«Έχω κάτι να πω»: Ο Στράτος Τζίτζης σκηνοθετεί τη φιλοσοφία του σε πρώτο πρόσωπο και μιλά στο pelop.gr
Ο Στράτος Τζίτζης επιστρέφει με την πιο προσωπική του ταινία. Σκηνοθετεί τη φιλοσοφία του, αυτοσαρκάζεται και… έχει πράγματι κάτι να πει.

Στο «Έχω κάτι να πω» (το οποίο προβάλλεται στο “Πάνθεον” από την Πέμπτη 3 Απριλίου στις 9.30 το βράδυ), ο Στράτος Τζίτζης δεν αφηγείται απλώς μια ιστορία — τη διαλύει, την αποδομεί και την ξαναστήνει μπροστά στα μάτια του θεατή. Με έναν ήρωα που προσπαθεί να εκδώσει ένα φιλοσοφικό βιβλίο αλλά κυρίως να δικαιολογήσει την ίδια του την ανάγκη για στοχασμό, η ταινία λειτουργεί σαν καθρέφτης της εποχής: γελά, αυτοσαρκάζεται και την ίδια στιγμή αγγίζει με σοβαρότητα το ζήτημα του καλού, της αλήθειας και της αποτυχίας.
Κεντρικός πυλώνας στην αφήγηση και η μουσική της, με σχήματα και δημιουργούς που κουβαλούν άρωμα Πάτρας: από τη Veego Records του Ανδρέα Μητρέλη μέχρι το Παιδί Τραύμα, το ηχητικό τοπίο της ταινίας στέκεται ισάξιο με το φιλοσοφικό της υπόβαθρο.
Μια φιλοσοφική κωμωδία με πρώτο πρόσωπο, ένα έργο που δεν ντρέπεται να εκτεθεί και να θέσει το ερώτημα χωρίς να προσποιείται πως έχει την απάντηση: τελικά, έχουμε όντως κάτι να πούμε; Σήμερα ο Στράτος Τζίτζης μιλάει στο pelop.gr για το καλό, για το σινεμά, για τον εαυτό του — και για το αν τελικά πρέπει να διαλέξουμε ανάμεσα στον Τζίζας ή τον Τζίτζα.
«Έχω κάτι να πω». Είναι μία δήλωση όχι μία ερώτηση, υπάρχει μία τελεία. Σε μία εποχή αδιάκοπου μπλα μπλα, τι κάτι τελικά κάτι άξιο να ειπωθεί;
Ο τρόπος που έχει αυτή γραφτεί αυτή η δήλωση «έχω ‘κάτι’ να πω», αμέσως σε επικεντρώνει στο «κάτι», δεν είναι απλά έχω να πω. Έχω «κάτι» να πω. Αυτό το «κάτι» μάς κατευθύνει σε κάτι ουσιώδες. Τι είναι πίσω απ’ όλα αυτά που λέμε, πίσω απ’ όλη αυτή τη φλυαρία.
Θέλω να κατευθύνω το θέμα της πολυλογίας στο ουσιώδες. Αν έχεις κάτι τελικά να πεις. Δηλαδή, θα μπορούσε να μπει και το «τελικά» και να γίνει «Έχω κάτι τελικά να πω». Αλλά έτσι πως είναι γραμμένο, όπως είπες και η τελεία, δίνει αυτό το χαρακτηριστικό ότι έχω κάτι να πω, είναι μια δήλωση.
