Κάτι έχει αγριέψει επικίνδυνα στην ελληνική καθημερινότητα
Κάτι βαρύ έχει αρχίσει να κάθεται πάνω από την καθημερινότητά μας. Ο εκνευρισμός βγαίνει όλο και πιο εύκολα προς τα έξω, οι αντιδράσεις αγριεύουν και η βία μοιάζει να καραδοκεί πίσω ακόμη και από τις πιο απλές αφορμές.
Υπάρχουν μέρες που η επικαιρότητα μοιάζει σαν να εκπέμπει διαρκώς το ίδιο σήμα: ένταση, εκνευρισμός, απειλή, βία. Άνθρωποι που ξεσπούν χωρίς φρένο, καβγάδες που γίνονται επιθέσεις, καθημερινές σκηνές που πριν από λίγα χρόνια θα προκαλούσαν σοκ και τώρα περνούν σχεδόν σαν αναμενόμενο κομμάτι της ημέρας. Αυτό ακριβώς είναι που πρέπει να μας ανησυχεί περισσότερο: όχι μόνο ότι αυξάνονται τα βίαια περιστατικά, αλλά ότι αρχίζουμε να τα εντάσσουμε στην κανονικότητά μας.
Η βία δεν εμφανίζεται ξαφνικά από το πουθενά, δεν ξεκινά μόνο τη στιγμή που κάποιος σηκώνει χέρι, που πετάει ένα αντικείμενο, που βγάζει όπλο ή που απειλεί. Έρχεται πολύ νωρίτερα. Έρχεται από τη γλώσσα που αγριεύει, από το ύφος που σκληραίνει, από τη μόνιμη νευρικότητα που κουβαλάμε πια παντού. Στον δρόμο, στις δημόσιες υπηρεσίες, στα μέσα μεταφοράς, στη δουλειά, στο σπίτι, στο διαδίκτυο. Σαν να έχει χαμηλώσει επικίνδυνα το όριο ανάμεσα στην ένταση και στο ξέσπασμα.
Κάποτε λέγαμε ότι ο Έλληνας έχει ταμπεραμέντο, νεύρο, ένταση. Το λέγαμε σχεδόν τρυφερά, σαν χαρακτηριστικό ιδιοσυγκρασίας. Όμως άλλο πράγμα το ταμπεραμέντο και άλλο η συστηματική επιθετικότητα. Άλλο η έντονη διαφωνία και άλλο η απώλεια κάθε φρένου. Άλλο η κοινωνική πίεση και άλλο η αίσθηση ότι το ξέσπασμα είναι νόμιμο, ότι η απειλή είναι σχεδόν επιτρεπτή, ότι η βία είναι ένας ακόμα τρόπος να επιβληθείς, να ακουστείς ή να εκδικηθείς.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία. Το πιο ανησυχητικό δεν είναι μόνο η ύπαρξη βίαιων ανθρώπων. Τέτοιοι υπήρχαν πάντα. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι η κοινωνία αρχίζει να τους καταλαβαίνει υπερβολικά εύκολα. “Ήταν πιεσμένος”. “Δεν άντεξε”. “Του γύρισε το μάτι”. “Έφτασε στα όριά του”. Ακούμε συνεχώς τέτοιες φράσεις. Και βέβαια υπάρχουν άνθρωποι εξαντλημένοι, στριμωγμένοι, απογοητευμένοι. Βέβαια η καθημερινότητα είναι δύσκολη, ακριβή, ασφυκτική. Βέβαια υπάρχει οργή. Όμως από την οργή μέχρι τη βία υπάρχει μια απόσταση που δεν μπορεί να την καλύπτει κάθε φορά η ίδια πρόχειρη δικαιολογία.
Γιατί αν αρχίσουμε να εξηγούμε τα πάντα μέσα από την πίεση, τότε πολύ γρήγορα θα αρχίσουμε να δικαιολογούμε τα πάντα. Και όταν μια κοινωνία αρχίζει να δικαιολογεί τη βία, έστω και έμμεσα, έχει ήδη αρχίσει να τη συνηθίζει.
Δεν χρειάζεται να κοιτάξει κανείς μόνο τις πιο ακραίες υποθέσεις. Αρκεί να παρατηρήσει το κλίμα, τη δημόσια ατμόσφαιρα, τον τρόπο που ο ένας μιλά στον άλλον, τον τρόπο που η προσβολή βγαίνει πια αστραπιαία, το πόσο εύκολα περνάμε από τη διαφωνία στην απαξίωση και από την απαξίωση στην απειλή. Ο άλλος δεν αντιμετωπίζεται πια ως συμπολίτης ή συνομιλητής. Συχνά αντιμετωπίζεται σαν εμπόδιο, σαν εχθρός, σαν κάποιος που πρέπει να παραμεριστεί ή να ταπεινωθεί.
