Γιώτα Κοντογεωργοπούλου: Τα «Τάματα», το παιχνίδι του crime και η μνήμη που αλλοιώνει την αλήθεια
Με αφορμή την κυκλοφορία του νέου της βιβλίου «Τάματα», η Γιώτα Κοντογεωργοπούλου μιλά για τον τρόπο που χτίζει ατμόσφαιρα, για το πώς ο τόπος γίνεται πρωταγωνιστής και για το παιχνίδι της αφήγησης με τον αναγνώστη. Εξηγεί γιατί, για εκείνη, το σκοτάδι δεν χρειάζεται φωνές — και γιατί το φως είναι πάντα ανθρώπινη υπόθεση.
Η Γιώτα Κοντογεωργοπούλου είναι από τους ανθρώπους που έχουν μάθει να δουλεύουν με την πληροφορία: διευθύντρια σύνταξης στο thebest.gr, με καθημερινότητα που δεν συγχωρεί φλυαρία.
Στα «Τάματα» (που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Bell) την συναντάς αλλιώς: σε μια Κέρκυρα φωτεινή και παραπλανητική, σε μια ιστορία που δεν στηρίζεται στο πυροτέχνημα της ανατροπής αλλά στην ατμόσφαιρα, στη μνήμη και στο «μέσα» των ανθρώπων.
Το βιβλίο είναι crime, αλλά δεν πατάει στο εύκολο «σοκ». Πατάει στην ψυχολογία, στη μνήμη που μπερδεύει τα πράγματα, και σε μια μικρή κοινωνία που λειτουργεί σαν κλειστό σύστημα. Και η Κέρκυρα -ειδικά έτσι όπως την χρησιμοποιεί- δεν είναι τοπίο απλό αλλά μέρος του μηχανισμού της ιστορίας.
Μιλήσαμε για το crime ως “παιχνίδι για δύο”, για το πώς η αφήγηση μοιράζει πληροφορίες με παύσεις, για το τραύμα και την ενοχή — αλλά και για το φως που, όπως λέει, δεν είναι ποτέ διακοσμητικό, αλλά είναι επιλογή. Και στο τέλος, είναι πάντα ο άνθρωπος.
Στα “Τάματα” σε ενδιαφέρει πολύ η ατμόσφαιρα και η ψυχολογία, όχι μόνο το γεγονός. Ήταν εξαρχής αυτός ο στόχος ή προέκυψε γράφοντας;
H ατμόσφαιρα για μένα παίζει πάρα πολύ σημαντικό ρόλο όπως παίζει και ο τόπος. Στα βιβλία μου πάντα ο τόπος είναι ένας ακόμη πρωταγωνιστής. Και είναι πάντα ένα σημείο εκκίνησης για να στήσω την ιστορία και να «γεννηθούν» στο μυαλό μου τα πρόσωπα. Πιστεύω ότι ο τόπος μαρτυράει κάτι από το dna των ανθρώπων που τον κατοικούν. Ότι συνομιλεί αθόρυβα μαζί τους.
Οπότε ναι, η ατμόσφαιρα είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να στήσω μια ιστορία. Και η ατμόσφαιρα δεν έρχεται τόσο από τις περιγραφές, όσο από την ένταση των λέξεων, από το κλίμα, για να το πω έτσι, μιας σκηνής, από τον τρόπο που οι ήρωες κινούνται μέσα στο χώρο.