Ο ήρωας της ταινίας, εσείς δηλαδή, προσπαθεί να αρθρώσει μια φιλοσοφία ζωής. Είναι αυτό μια πράξη βαθιάς εξομολόγησης, δεδομένου ότι έχουμε και το βιβλίο σας με τον ίδιο τίτλο;
Η φιλοσοφία ζωής μοιάζει με προσωπικές εξομολογήσεις, αλλά εγώ θα έλεγα ότι προσπαθεί να αρθρώσει μια φιλοσοφία, χωρίς να είναι φιλοσοφία «ζωής». Η φιλοσοφία, βέβαια, είναι μέρος της ζωής. Και το θέμα είναι να στοχαστούμε πέρα από τη ζωή, να ζούμε καλά, το ευ ζην, που είναι μια φιλοσοφία ζωής. Να στοχαστούμε για ερωτήματα που είναι το νόημα, το γιατί υπάρχουμε και τι μας κάνει να νιώθουμε καλά τελικά και όχι απλά πρακτικές πώς θα τη βγάλουμε καλά.
Είναι να στοχαστούμε πάνω σε βασικές αρχές και αξίες, στις οποίες μπορούμε να στηριχθούμε για να βελτιώσουμε όντως τη ζωή μας, αλλά και τον κόσμο που ζούμε. Δηλαδή, είναι μια σκέψη που μας οδηγεί, όπως πριν πίσω από τη φλυαρία, πίσω από την πολυλογία, πίσω από τις απόψεις, στο να στοχαστούμε πάνω σε ριζικές αρχές και αξίες, οι οποίες είναι και αντικείμενο της φιλοσοφίας γενικά. Η φιλοσοφία με αυτό ασχολείται. Οι πρώτοι φιλοσοφικοί στοχασμοί στην αρχαία Ελλάδα αφορούσαν το καλό. Τι εννοούμε όταν λέμε καλό; Αρκεί η χριστιανική θεολογία και το κατηχητικό να μας διδάξει το καλό ή πρέπει να το στηρίξουμε σε κάτι άλλο και σε τι; Αυτά είναι φιλοσοφικά ζητήματα τα οποία μας απασχολούν όλους λίγο ή πολύ. Δεν είναι μόνο ίδιον αυτών που ανάγουν τον φιλοσοφικό στοχασμό σε επάγγελμα. Και εγώ δεν είμαι επαγγελματίας του είδους.
Απλά εγώ έφτασα σε ένα σημείο που έκατσα και δούλεψα συστηματικά πάνω σε αυτά τα ζητήματα που μας απασχολούν όλους. Και μέσα από αυτήν την πολυετή μου έρευνα και συγγραφή, διαβάσματα, συζητήσεις και αναγνώσεις κατέληξα σε κάποια βασικά στοιχεία που αγγίζουν αυτό το θέμα. Μπορεί να το θεωρήσουμε και σαν φιλοσοφική θεωρία πάνω στο καλό θα έλεγα, στο τι είναι το καλό. Και όταν λέμε καλό δεν εννοούμε μόνο το ηθικά καλό αλλά και το ωραίο και αισθητικά και ηθικά και δίκαια καλό.
Στην ταινία, κατά κάποιο τρόπο, ξεγυμνώνετε τη διαδικασία παρεμβάλλοντας γυρίσματα μέσα στην αφήγηση. Μιλάμε για μια πράξη ειλικρίνειας ή για μια νέα μορφή παραπλάνησης; Λέτε την αλήθεια ή απλώς δείχνετε το πόσο καλά σκηνοθετείτε την αλήθεια;
Δεν είναι παραπλάνηση, καθώς η παραπλάνηση αποφεύγει κάτι τέτοιο, κρύβει τελείως την κατασκευή. Όταν δείχνεις τα στηρίγματα της κατασκευής σου πάνω σε τι στηρίζεται η κατασκευή, τότε κινείς ακριβώς στην αντίθετη κατεύθυνση, στην ειλικρίνεια.
