Βαγγέλης Γιαννίσης: «Δεν είμαι ποτέ πλήρως ικανοποιημένος» – Το νέο του βιβλίο

Ο συγγραφέας πλέκει δεξιοτεχνικά τη μυστηριώδη ιστορία του, θίγοντας παράλληλα κοινωνικά θέματα

Γιαννίση

Πώς συνδέονται η εξαφάνιση ενός εφήβου το 1988 από την Ελευσίνα με τον θάνατο του -βασικού ύποπτου- πατέρα του και την επιστροφή του αδελφού του 33 χρόνια αργότερα; Η απάντηση στο νέο καλοκουρδισμένο, γεμάτο σασπένς και ανατροπές βιβλίο του Βαγγέλη Γιαννίση «Ο άλλος αδερφός» (εκδ. Διόπτρα). Ο πολυδιαβασμένος συγγραφέας μιλά στην «Π».

Τοποθετείτε στην Ελευσίνα, τη γενέτειρά σας, τη νέα σας ιστορία. Πώς προέκυψε η ιδέα της ιστορίας σας με εσάς να συμμετέχετε στον ρόλο του συγγραφέα;
Δεν είναι ο κρυφός πόθος όλων των συγγραφέων αστυνομικής λογοτεχνίας να παίξουν και οι ίδιοι τον ρόλο του ντετέκτιβ; Ή έστω κάποιον ρόλο σε μία υπόθεση. Τέλος πάντων, αν όχι όλων, ήταν τουλάχιστον δικός μου. Και λόγω της τοποθεσίας του βιβλίου, της Ελευσίνας, νομίζω πως ήταν η ιδανική ευκαιρία να χαλαρώσουν λίγο τα όρια ανάμεσα σε συγγραφέα και σε αφηγητή. Να σημειωθεί βέβαια πως το εν λόγω τέχνασμα το έχουν δοκιμάσει πολλοί συγγραφείς που εκτιμώ πριν από εμένα, όπως ο Χόροβιτς και ο Καραγάτσης, οπότε δεν διεκδικώ κάποια δάφνη πρωτοτυπίας.

Αφήνοντας κατά μέρος για λίγο τον ήρωά σας επιθεωρητή Αντερς, δοκιμαστήκατε και στο true crime («Η γυναίκα του Ισνταλ», «Λεωφόρος Αλεξάνδρας 173»). Ποιες οι επιπλέον προκλήσεις όταν το υλικό σας είναι αληθινό;
Στη «Γυναίκα του Ισνταλ» η βασική πρόκληση ήταν να δώσω μία πιθανή λύση, χρησιμοποιώντας αφενός τα υπάρχοντα στοιχεία της υπόθεσης και αφετέρου το γενικότερο ιστορικό πλαίσιο εκείνης της εποχής. Στη «Λεωφόρο Αλεξάνδρας 173» η πρόκληση ήταν να γράψω ένα είδος στο οποίο το εγχώριο κοινό δεν είναι συνηθισμένο, το λεγόμενο creative non fiction, κοινώς non fiction γραμμένο ως μυθοπλασία. Και, παρόλο που ως αναγνώστης λατρεύω το είδος, δεν το είχα ξαναδουλέψει ως συγγραφέας.

Και στο νέο σας βιβλίο, ποια η μεγαλύτερη πρόκληση;
Το δίχως άλλο η χρήση δύο διαφορετικών φωνών, μία σε κάθε βιβλίο, καθώς αλλιώς έπρεπε να είναι η αφήγηση του Θέμη (σ.σ. αδελφού) ως συγγραφέα του εγκιβωτισμένου βιβλίου, αλλιώς η αφήγηση στο κυρίως σώμα του «Αλλου αδερφού».

Σε αυτό, πέραν του μυστηρίου, θίγετε επίσης τη διαφορετικότητα, την ακαταλληλότητα κάποιων να γίνουν γονείς, τον εξαναγκασμό των ανηλίκων να αποφασίζουν τόσο νωρίς το επαγγελματικό τους μέλλον. Θα μας πείτε;
Τα θέματα που αναφέρατε συν κάμποσα άλλα. Είναι συνειδητή μου επιλογή να θέσω απλά ερωτήματα δίχως να δώσω απαντήσεις –με τη σημείωση ότι οι απόψεις των πρωταγωνιστών για τα εν λόγω θέματα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τις δικές μου–, επειδή θεωρώ ότι αυτό είναι δουλειά του αναγνώστη. Θα μπορούσα να το κάνω καλύτερα φυσικά και αυτό σκοπεύω να κάνω στο μέλλον.

