Πλεόνασμα με αίμα, επιδόματα με σκοπιμότητα

Ο Νίκος Νικολόπουλος αρθρογραφεί στο pelop.gr  για υπερπλεονάσματα, αφορολόγητα υπερκέρδη και την εύθραυστη «εικόνα σταθερότητας»

Πλεόνασμα με αίμα, επιδόματα με σκοπιμότητα

Υπάρχει μια κρίσιμη διάκριση που συστηματικά αποσιωπάται στη δημόσια συζήτηση: άλλο δημοσιονομική σταθερότητα και άλλο δημοσιονομική υπεραπόδοση που επιτυγχάνεται εις βάρος της πραγματικής οικονομίας.

Τα πρόσφατα στοιχεία για το πρωτογενές πλεόνασμα — που προσεγγίζει τα 12 δισ. ευρώ ή περίπου το 4,8%–4,9% του ΑΕΠ — παρουσιάζονται από την κυβέρνηση του Κυριάκος Μητσοτάκης ως απόδειξη επιτυχούς διαχείρισης. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για ένα πλεόνασμα που εγείρει εύλογα ερωτήματα ως προς τη σύνθεσή του, τη βιωσιμότητά του και κυρίως την κοινωνική του βάση.

Η «πηγή» του υπερπλεονάσματος

Η υπέρβαση των στόχων κατά περίπου 3 δισ. ευρώ δεν προέκυψε από δυναμική ανάπτυξη, αλλά κυρίως από:

– Έμμεση φορολογία μέσω πληθωρισμού: Η διατήρηση υψηλών συντελεστών ΦΠΑ (24% και 13%) σε συνθήκες αυξημένων τιμών οδήγησε σε υπεραπόδοση εσόδων. Τα επιπλέον έσοδα ΦΠΑ εκτιμώνται άνω του 1 δισ. ευρώ έναντι των προβλέψεων.
– Μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας: Η αύξηση ονομαστικών εισοδημάτων οδήγησε σε μετατόπιση φορολογουμένων σε υψηλότερα κλιμάκια, αυξάνοντας δυσανάλογα τη φορολογική επιβάρυνση.
– Τεκμαρτή φορολόγηση αυτοαπασχολουμένων: Ένα σύστημα που ενίσχυσε τα έσοδα, αλλά επιβάρυνε υπέρμετρα μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.

Με άλλα λόγια, το υπερπλεόνασμα δεν αποτελεί προϊόν διεύρυνσης της φορολογικής βάσης μέσω ανάπτυξης, αλλά ενίσχυσης της φορολογικής επιβάρυνσης επί μιας ήδη πιεσμένης οικονομίας.

Ασύμμετρη κατανομή βαρών και ωφελημάτων

Την ίδια στιγμή, παρατηρείται μια έντονη ασυμμετρία:

– Τα υπερκέρδη σε βασικούς τομείς της οικονομίας (ενέργεια, διύλιση, βασικά καταναλωτικά αγαθά) δεν έχουν φορολογηθεί με τρόπο αντίστοιχο της έκτακτης συγκυρίας.
– Τα μερίσματα εξακολουθούν να φορολογούνται με χαμηλούς συντελεστές σε σύγκριση με την εργασία, διατηρώντας μια στρέβλωση υπέρ του κεφαλαίου έναντι της παραγωγικής δραστηριότητας.
– Δεν έχει υπάρξει ουσιαστική παρέμβαση περιορισμού ολιγοπωλιακών πρακτικών σε κρίσιμες αγορές.

Το αποτέλεσμα είναι μια οικονομία όπου η φορολογική πίεση συγκεντρώνεται στους πολλούς, ενώ τα οφέλη της συγκυρίας δεν αναδιανέμονται ισόρροπα.

Τα επιδόματα ως εργαλείο διαχείρισης

Μέρος του υπερπλεονάσματος επιστρέφεται μέσω στοχευμένων ενισχύσεων: επιδοτήσεις καυσίμων, εφάπαξ ενισχύσεις σε οικογένειες, χαμηλοσυνταξιούχους και ενοικιαστές.