Εγώ δεν το κάνω αυτό σαν μια κατασκευή, δεν είναι επίτηδες, αλλά θέλω να θέσω ειλικρινά κάποια ζητήματα και να συζητήσουμε πάνω σε αυτά, τα οποία τα συζητάμε και μέσα στην ταινία. Την ίδια συζήτηση, εγώ θέλω να κάνω με το κοινό της ταινίας, δείχνοντας τους αρμούς της κατασκευής και σε τι βασίζεται, ώστε να συζητήσουμε τα βασικά. Όπως έλεγα και πριν για τη φιλοσοφία, να πάμε στα βασικά συστατικά στοιχεία της ιδεολογίας μας, των πιστεύω μας, της κοινωνίας μας και έτσι και στα βασικά συστατικά στοιχεία μιας ταινίας και μιας κινηματογραφικής αφήγησης. Προσπαθώ να το κάνω με έναν τρόπο που να είναι διασκεδαστικός και ψυχαγωγικός παράλληλα για τον κόσμο.
Όλο αυτό γίνεται με έναν τρόπο που έχει την πλάκα του. Οι θεατές που έχουν δει την ταινία στις αίθουσες γελάνε με την καρδιά τους, χωρίς όμως να γελάνε χαζά. Δηλαδή, είναι μια κωμωδία με νόημα ή θα έλεγα μια φιλοσοφική κωμωδία. Αυτό το στοιχείο προσπαθώ να κρατήσω και αυτή τη σκέψη και το στοχασμό εξυπηρετεί, κατά τη γνώμη μου, αυτή η έκθεση και παρουσίαση των γυρισμάτων της σκηνής, ενώ ταυτόχρονα βλέπουμε τη σκηνή.
Ας περάσουμε στους χαρακτήρες της ταινίας που ο καθένας φαίνεται να έχει ένα δίπολο λίγο παράλογο. Μια τραβεστί με μια κόρη, ο διευθυντής της σχολής που γράφει ρομάντζα. Μιλάμε για αληθινούς ανθρώπους ή κατά βάθος είναι κάποιες ιδέες που ίσως και να ζητούν εκδίκηση;
Εγώ πιστεύω ότι όλοι μας έχουμε και μία άλλη πλευρά, δεν είμαστε αυτό το σχήμα βάσει του οποίου μας διαβάζουν. Μία γυναίκα, μπορεί φαινομενικά να είναι μια νοικοκυρά, αλλά να γράφει ποιήματα. Κάποιος μπορεί να είναι επιχειρηματίας, να τον βλέπεις ως έναν στυγνό επιχειρηματία και την ίδια στιγμή να είναι ορειβάτης και να θέλει να ανεβεί σε ένα ψηλό βουνό και να δει μια κορυφή. Μάλιστα, υπάρχει ένας βασικός χαρακτήρας, η μητέρα, η οποία είναι μία φαρμακοποιός, και κάποια στιγμή λέει ότι θέλει να ταξιδεύει στον κόσμο.
Όλοι μας έχουμε μία άλλη πλευρά, μία ποιητική πλευρά. Έχουμε αυτήν την οποία αναγκαζόμαστε να ασκήσουμε για τα προς το ζην, να ανταπεξέλθουμε σε πιέσεις της καθημερινότητας, χωρίς να καταλείπουμε ποτέ τη τρέλα μας ή την άλλη μας διάσταση και με την πρώτη ευκαιρία τη βγάζουμε. Και αν δεν τη βγάζουμε δημιουργικά, εγώ νομίζω, ακόμα και τα καταστροφικά που συμβαίνουν, το να πίνεις κλπ, όλο αυτό είναι η ποιητική μας πλευρά, η οποία φτάνει σαν διέξοδο, δεν βρίσκει τρόπο να συνομιληθεί και να εκφραστεί και αντί για δημιουργία, γίνεται αυτοκαταστροφή. Ή και καταστροφή.
Η δική σας αυτή πλευρά ποια είναι;
Εγώ έχω αυτό το δίπολο της φιλοσοφίας και του κινηματογράφου, το οποίο με έχει ταλαιπωρήσει εν μέρη για πάρα πολλά χρόνια, γιατί από την πρώτη στιγμή πήγαινα και με τα δύο πόδια. Ήμουν άνθρωπος των ιδεών, από φοιτητής, ξεκινώντας από πολιτικές ιδέες, μετά σε φιλοσοφικές, πάντα παράλληλα με τον κινηματογράφο.