Τώρα, σε ό,τι αφορά την ψυχολογία ναι, είναι ο κύριος άξονας για τις ιστορίες μου. Δεν νομίζω ότι μπορείς να μιλήσεις για τον άνθρωπο σε καμία έκφανση της ζωής του, χωρίς να κοιτάξεις μέσα του, να δεις τι τον οδηγεί στο έγκλημα- εν προκειμένω- ή στο ευεργέτημα. Εμένα μου αρέσει να σκαλίζω πολύ το «μέσα» των ηρώων μου. Η ιστορία είναι οι άνθρωποι που την γράφουν. Και αυτός νομίζω ότι είναι και ο λόγος που έκανα στροφή προς το crime. H ψυχολογία ενός ανθρώπου που οδηγείται στο έγκλημα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Το πώς έχουν «γράψει» μέσα του το κοινωνικό περιβάλλον, η οικογενειακή συνθήκη, η καθημερινότητα που βιώνει, πώς τα παιδικά, τα εφηβικά, τα νεανικά τραύματα σημαδεύουν και με ποιο μηχανισμό έρχονται αυτά ξανά στην επιφάνεια και αιμορραγούν. Δεν ξυπνάει κανείς ένα πρωί και λέει «πάω να κάνω ένα έγκλημα». Υπ’ αυτήν την έννοια το crime αποκτά και μια πολύ ενδιαφέρουσα κοινωνική διάσταση για αυτό και κάποιοι επιμένουν να το χαρακτηρίζουν ως το σύγχρονο κοινωνικό μυθιστόρημα.
Το βιβλίο κινείται ανάμεσα στη μνήμη και στο παρόν. Σε ενδιαφέρει περισσότερο το “τι έγινε” ή το “πώς το θυμόμαστε”;
Σίγουρα το δεύτερο. Το οποίο μπορεί και να μην έχει και καμία σχέση με το τι πραγματικά έγινε. Ο τρόπος που θυμόμαστε κάτι, έχει το στοιχείο της υποκειμενικότητας. Διαβάζουμε τα πράγματα με βάση τον τρόπο με τον οποίο τα κοιτάζουμε. Και ο τρόπος με τον οποίο τα κοιτάζουμε έχει να κάνει με τα βιώματά μας. Όταν θυμόμαστε κάτι επί της ουσίας δεν θυμόμαστε το γεγονός αλλά το αποτύπωμα που άφησε μέσα μας.
Το βιβλίο χτίζει ένταση με μικρές πληροφορίες και παύσεις. Πώς αποφασίζεις τι αποκαλύπτεται και πότε;
Νομίζω ότι στο crime αυτό είναι το κυρίως παιχνίδι που παίζεις με τον αναγνώστη. Το να δίνεις με ελεγχόμενες δόσεις τις αποκαλύψεις έτσι ώστε να παίζεις μαζί του το παιχνίδι του σκύλου με τη γάτα. Το μεγάλο στοίχημα είναι να κρατάς αμείωτο το ενδιαφέρον του, να μην κάνει κοιλιά, να τον τροφοδοτείς συνεχώς με στοιχεία που τον καθιστούν συμμέτοχο στο «έγκλημα» (να του μιλάς δηλαδή για εκφάνσεις της ζωής του), αλλά και συμμέτοχο στην εξιχνίαση της υπόθεσης. Ο αναγνώστης γίνεται ένας μικρός Πουαρό που πατάει πάνω στα στοιχεία που αφήνεις για να στήσει τη δική του ιστορία, να αποδώσει στον, κατ’ αυτόν ύποπτο, κίνητρα, να συνδημιουργήσει δηλαδή, και αυτό είναι κάτι που με γοητεύει πολύ. Είναι παιχνίδι για δύο. Για τον συγγραφέα και για τον αναγνώστη. Οπότε αποφασίζω τι αποκαλύπτεται και πότε, έχοντας στο νου μου αυτή τη σχέση. Στόχος μου είναι να κρατήσω ενεργό αυτό το παιχνίδι μέχρι το τέλος.