Αναφέρεστε στον αγώνα του συγγραφέα να βρει την τελειότητα. Πότε είστε ικανοποιημένος με το τέλος ενός βιβλίου;
Πλήρως ικανοποιημένος δεν είμαι ποτέ, αλλά κάποια στιγμή πρέπει να μπει μία τελεία. Κατά τη διάρκεια της επιμέλειας, ωστόσο, αν ξαναδιαβάζοντας το βιβλίο νιώσω ότι ναι, μάλλον θα το διάβαζα αν ήμουν αναγνώστης, τότε μπορώ να μιλήσω για ικανοποίηση. Οπως και αν δω ότι υπάρχει ανταπόκριση από το κοινό.

Συγγραφέας και μεταφραστής. Πώς συνεργάζονται;
Οπως ο Μπάτμαν με τον Μπρους Γουέιν: τη μέρα μεταφραστής και το βράδυ συγγραφέας. Δυστυχώς χωρίς τα λεφτά ή τους κοιλιακούς του Μπρους Γουέιν, αλλά φαντάζομαι ότι δεν γίνεται να τα έχουμε όλα σε αυτή τη ζωή. Θα έλεγα πάντως ότι είναι δουλειές συμπληρωματικές. Και οι δύο μπορούν να σε βελτιώσουν.

Από την πρώτη σας εμφάνιση το 2014 έως σήμερα τι θα λέγατε για τα βήματα που έχουν γίνει στην ελληνική αστυνομική λογοτεχνία; Κάποια βιβλία μάλιστα γίνονται τηλεοπτικές σειρές. Εχει τις προδιαγραφές ο «Αλλος αδερφός».
Το μεγαλύτερο κατόρθωμά μας μέχρι στιγμής είναι η αύξηση του ποσοστού αποδοχής στο αναγνωστικό κοινό. Οχι πως το «Δεν διαβάζω Ελληνες συγγραφείς, προτιμώ ξένους» δεν είναι το πλειοψηφικό ρεύμα, αλλά το κομμάτι της πίτας που μας αναλογεί είναι μεγαλύτερο από πριν. Και φυσικά έχουμε μεταφορά βιβλίων στη μικρή οθόνη. Προσωπικά θα ήθελα να δω μία πιο οργανωμένη προσπάθεια προώθησης της ελληνικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό. Να δημιουργηθούν περισσότερα λογοτεχνικά πρακτορεία που να μην ασχολούνται τόσο με το πιτσάρισμα ξένων βιβλίων στους εγχώριους εκδοτικούς, αλλά με την προώθηση εγχώριων συγγραφέων στο εξωτερικό. Να επιδοτείται η μετάφραση ελληνικών βιβλίων από εκδοτικούς οίκους του εξωτερικού. Να αγοράζει το ελληνικό κράτος βιβλία για τις δημοτικές βιβλιοθήκες. Να προστίθεται ΦΠΑ στα δικαιώματα που εισπράττουν οι συγγραφείς ίσο με τον ΦΠΑ που πληρώνει ο καταναλωτής όταν αγοράζει ένα βιβλίο, δηλαδή 6% και όχι 24% –αντίστοιχη πρακτική με αυτή της Σουηδίας. Αυτά δεν έχουν γίνει, για να μιλάμε για πραγματική πρόοδο.

Ο Αντερς σας σε τι κατάσταση βρίσκεται αυτή τη στιγμή;
Δεν κοιμάται ακριβώς, αλλά περιμένει τη σειρά του. Η ζωή του μετά τα γεγονότα του «Ινκουμπους» εξελίσσεται φυσικά στο μυαλό μου, αλλά, όπως είπα, περιμένει υπομονετικά να ολοκληρωθεί πρώτα η τριλογία, η οποία θα ξεκινήσει με την επόμενο χρονιά, και μετά θα έρθει η ώρα του.