Το σινεμά, στο οποίο εγώ διδάχτηκα αρχικά, είχε αυτούς τους συνδυασμούς. Το σινεμά του Μπουνιουέλ, του Παζολίνι, του Φελίνι, αργότερα του του Γκοντάρ… Για εμένα, η χρυσή εποχή του κινηματογράφου, του δημιουργού, αυτού που λέμε auteur, που είναι εκεί γύρω στα 70, είχε κάποια κοσμοθεωρία. Οι σκηνοθέτες δεν έκαναν απλά ταινίες. Ήταν ένας διάλογος με σκέψη πάνω στον κόσμο. Μετά ακολουθήθηκε μια περίοδος που είτε πηγαίναμε σε καθαρά καλλιτεχνικές ταινίες, καλλιτεχνίζουσες, φορμαλιστικές, ύφος, πόζα, ή σε εμπορικές ταινίες.
Εγώ το να κάνουμε ταινίες που να μην είναι είτε μόνο σινεφίλ, είτε μόνο για τον πολύ τον κόσμο, για το ταμείο, δεν μπορώ να το παρακολουθήσω. Εγώ θέλω να βρούμε μια ισορροπία και να κάνουμε ένα σινεμά που να έχει και τα δύο στοιχεία. Δηλαδή να έχει και νόημα, να έχει και ποιότητα, να λέει και κάτι, όπως λέει και ο τίτλος της ταινίας, και την ίδια στιγμή να είναι ψυχαγωγία, να διασκεδάζει ο κόσμος και την ίδια στιγμή να «παίρνει» και κάτι μαζί του. Δούλευα, λοιπόν, παράλληλα σε δύο γραμμές και πάνω στη φιλοσοφική σκέψη που έφτασα στο να γράψω ένα βιβλίο και έκανα στην πορεία ταινίες όλο αυτόν τον καιρό, που νομίζω ότι όλες ήταν όλες γύρω από κάποιο νόημα και κάποια ιδέα, δεν είναι απλές ιστορίες.
Αυτή η παράλληλη πορεία κάποια στιγμή, με ταλαιπωρούσα, πρέπει να πω, γιατί πολλές φορές μου φαινόταν ότι πρέπει να διαλέξω. Είτε να συγκεντρωθώ και να αφιερωθώ πλήρως στη φιλοσοφία, είτε να την αφήσω και να συγκεντρωθώ και να αφιερωθώ πλήρως στο σινεμά. Δεν είμαι, δηλαδή, από αυτούς τους σκηνοθέτες που κάνουν απλά ταινίες, αλλιώς θα είχα κάνει διπλάσιες από όσες έχω κάνει. Έχω κάνει μόνο έξι μεγάλου μήκους ταινίες και αν ήμουν συγκεντρωμένος μόνο στο σινεμά, μπορεί να είχα κάνω δεκαέξι, για παράδειγμα.
Αλλά δεν μπορούσα να αφήσω ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Αυτές οι παράλληλες πορείες έφτασαν στο να έχω γράψει ένα βιβλίο, να έχω συγκεντρώσει όλη μου τη φιλοσοφική σκέψη. Και μετά σκέφτηκα ποιος θα το βγάλει αυτό το βιβλίο, ποιος θα ενδιαφερθεί να βγάλει το βιβλίο ενός σκηνοθέτη που είναι και φιλοσοφικό; Κανείς! Α, λέω ωραία ιδέα για ταινία!
Κι έκανα λοιπόν μια ταινία που είχε και τα δύο. Μιλάει για κάποιον που θέλει να βγάλει ένα βιβλίο, οπότε επιτέλους αυτές οι δύο πορείες, οι παράλληλες πορείες μου, συναντήθηκαν στο «Έχω κάτι να πω».