Όταν ξεκινάς ένα μυθιστόρημα σαν κι αυτό, έχεις χαρτογραφήσει τη διαδρομή ή αφήνεις τους χαρακτήρες να σε οδηγήσουν;
Όχι, γράφω χωρίς σχέδιο, χωρίς καν σημειώσεις. Ξεκινάω με μια γενική ιδέα και στη διαδρομή γεννιέται η ιστορία. Οπότε και συμβαίνει αυτό το, σχεδόν σχιζοφρενικό: να σε οδηγούν οι ήρωες τους οποίους ο ίδιος έχει δημιουργήσει. Δεν μπορώ να το εξηγήσω, αλλά ειλικρινά έτσι συμβαίνει από ένα σημείο και πέρα, όταν έχεις δομήσει το προφίλ ενός ήρωα και είναι σαν να τον βλέπεις να κάθεται δίπλα σου. Σκέφτεσαι τι θα έκανε τώρα αυτός ο τύπος;
Σε crime μυθιστόρημα ο αναγνώστης κάνει συνεχώς υποθέσεις. Εσύ τον θέλεις συνεργό, αντίπαλο ή μάρτυρα;
Θα έλεγα και τα τρία. Στην αρχή ο αναγνώστης είναι μάρτυρας της ιστορίας, παρακολουθεί τα γεγονότα και γνωρίζει τους χαρακτήρες. Στη συνέχεια γίνεται συνεργός, γιατί προσπαθεί να ενώσει τα στοιχεία και να καταλάβει τι πραγματικά συμβαίνει. Και κάποιες στιγμές γίνεται και αντίπαλος, όταν προσπαθεί να φτάσει στη λύση πριν από την ίδια την ιστορία, κάτι που για μένα είναι πολύ ωραίο, γιατί δημιουργεί μια πρόκληση και ένα παιχνίδι σκέψης ανάμεσα στον συγγραφέα και τον αναγνώστη. Το τελευταίο είναι για μένα το πιο συναρπαστικό.
Όταν γράφεις για σκοτεινά θέματα, τι σε κρατά να μην πέσεις στην υπερβολή ή στη δραματοποίηση;
Βάζω πάντα τον εαυτό μου στη θέση των ηρώων που βιώνουν μια σκοτεινή κατάσταση. Σκέφτομαι πώς θα αντιδρούσα εγώ; Πώς έχω δει να αντιδρά ένα γνωστό μου κοντινό μου πρόσωπο σε ανάλογες καταστάσεις;
Νομίζω ότι τηρώ τις ισορροπίες επειδή δεν με ενδιαφέρει να σοκάρω αλλά να κατανοήσω. Δεν θέλω η ιστορία να γίνει θέαμα, αλλά εμπειρία.
Άλλωστε, το πιο δυνατό σκοτάδι δεν χρειάζεται φωνές και εξάρσεις. Λειτουργεί πιο ουσιαστικά μέσα από τη σιωπή, την υπαινικτικότητα και τις μικρές, ανθρώπινες λεπτομέρειες.

Αν κάποιος δεν σε έχει ξαναδιαβάσει και ξεκινήσει από τα “Τάματα”, τι θα ήθελες να καταλάβει πρώτα για σένα ως συγγραφέα;
Ότι φτιάχνω μικρές κοινωνίες. Ότι δεν είναι ένα, δυο, τρία τα πρόσωπα που αποτελούν τους κεντρικούς ήρωες. Είναι όλοι οι ήρωες πρωταγωνιστές. Δημιουργώ κλειστά σύμπαντα όπου οι χαρακτήρες δεν λειτουργούν μεμονωμένα, αλλά συγκρούονται, εξαρτώνται ο ένας από τον άλλον, επηρεάζονται από τις συνθήκες και, τελικά, διαμορφώνονται μέσα από αυτές. Ότι αγαπώ να παίζω σε δύο και τρεις χρόνους στις ιστορίες μου και να τις πλέκω έτσι ώστε στο τέλος να οδηγούνται μαζί στην ίδια λύση.
Και ότι προσπαθώ μέσα από πολύ σκοτεινές ιστορίες να αντλήσω φως. Ότι στο τέλος αφήνω πάντα ένα παράθυρο ανοικτό. Ότι κερδίζει πάντα η αισιοδοξία. Δηλαδή, ο άνθρωπος.
