Ζωή πατίνι και πάντα κατόπιν εορτής

Η ιστορία με τα πατίνια δεν είναι τελικά μόνο μια ιστορία μετακίνησης, αλλά μια μικρή, πολύ ελληνική ιστορία για την επιπολαιότητα, την ανοχή και την παλιά μας συνήθεια να αντιδρούμε μόνο όταν το τίμημα έχει ήδη πληρωθεί.

Ζωή πατίνι και πάντα κατόπιν εορτής

Στην Ελλάδα έχουμε ένα σταθερό μοτίβο. Αφήνουμε κάτι να μπει ορμητικά στην καθημερινότητά μας, το χαϊδεύουμε σαν σημάδι προόδου, κάνουμε πως δεν βλέπουμε τα κενά, τις υπερβολές και τις παρενέργειες, και μετά, όταν αρχίσουν τα ατυχήματα, οι τραυματισμοί και ο τρόμος των γονιών, πέφτουμε όλοι μαζί από τα σύννεφα. Κάπως έτσι φτάσαμε και στα ηλεκτρικά πατίνια. Από αθώο παιχνίδι πόλης, έγιναν μέσα σε ελάχιστο χρόνο ένα σύμβολο της ελληνικής προχειρότητας: λίγο μόδα, λίγο ελευθερία, λίγο “έλα μωρέ, ένα παιδί είναι”, και στο τέλος αίμα, χειρουργεία, ΜΕΘ και υπουργικές εξαγγελίες.

Το τελευταίο διάστημα η εικόνα έχει πάψει να είναι ασαφής. Η Τροχαία στην Αττική έκανε ειδικούς ελέγχους και μέσα σε τρεις ημέρες βεβαιώθηκαν 135 παραβάσεις, με τις περισσότερες να αφορούν μη χρήση κράνους και κάποιες ακόμη να συνδέονται ακόμη και με οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ. Την ίδια ώρα, ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης προανήγγειλε αλλαγή του πλαισίου για τους ανηλίκους, λέγοντας καθαρά ότι η προσωπική του θέση είναι πως τα πατίνια για ανηλίκους θα πρέπει να απαγορευτούν και ότι δεν μπορεί ένα παιδί να πηγαίνει στο σχολείο με πατίνι.

Θα βιαστούν πολλοί να πουν ότι ο υπουργός υπερβάλλει, ότι πάντα η εξουσία βρίσκει την εύκολη λύση της απαγόρευσης, ότι δεν φταίει το πατίνι, αλλά η κακή χρήση του. Ναι, προφανώς και δεν φταίει το πατίνι από μόνο του. Όπως δεν φταίει από μόνο του ούτε το μηχανάκι, ούτε το αυτοκίνητο, ούτε το κινητό όταν βρίσκεται στο χέρι ενός οδηγού. Το θέμα δεν είναι ποτέ μόνο το αντικείμενο. Το θέμα είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο το αφήνεις να λειτουργήσει. Και στην Ελλάδα το περιβάλλον αυτό είναι σχεδόν πάντα ίδιο: μισοί κανόνες, μισοί έλεγχοι, μισή ευθύνη και ολόκληρη η αυταπάτη ότι «σε εμάς δεν θα συμβεί».

Το πρόβλημα με τα πατίνια δεν είναι ότι ήρθαν. Το πρόβλημα είναι ότι μπήκαν στη ζωή μας πιο γρήγορα από όσο μπήκαν οι κανόνες, η παιδεία και η σοβαρότητα. Σήμερα ο νόμος προβλέπει ελάχιστη ηλικία 12 ετών, όριο ταχύτητας έως 25 χιλιόμετρα την ώρα και απαγόρευση κυκλοφορίας σε δρόμους με όριο άνω των 50 χιλιομέτρων, ενώ προβλέπει και υποχρέωση κράνους. Ωραία. Και πόσοι τα ξέρουν αυτά; Και πόσοι τα τηρούν; Και κυρίως, πόσοι ενήλικες τα επιβάλλουν σε ένα παιδί που βλέπει το πατίνι σαν παιχνίδι, όχι σαν όχημα;

Εκεί βρίσκεται η πραγματική υποκρισία μας. Μας ενοχλεί η αυστηρότητα του κράτους, αλλά δεν μας ενοχλεί που ένα παιδί 12, 13 ή 14 ετών κυκλοφορεί χωρίς κράνος, χωρίς αίσθηση κινδύνου, χωρίς επίβλεψη, ανάμεσα σε αυτοκίνητα, μηχανές, λακκούβες, πεζούς και οδηγούς που έτσι κι αλλιώς δεν φημίζονται για την ψυχραιμία ή την προσοχή τους. Θέλουμε να μιλάμε για «ελευθερία» του παιδιού, αλλά στην πραγματικότητα μιλάμε για την ευκολία τη δική μας. Για την ανοχή τη δική μας. Για την άρνησή μας να πούμε μια απλή, ενοχλητική αλήθεια: ότι δεν είναι όλα για όλες τις ηλικίες και ότι η ταχύτητα δεν είναι παιχνίδι.