Θα μιλήσουμε τώρα λίγο για την αποτυχία που υπάρχει μέσα στην ταινία. Η αποτυχία τελικά είναι ένας ασφαλής χώρος για να γεννηθεί η αληθινή σκέψη ή μιλάμε για ένα άλλοθι, ώστε ο δημιουργός να μπορέσει να συνεχίσει, να πάρει δύναμη και να ξαναπροσπαθήσει;
Η αποτυχία είναι σωτήρια όταν είμαστε ναρκισσιστές, και ο ναρκισσισμός συχνάζει στον καλλιτεχνικό κόσμο. Και όταν τρως τα μούτρα σου καλεί σε να πας λίγο παραπέρα, να σταματήσεις να ασχολείσαι με το εγώ σου και την προσωπική σου δικαίωση ή αναγνώριση. Σε αναγκάζει να ανοιχτείς στον άλλον. Ανοιγόμενος στον άλλον, μπορεί αυτό και να σε εμβαθύνει φιλοσοφικά, να σε κάνει να σκεφτείς για κάτι πέρα από την πάρτη σου, να σκεφτείς πάνω στον κόσμο, αλλά και την ίδια στιγμή μπορεί να μειώσει το εγωισμό σου, να σε κάνει πιο καλό άνθρωπο. Η αποτυχία μπορεί να σε κάνει να έχεις κατανόηση για τους άλλους ανθρώπους και συμπόνια. Αυτά είναι τα δώρα της αποτυχίας. Παρ’ όλα αυτά, θέλω να πω ότι δεν είμαι εναντίον της επιτυχίας, δεν ποντάρω στην αποτυχία, αλλά το ερώτημα είναι ως προς τι επιτυγχάνουμε.
Επιτυγχάνουμε ως προς την αλήθεια που πρεσβεύουμε ή ως προς το ψέμα που πάμε να πουλήσουμε; Το να επιτυγχάνουμε ως προς την αλήθεια που πρεσβεύουμε, είτε είμαστε καλλιτέχνες, είτε οποιοσδήποτε που υπερασπίζεται την αλήθεια του σε αυτό που κάνει, σε μία ερωτική σχέση, σε μια οικογενειακή κατάσταση, στην παρέα του, σ’ αυτά που κάνει στη δουλειά του και την εκφράζει και προσπαθεί να συνομιλήσει με αυτήν, να τη δεχτούν οι άλλοι και να γίνει πράξη και πετυχαίνει την αλήθεια του και αλλάζει ο κόσμος. Αυτή η επιτυχία όχι μόνο είναι θεμιτή, είναι ποθητή.
Το να επιτυγχάνουμε όμως κάνοντας ντρίπλα, κοροϊδεύοντας, μέσα από μηχανισμούς και μέσα από κατασκευές, γιατί καταφέρνουμε να κοροϊδέψουμε τους άλλους, να μην καταλάβουν το ψέμα μας, να τους πουλήσουμε φούμαρα για μεταξωτές κορδέλες, αυτή η επιτυχία που ναι μεν συμβαίνει εν μέρη, όταν τρώει τα μούτρα της, τότε φέρει σε καλό. Όταν όμως αποτυγχάνουμε στο εγχείρημα της αλήθειας μας, αυτό είναι επώδυνο, πρέπει να πω.
Και εκεί εγώ στέκομαι δίπλα στους αποτυχημένους -και μπορεί και ένας από αυτούς-, μας κρατάω από το χέρι για να αποκτήσουμε με κάποια δύναμη μαζί να αποπειραθούμε ξανά την επιτυχία, όχι την αποτυχία. Την επιτυχία της αλήθειας μας.
