίνδυνη οικειότητα.

Ο Βλαδίμηρος Κυριακίδης ως Τζώρτζ υποδύεται έναν άντρα εξαντλημένο, παγιδευμένο σε έναν γάμο που έχει προ πολλού νεκρωθεί. Η ερμηνεία του είναι χαμηλόφωνη, εσωτερική, γεμάτη πίκρα και παραίτηση. Απέναντί του, η Έφη Μουρίκη παραδίδει μια συγκλονιστική Μάρθα, νευρωτική, σκληρή, αλλά και βαθιά τραυματισμένη. Ισορροπεί με ακρίβεια ανάμεσα στην παράνοια και τη λογική, αποκαλύπτοντας σταδιακά τη θλίψη πίσω από την επιθετικότητα. Ο ρυθμός ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές θυμίζει έναν ιδιότυπο χορό εραστών, όπου η έλξη και η αποστροφή εναλλάσσονται αδιάκοπα, λίγο πριν παραδοθούν ολοκληρωτικά στο χάος του πάθους ή στην απόλυτη επικράτηση του μίσους.

Ο Σπύρος Σταμούλης ως Νικ φέρνει μια ελεγχόμενη ένταση και έναν εμφανή καιροσκοπισμό, ενώ η Ελεάνα Στραβοδήμου, ως Χάνεϊ, εκπλήσσει με μια ερμηνεία γεμάτη χιούμορ, ευαισθησία και υπόγεια μελαγχολία. Πίσω από τη μάσκα της αφελούς συζύγου, διαφαίνεται μια γυναίκα εγκλωβισμένη σε ρόλους που δεν επέλεξε.

Παρά τη συνολική της δύναμη, η παράσταση δεν στερείται αδυναμιών. Η έντονα ψυχογραφική προσέγγιση της σκηνοθεσίας, αν και σε μεγάλο βαθμό αποτελεσματική, σε ορισμένες στιγμές οδηγεί σε μια υπερβολική επιμήκυνση των σκηνών, με αποτέλεσμα να αμβλύνεται η δραματουργική ένταση. Επιπλέον, η έμφαση στον ρεαλισμό αφήνει ελάχιστο χώρο για υπαινιγμούς ή ποιητικές αποστάσεις, στοιχείο που θα μπορούσε να εμπλουτίσει τη θεατρική εμπειρία. Ορισμένες ερμηνευτικές εξάρσεις αγγίζουν τα όρια της υπερβολής, μειώνοντας στιγμιαία τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο τραγικό και το ειρωνικό. Τέλος, η παράσταση, πιστή στο κείμενο, δεν ρισκάρει δραματουργικά, επιλέγοντας μια ασφαλή ανάγνωση αντί για μια πιο ανατρεπτική πρόταση.

Οι ήρωες του Άλμπι, στο «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;» παλεύουν να ορίσουν την ταυτότητά τους μέσα από τη σύγκρουση, τον πόνο και την αμοιβαία εξάρτηση. Η αγάπη και το μίσος συγχέονται, η αλήθεια γίνεται αφόρητη και το ψέμα μοιάζει σωτήριο. Τελικά, το έργο αποκαλύπτει πως αυτό που πραγματικά φοβόμαστε δεν είναι η απώλεια, αλλά η γυμνή, αδυσώπητη αλήθεια για τον εαυτό μας. Στον πυρήνα του, το έργο δεν μιλά απλώς για έναν γάμο που καταρρέει, αλλά για τον φόβο της μοναξιάς και την ανάγκη του ανθρώπου να κατασκευάζει ψευδαισθήσεις για να αντέξει την πραγματικότητα.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125