Γι’ αυτό και η κουβέντα δεν πρέπει να μείνει στο δίπολο «απαγόρευση ή όχι». Αν μείνει εκεί, θα γίνει άλλη μια βολική τηλεοπτική φασαρία. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι άλλο: έχουμε ως κοινωνία αποφασίσει αν τα πατίνια είναι παιχνίδι ή όχημα; Γιατί και τα δύο μαζί δεν γίνεται. Αν είναι παιχνίδι, τότε δεν έχουν θέση στον δρόμο. Αν είναι όχημα, τότε χρειάζονται κανόνες, έλεγχοι, υποχρεώσεις και ευθύνη, ακριβώς όπως όλα τα οχήματα. Αυτό το ενδιάμεσο ελληνικό “και λίγο από εδώ και λίγο από εκεί” είναι που σακατεύει κόσμο.

Ο Χρυσοχοΐδης, με το γνωστό του ύφος, διάλεξε το πιο σκληρό άκρο της συζήτησης. Ίσως και γιατί βλέπει ότι μόνο έτσι μπορεί να σπάσει η αδιαφορία. Όμως η πολιτεία δεν πρέπει να εξαντλήσει την παρέμβασή της σε μια απαγόρευση για τους ανήλικους και σε μερικά σαρωτικά πρόστιμα. Αν θέλει να κάνει κάτι σοβαρό, οφείλει να φτιάξει καθαρούς κανόνες χρήσης, σαφή όρια ανά ηλικία, ζώνες κυκλοφορίας που να βγάζουν νόημα, πραγματικούς ελέγχους και, κυρίως, δημόσια καμπάνια που να μιλά τη γλώσσα των γονιών και των παιδιών. Όχι άλλη μια αφίσα που θα την καταπιεί ο τοίχος. Μια αληθινή εκστρατεία που να λέει το αυτονόητο: το πατίνι δεν συγχωρεί την επιπολαιότητα.

Και μαζί με την πολιτεία, ας κοιταχτούμε και λίγο στον καθρέφτη. Γιατί πίσω από κάθε παιδί που ανεβαίνει σε πατίνι χωρίς κράνος, υπάρχει κάποιος μεγάλος που είπε «δεν πειράζει, μέχρι εκεί θα πάει». Πίσω από κάθε ανήλικο που κατεβαίνει μια κατηφόρα σαν να είναι video game, υπάρχει ένας ενήλικας που δεν του εξήγησε ποτέ ότι ο δρόμος δεν είναι παιχνίδι ρόλων. Και πίσω από κάθε συζήτηση που ανοίγει μόνο όταν υπάρξει σοβαρός τραυματισμός, υπάρχει μια κοινωνία που έχει μάθει να σοκάρεται πάντα αργά.

Να λοιπόν το πραγματικό πρόβλημα. Δεν είναι μόνο τα πατίνια. Είναι αυτή η μόνιμη ελληνική ζωή πατίνι: γρήγορα, πρόχειρα, χωρίς κράνος, χωρίς σχέδιο, χωρίς πρόβλεψη, μέχρι να πέσουμε πάνω στον τοίχο και να αρχίσουμε μετά να ψάχνουμε ποιος φταίει.

Κάπου εδώ, ίσως, έχει νόημα να σταματήσουμε να συζητάμε σαν να μιλάμε για ένα αθώο trend της πόλης. Δεν μιλάμε για αξεσουάρ. Μιλάμε για σώματα, για κεφάλια, για παιδιά, για δρόμους και για όρια. Και αν δεν το καταλάβουμε τώρα, θα συνεχίσουμε να κάνουμε αυτό που ξέρουμε καλύτερα: να τρέχουμε πίσω από το κακό, πάντα με καθυστέρηση, πάντα με φωνές, πάντα κατόπιν εορτής.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125