Βασικό κομμάτι της ταινίας είναι η μουσική της. Η παραγωγή του τραγουδιού της ταινίας όπως και το μεγαλύτερο μέρος του soundtrack είναι από τη Veego Records του Ανδρέα Μητρέλη, δηλαδή έχει… άρωμα Πάτρας. Πώς έγινε η επιλογή; Και επίσης αν ένα κομμάτι από όλα όσα ακούγονται θα έπρεπε να είναι ο Στράτος, ποιο θα ήταν;
Το τραγούδι της ταινίας, το «Έχω κάτι να πω» το οποίο έγινε σε συνεργασία των Turboflow3000 με τη Sci-Fi River σε παραγωγή του Ανδρέα Μητρέλη και της Veego Records είναι αυτό που με εκφράζει παραπάνω και πρέπει να πω ότι παιδεύτηκα πάρα πολύ να βρω ποιος θα το κάνει αυτό. Οι πρώτες μου προσεγγίσεις που έκανα με κάποιους γνωστούς καλλιτέχνες δεν πέτυχαν. Δεν έβρισκα τους δημιουργούς, τους τραγουδιστές, τους συνθέτες, τους τραγουδοποιούς που θα μπορούσαν να εκφράσουν μέσα από ένα τραγούδι, την ίδια την ταινία.
Αυτό το τραγούδι είναι η ίδια η ταινία μεταφερμένη σε τραγούδι. Οπότε καταλαβαίνεις πόσο σημαντικό ήταν αυτό. Δεν είναι απλά να κάνουμε ένα τραγούδι, πρέπει να εκφράζεις την ταινία.
Το μοντάζ το έκανα στο Βερολίνο, όπου ζω. Το post-production, δηλαδή όλο το μοντάζ, το έκανα στο Βερολίνο και είχα την τύχη ο μοντέρ μου να είναι πολύ ευαίσθητος πάνω στο θέμα της μουσικής. Είναι να νέο παιδί και ήξερε τους νέους ήχους, τι υπάρχει στην Ελλάδα.
Είχε τέτοια ακούσματα και με βοήθησε σ’ αυτή την κατεύθυνση. Μετά διάφοροι γνωστοί μου με συμβούλεψαν προς θα πού να το ψάξω. Έτσι άκουσα την Sci-Fi River. Στο μεταξύ, είχα βάλει ήδη τραγούδι των Turboflow3000 μέσα στην ταινία, το «Πυροτεχνήματα», αλλά αρχικά δεν τους είχα σκεφτεί. Έτσι άκουσα την Sci-Fi River που μου πρότειναν και σκέφτηκα πως κάνει ραπ αλλά έχει ευαισθησία, ποιητικότητα, νεανικό στοιχείο. Μίλησα μαζί της και μου είπε πως συνεργάζεται με τους Turboflow3000 Και έγινε, άρχισε το πράγμα να κολλάει τόσο ωραία! Μετά μου είπε πως δουλεύει με τον Ανδρέα Μητρέλη, που τραγούδια από τη δισκογραφική του υπήρχαν ήδη μέσα στη ταινία! Έτσι όλοι δέσαμε μεταξύ μας και βγήκε αυτό το καταπληκτικό τραγούδι, το οποίο κυκλοφόρησε τώρα, μαζί με την ταινία.
Πιστεύω πάρα πολύ σε αυτό το τραγούδι, με εκφράζει απόλυτα, χωρίς να σημαίνει ότι δεν εκτιμώ απεριόριστα όλα τα άλλα κομμάτια. Νομίζω ότι το soundtrack είναι μοναδικό.
Όσοι βλέπουν την ταινία, ένα από τα πράγματα που εκτιμάνε, πέρα από την ηθοποιία, η ιστορία, η πλάκα, το ενδιαφέρον που έχει αυτό που βλέπουμε και πώς φτιάχνει με ταινία, είναι και το soundtrack!
Πάντως υπάρχει μία σχέση με την Πάτρα.