Αυτό είναι κάτι βαθύτερο από μια σειρά άσχημων ειδήσεων. Είναι πρόβλημα κοινωνικού κλίματος. Και το κλίμα αυτό δεν γεννήθηκε τυχαία. Χτίστηκε σιγά σιγά, χρόνια τώρα, πάνω σε οικονομική εξάντληση, συλλογική κόπωση, έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς, αίσθηση αδικίας, ατιμωρησία, κυνισμό και έναν δημόσιο λόγο που έχει γίνει όλο και πιο ωμός. Όταν για χρόνια επιβραβεύεται ο τσαμπουκάς, όταν η χυδαιότητα περνά ως αυθεντικότητα, όταν η προσβολή βαφτίζεται “ευθύτητα” και η τοξικότητα “πολιτική μαχητικότητα”, δεν γίνεται μετά να απορεί κανείς που αυτή η κουλτούρα διαχέεται παντού.
Το βλέπουμε και στη δημόσια ζωή. Το βλέπουμε στην τηλεόραση, στα κοινωνικά δίκτυα, στην πολιτική αντιπαράθεση, στις μικρές καθημερινές συνομιλίες. Όλοι μιλούν λες και βρίσκονται ένα βήμα πριν από την έκρηξη. Όλοι μοιάζουν να κουβαλούν μια εσωτερική ένταση που ψάχνει αφορμή. Και όσο αυτό γίνεται κανονικό, τόσο μετατρέπεται σε πρότυπο. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι η κοινωνία παράγει βία. Είναι ότι αρχίζει να τη διδάσκει.
Αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο. Ότι μεγαλώνουν παιδιά και έφηβοι μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η επιθετικότητα μοιάζει όλο και λιγότερο ακραία. Όπου ο εκφοβισμός δεν σοκάρει όσο θα έπρεπε. Όπου η βρισιά θεωρείται συνηθισμένη, η απειλή ανεκτή και το ξέσπασμα κάτι σχεδόν αναπόφευκτο. Οι κοινωνίες δεν εκπαιδεύουν μόνο μέσα από το σχολείο ή την οικογένεια. Εκπαιδεύουν και μέσα από το συνολικό τους παράδειγμα. Και το παράδειγμα που δίνουμε τελευταία είναι βαρύ, σκοτεινό και βαθιά προβληματικό.
Δεν λέω ότι ζούμε σε μια κοινωνία χαμένη, ούτε ότι όλα έχουν διαλυθεί. Λέω όμως ότι υπάρχει ένα σαφές και επικίνδυνο γλίστρημα. Μια ολίσθηση προς τη σκλήρυνση, προς την επιθετικότητα, προς την ιδέα ότι το να φέρεσαι βίαια είναι μεν κακό, αλλά κάπως κατανοητό, κάπως αναμενόμενο, κάπως μέσα στο πρόγραμμα. Όχι. Δεν είναι μέσα στο πρόγραμμα. Δεν μπορεί να γίνει φυσιολογικό να ζεις σε μια κοινωνία όπου ο καθένας μπορεί να εκραγεί για το οτιδήποτε και οι υπόλοιποι απλώς να το παρακολουθούν σαν ακόμη ένα επεισόδιο.
Η απάντηση, βέβαια, δεν είναι μία. Δεν είναι μόνο η αστυνομία, αν και η ασφάλεια είναι απαραίτητη. Δεν είναι μόνο οι ποινές, αν και η Δικαιοσύνη πρέπει να λειτουργεί καθαρά και χωρίς εκπτώσεις. Δεν είναι μόνο η πολιτική, αν και η πολιτική έχει τεράστια ευθύνη για το κλίμα που καλλιεργεί. Είναι και η παιδεία, και η οικογένεια, και τα πρότυπα, και ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τη ματαίωση, και η ικανότητα μιας κοινωνίας να βάζει όρια. Κυρίως, όμως, είναι η απόφαση να μη δεχτούμε ότι αυτή η κατάσταση είναι φυσική.
Γιατί η πραγματική ήττα δεν θα είναι μόνο να αυξηθούν τα περιστατικά βίας. Η πραγματική ήττα θα είναι να πάψουμε να τα βλέπουμε ως καμπανάκι. Να τα δεχτούμε σαν κομμάτι της ελληνικής καθημερινότητας, σαν κάτι που “έτσι είναι πια τα πράγματα”. Εκεί θα έχουμε χάσει πολλά περισσότερα από την ψυχραιμία μας. Θα έχουμε χάσει την ίδια την αίσθηση του τι είναι ανεκτό σε μια κοινωνία που θέλει να λέγεται δημοκρατική και στοιχειωδώς πολιτισμένη.
Κάτι έχει αγριέψει επικίνδυνα στην ελληνική καθημερινότητα. Και αν συνεχίσουμε να το διαβάζουμε μόνο ως μεμονωμένες εκρήξεις, τότε θα ξυπνήσουμε κάποια στιγμή μέσα σε μια πραγματικότητα ακόμα πιο σκληρή, ακόμα πιο βίαιη, ακόμα πιο κρύα. Το ζήτημα δεν είναι μόνο να καταδικάζουμε τη βία όταν συμβαίνει. Είναι να μην της επιτρέψουμε να εγκατασταθεί τόσο βαθιά μέσα μας, ώστε να αρχίσουμε να τη θεωρούμε απλώς μέρος της ζωής.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