Υπάρχει κάτι που φοβήθηκες να γράψεις και τελικά το έγραψες;
Αυτό που πάντα φοβάσαι να γράψεις δεν έχει να κάνει με τους άλλους, δεν έχει να κάνει δηλαδή με τους αναγνώστες, έχει να κάνει με σένα. Γράφοντας κάτι που ακουμπάει πολύ δυνατά μέσα σου, επί της ουσίας το αναγνωρίζεις, το φέρνεις στο φως, το κάνεις λέξεις. Είναι διαδικασία σχεδόν ψυχαναλυτική αυτό και όπως όλοι γνωρίζουμε η ψυχανάλυση είναι επώδυνη διαδικασία. Γιατί σε αναγκάζει να σταθείς απέναντι σε ό,τι έχεις μάθει να αποφεύγεις. Και τη στιγμή που το γράφεις, δεν μπορείς πια να προσποιηθείς ότι δεν υπάρχει. Το έχεις κατονομάσει. Και σε αυτό το βιβλίο, ναι, υπάρχουν τέτοια κομμάτια για μένα, τα οποία δεν φοβήθηκα να κάνω λέξεις.
Γιατί διάλεξες την Κέρκυρα ως τόπο «φιλοξενίας» αυτής της ιστορίας;
Ήθελα έναν τόπο φωτεινό, για να δείξω ότι, όπως και στη ζωή, το πιο σκοτεινό κομμάτι της ιστορίας δεν βρίσκεται στο σκοτάδι αλλά μέσα στο φως. Εκεί δηλαδή που νομίζουμε ότι είμαστε ασφαλείς.
Εκεί που νομίζουμε ότι έχουμε δραπετεύσει από όσα μας ακολουθούν και παίρνουμε όρκο ότι τα έχουμε προσπεράσει. Το φως στο εξώφυλλο, όπως και στο βιβλίο είναι δηλαδή παραπλανητικό.
Τα «Τάματα» είναι ένα αστυνομικό θρίλερ, αλλά στον πυρήνα του είναι μια ιστορία για το τραύμα, την ενοχή και τα όρια του ανθρώπινου μυαλού.
Διάλεξα επίσης για την ιστορία μου την Κέρκυρα το Πάσχα γιατί στο νησί η Σταύρωση και η Ανάσταση συνυπάρχουν σχεδόν ταυτόχρονα, η θλίψη και η χαρά βαδίζουν πλάι πλάι, σε απόσταση μιας μόνο καμπάνας.
Μέσα σε λίγες ώρες περνάς από το πένθος στην έκρηξη φωτός, από τη σιωπή στην πανηγυρική λύτρωση. Αυτή η εναλλαγή δεν είναι μόνο θρησκευτική τελετουργία. Είναι μια συμπυκνωμένη εικόνα της ίδιας της ζωής. Γιατί και στη ζωή, η απώλεια και η ελπίδα, η πτώση και η ανάταση, δεν απέχουν όσο νομίζουμε. Και αυτό ακριβώς ήθελα να πως μέσα από την ιστορία: πως ακόμη και μέσα στο βαθύτερο σκοτάδι υπάρχει η υπόσχεση μιας Ανάστασης αλλά και πως κάθε φως κουβαλά τη σκιά του.
Αν αυτό το βιβλίο είναι “σκοτεινό”, πού βρίσκεται για σένα το φως του;
Βρίσκεται στην προσπάθεια των χαρακτήρων να αποκαλύψουν την αλήθεια, ακόμη κι όταν όλα γύρω είναι τυλιγμένα στο σκοτάδι. Στην ανάγκη να αποδοθεί δικαιοσύνη, στην προσπάθεια να γίνουμε πιο συνειδητοί για τον κόσμο γύρω μας. Το φως βρίσκεται και στη λύτρωση που βρίσκουν κάποιοι χαρακτήρες στο τέλος. Πάντα υπάρχει μια αίσθηση κάθαρσης και ελπίδας. Η αίσθηση ότι η δυνατότητα της αλλαγής, ίσως και τελικά να είναι στο χέρι σου.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