Δεν ξέρω πάλι πώς γίνεται με τη μουσική και την Πάτρα! Δηλαδή, είναι το Παιδί Τραύμα που είναι από την Πάτρα και έχουμε ένα τραγούδι, βασικό τραγούδι της ταινίας. Ο Ανδρέας Μητρέλης είναι Πατρινός και στην ταινία «45 τ.μ.» που έκανα με την Έφη Λογγίνου, η οποία είναι Πατρινή, ένα τραγούδι ακούγεται στην ταινία, μόνο ένα… Κάποια στιγμή η Έφη, βρίσκει ένα CD και βάζει να ακούσει ένα τραγούδι. Και είναι το τραγούδι που έχει γράψει ο Vassilikos (σ.σ. ο frontman των Raining Pleasure) που είναι από την Πάτρα. Πρόκειται για το τραγούδι «Famous Blue Raincoat» μία διασκευή που έκανε ο Vassilikos πάνω στην γνωστή επιτυχία του Leonard Coen! Οπότε έχω πολύ Πατρινή μουσική!
Αυτή είναι η σχέση μου με την Πάτρα. Τώρα, αν συγκινηθεί η Πάτρα με την ταινία και τη φιλοσοφία της, μπορεί οι θεατές να ψάξουν να βρουν και το βιβλίο μου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ευρασία» και λέγεται «Έχω κάτι να πω. Στοιχεία για μια θεωρία της συμπλήρωσης».
Θα κλείσω με μία φράση που μου κάνε εντύπωση η οποία υπάρχει μέσα στο κείμενο που συνοδεύει την ταινία «Με το Τζίζας ή Τζίτζας;». Το ερώτημα που ακούγεται πάρα πολύ αστείο, αλλά μπορεί να είναι και κάτι παραπάνω. Και θα ρωτήσω, ο καθημερινός άνθρωπος από πού πιάνεται για να σωθεί, ποιον ακολουθεί, έναν θεό, τον σκηνοθέτη, έναν influencer με τα θεματικά του πάρτι, ποιον;
Εγώ νομίζω ότι δεν χρειάζεται να ακολουθήσουμε κανέναν έξω από εμάς. Νομίζω ότι μέσα μας, -επειδή είπα πριν για την αλήθεια- υπάρχει η φωνή της αλήθειας, το οποίο ακούγεται λίγο χριστιανικό αλλά δεν είναι.
Πιστεύω πάρα πολύ στην εσωτερική μας φωνή και στην ψυχή μας. Νομίζω ότι είναι αλάθητη. Και είναι τόσο αλάθητη, γι’ αυτό μας τιμωρεί για όσες βλακείες κάνουμε.
Όταν πηγαίνουμε αντίθετα στην αλήθεια μας, ο εαυτός μας μάς τιμωρεί. Ο κριτής είναι μέσα μας.
Δυστυχώς, όμως τον ειλικρινή διάλογο με τον ίδιο μας τον εαυτό δεν το κάνουμε. Το πρώτο βήμα και ο πρώτος οδηγός μας είναι η φωνή της αλήθειας μέσα μας. Και ο τρόπος είναι να ανοίξουμε τη γέφυρα την οποία την έχουν κλείσει προσταγές εξωτερικές, σχολεία, από γονείς, από παπάδες, από ιερατεία κάθε είδους, από influencer.
Η αλήθεια είναι μέσα μας, αρκεί να την αφουγκραστούμε και να έχουμε την τόλμη να την ακούσουμε χωρίς να κρυβόμαστε.
Γιατί αυτή μας δείχνει και τα λάθη μας και έτσι μπορούμε να βρούμε και το σωστό.
Αλλά όταν κρυβόμαστε από τον ίδιο μας τον εαυτό δεν θα μάθουμε και το σωστό. Αυτό για μένα είναι το πρώτο βήμα. Ο κάθε άνθρωπος θα πρέπει να ακούει τη φωνή μέσα του που του μιλάει
Ας ακούσουμε τον εαυτό μας και να μην σπεύδουμε αμέσως να ανοίγουμε τα Netflix, να τρέχουμε σε παρέες ανόητες προκειμένου να αποφύγουμε τον εαυτό μας. Ας δώσουμε λίγο χρόνο να τον ακούσουμε ήρεμα, χωρίς πανικούς.