Αυτά τα μέτρα, αν και παρέχουν προσωρινή ανακούφιση, δεν αντιμετωπίζουν τα δομικά αίτια της πίεσης στα εισοδήματα:

– την ακρίβεια
– τη χαμηλή αγοραστική δύναμη
– το υψηλό κόστος ενέργειας και στέγασης

Ως εκ τούτου, λειτουργούν περισσότερο ως μηχανισμός βραχυπρόθεσμης εξομάλυνσης κοινωνικών αντιδράσεων παρά ως συνεκτική οικονομική πολιτική.

Ο δημοσιονομικός κίνδυνος από εξωγενείς παράγοντες

Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλούν και οι ενδεχόμενες δημοσιονομικές επιπτώσεις από εκκρεμείς υποθέσεις ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος.

Η αναφορά της Ευρωπαίας Εισαγγελέως σε ζημία που προσεγγίζει τα 2,6 δισ. ευρώ δημιουργεί ένα υποθετικό αλλά όχι αμελητέο σενάριο: σε περίπτωση που ζητηθεί επιστροφή μέρους αυτών των πόρων από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η επίπτωση στα δημοσιονομικά μεγέθη θα είναι άμεση.

Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο:

– το υπερπλεόνασμα θα περιοριζόταν δραστικά ή θα εξαφανιζόταν
– θα δημιουργούνταν πρόσθετες πιέσεις στον προϋπολογισμό
– θα τίθετο ζήτημα αξιοπιστίας της δημοσιονομικής διαχείρισης

Αυτό αναδεικνύει τη βασική αδυναμία της τρέχουσας στρατηγικής: στηρίζεται σε μεγέθη που δεν είναι απαραίτητα ανθεκτικά σε εξωτερικά σοκ ή θεσμικές εξελίξεις.

Ανάπτυξη ή αναδιανομή φτώχειας;

Το βασικό ερώτημα, τελικά, είναι ποιο μοντέλο οικονομίας οικοδομείται.

Η παραγωγή υπερπλεονασμάτων μέσω υπερφορολόγησης και η μερική επιστροφή τους μέσω επιδομάτων συνιστά ένα μοντέλο ανακύκλωσης εισοδήματος, όχι παραγωγής νέου πλούτου.

Σε αντίθεση, βιώσιμη οικονομική πολιτική θα όφειλε να στηρίζεται:

– στη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης της εργασίας
– στην ενίσχυση της παραγωγικότητας
– στον περιορισμό των στρεβλώσεων της αγοράς
– στην ενίσχυση των επενδύσεων με όρους διαφάνειας και ανταγωνισμού

Συμπέρασμα

Το σημερινό υπερπλεόνασμα δεν είναι από μόνο του θετικό ή αρνητικό. Η αξιολόγησή του εξαρτάται από το πώς δημιουργείται και πώς αξιοποιείται.

Όταν, όμως, προκύπτει κυρίως από την πίεση στα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, ενώ ταυτόχρονα δεν συνοδεύεται από ουσιαστική αναδιανομή ή δομικές μεταρρυθμίσεις, τότε δεν αποτελεί ένδειξη υγείας της οικονομίας, αλλά ένδειξη ανισορροπίας.

Και όταν η διανομή του γίνεται κυρίως μέσω αποσπασματικών επιδομάτων, τότε η οικονομική πολιτική μετατρέπεται σε εργαλείο διαχείρισης προσδοκιών — όχι σε στρατηγική ανάπτυξης.

Η ελληνική οικονομία χρειάζεται σταθερότητα.
Αλλά χρειάζεται, πρωτίστως, δικαιοσύνη και ανθεκτικότητα.

Χωρίς αυτά, ακόμη και τα πιο εντυπωσιακά δημοσιονομικά μεγέθη παραμένουν εύθραυστα.

 

Νίκος Ι. Νικολόπουλος
Πρόεδρος Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος Ελλάδος
πρ. Υφυπουργός – πρ. Βουλευτής

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125