Άμα την ακούσεις, ακούς και άλλους που το έχουν δουλέψει το θέμα, τι έχουν να πουν. Είναι κάτι που πολλοί έχουν δουλεύεσαι πάνω σε αυτό. Ήδη η γλώσσα που χρησιμοποιούμε είναι ένα δουλεμένο εργαλείο που έχει δουλευτεί και από άλλους. Για να έρθουμε σε διάλογο με τον εαυτό μας, χρησιμοποιούμε λέξεις. Λέω τη λέξη αλήθεια, ας πούμε. Είναι εργαλεία που μας έχουν δοθεί από άλλους. Ας χρησιμοποιήσουμε όλο αυτό το πλούτο που λέγεται γλώσσα και σκέψη. Ειδικά η ελληνική γλώσσα είναι πάρα πολύ πλούσια σε λέξεις χρήσιμες για τον διάλογο με την αλήθεια μας. Ας τη χρησιμοποιήσουμε, αυτή η γλώσσα και ας ακούσουμε τη φωνή μέσα μας που μας λέει το σωστό. Ας το αναγνωρίσουμε και να είναι δύσκολο να το κάνουμε πράξη, σημασία έχει να το συνομιλούμε με τον εαυτό μας, μέσα μας. Αυτό είναι για μένα που πρέπει να ακολουθήσουμε.
Ίνφο
Στην ταινία πρωταγωνιστεί ο Αντίνοος Αλμπάνης στον ρόλο ενός αποτυχημένου σκηνοθέτη που θέλει να βγάλει ένα βιβλίο φιλοσοφίας.
Συμπρωταγωνιστούν οι Ζέτα Δούκα, Γιάννης Ζουγανέλης, Βίβιαν Κοντομάρη, Χρήστος Σαπουντζής, Ματίλντα Τζίτζη και Αναστασία Δέλτα. Στους δεύτερους ρόλους παίζουν οι Φένια Αποστόλου, Έλενα Χαραλαμπούδη, Κώστας Φιλίππογλου, Χάρης Χιώτης, Τίτος Γρηγορόπουλος, Αλεξάνδρα Ζώη, κ.α.
Συμμετέχουν γνωστές προσωπικότητες της δημόσιας σφαίρας όπως οι Πέτρος Τατσόπουλος, Ίκαρος Μπαμπασάκης, Βίκυ Φλέσσα, Φαίδων Κυδωνιάτης, Γιώργος Κουτλής, Λάκης Γαβαλάς, κ.α.
Εμφάνιση κάνουν, επίσης, πρωταγωνιστές προηγούμενων ταινιών του Στράτου Τζίτζη, όπως οι Μαρία Ζορμπά, Έφη Λογγίνου, Αλέκος Συσσοβίτης, Θοδωρής Αθερίδης, Γιώργος Χρανιώτης, Βασιλική Τρουφάκου, Γιώργος Καραμίχος, Φίλιππος Σοφιανός, Μπάμπης Χατζηδάκης, Άννα-Μαρία Παπαχαραλάμπους.
Το τραγούδι της ταινίας είναι μια συνεργασία των Turboflow3000 και της Sci-Fi River. Στο soundtrack συμμετέχουν με τραγούδια τους οι Γιάννης Αγγελάκας, Ταφ Λάθος, Παιδί Τραύμα, Turboflow3000, Ghetto Queen, Fundracar, Lepyr, κ.α.
Η παραγωγή του τραγουδιού της ταινίας όπως και το μεγαλύτερο μέρος του soundtrack είναι από τη Veego Records του Πατρινού Ανδρέα Μητρέλη.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News