Χάρης Λυμπερόπουλος: «Το τραύμα δεν ανήκει ποτέ πραγματικά στο παρελθόν» – Μιλώντας για το «Θέλημα Θεού»

Με αφορμή την παράσταση «Θέλημα Θεού», που έρχεται στις 18 και 19 Μαΐου στο Θέατρο Επίκεντρο+, ο Χάρης Λυμπερόπουλος μιλά στο pelop.gr για το τραύμα, τη συγχώρεση, τη βία και τα όρια της ανθρώπινης αντοχής. Μια συζήτηση για ένα έργο που δεν χαρίζεται ούτε στους ήρωές του ούτε στο κοινό.

Χάρης Λυμπερόπουλος: «Το τραύμα δεν ανήκει ποτέ πραγματικά στο παρελθόν» - Μιλώντας για το «Θέλημα Θεού» Ο Χάρης Λυμπερόπουλος (δεξιά) με τους ηθοποιούς της παράστασης "Θέλημα Θεού" (Πηγή φωτογραφίας: facebook)

Λίγο πριν το «Θέλημα Θεού» ανέβει στην Πάτρα, στο Θέατρο Επίκεντρο+, στις 18 και 19 Μαΐου, ο Χάρης Λυμπερόπουλος μιλά στο pelop.gr για μια παράσταση που ακουμπά ένα από τα πιο σκοτεινά και δύσκολα πεδία της ανθρώπινης εμπειρίας.

Με αφετηρία έναν άνδρα που, τρεις δεκαετίες μετά την παιδική του κακοποίηση, βρίσκεται πρόσωπο με πρόσωπο με τον θύτη του, το έργο στήνει ένα ασφυκτικό ηθικό τοπίο, όπου η εκδίκηση, η συγχώρεση, η ενοχή και η ανθρώπινη συνθετότητα συγκρούονται χωρίς δίχτυ ασφαλείας.

Ο δημιουργός της παράστασης, που υπογράφει σύλληψη, κείμενο και σκηνοθεσία, δεν επιλέγει τον εύκολο δρόμο. Αντί για έναν βολικό συναισθηματισμό ή μια θεατρική ωραιοποίηση, επιμένει στη σκληρότητα των αληθειών, στη δυσφορία, στη ρωγμή που αφήνει ένα τραύμα όταν δεν ανήκει ποτέ πραγματικά στο παρελθόν.

Στη συζήτησή μας εξηγεί γιατί ήθελε να απογυμνώσει τον θύτη από την εικόνα του παντοδύναμου τέρατος, γιατί η συγχώρεση δεν είναι πάντα λυτρωτική και γιατί ένα έργο σαν αυτό οφείλει να αφήνει τον θεατή ταραγμένο, όχι ήσυχο.

Σε ένα έργο σαν αυτό, ποιο ήταν το πρώτο πράγμα που θέλατε να αποφύγετε: τη συναισθηματική εκμετάλλευση ενός τραύματος ή τη θεατρική «ασφάλεια» που θα έκανε το θέμα πιο εύπεπτο;

Ο Πέτρος, ακόμα και στην έναρξη, νιώθει μια βαθιά αμηχανία μπροστά στις τυπικές εκδηλώσεις αγάπης, δείχνοντας ότι η εσωτερική του ταραχή δεν χωράει σε συμβατικά πλαίσια. Απέφυγα τη συναισθηματική εκμετάλλευση αφήνοντας τη σκληρότητα των χαρακτήρων να αναδειχθεί οργανικά, χωρίς λυρικά δεκανίκια. Ήθελα το κοινό να νιώσει την
αποπνικτική ατμόσφαιρα μιας απομονωμένης τουαλέτας, εκεί όπου οι μάσκες πέφτουν και οι αλήθειες δεν είναι πια «στρογγυλεμένες».

Ο παιδικός βιασμός εδώ δεν λειτουργεί μόνο ως παρελθόν, αλλά ως ενεργή δύναμη που επιστρέφει και καθορίζει το παρόν. Σας ενδιέφερε να δείξετε ότι το τραύμα δεν ανήκει ποτέ πραγματικά στο παρελθόν;

Το τραύμα στην προκειμένη περίπτωση δεν αποτελεί μια στατική ανάμνηση, αλλά μια ζωντανή, αδηφάγα οντότητα που καταβροχθίζει το παρόν. Ο Πέτρος δεν θυμάται απλώς, αλλά βιώνει καθημερινά τις συνέπειες μιας επίθεσης που τον ανάγκασε να κλειστεί στον εαυτό του και στα βιντεοπαιχνίδια για να επιβιώσει. Η «ασέλγεια σε ανήλικο», όπως την περιγράφει η Κλόουν, δεν είναι ένα γεγονός που ολοκληρώθηκε πριν είκοσι χρόνια, αλλά ο τοίχος που εμποδίζει τον ήρωα να ανασάνει ελεύθερα σήμερα. Μέσω της σκηνοθετικής προσέγγισης, ήθελα να καταδείξω ότι η κακοποίηση είναι ένας αόρατος δεσμοφύλακας που ορίζει κάθε κίνηση, κάθε φοβία και κάθε κοινωνική αποστροφή του ενήλικα πια θύματος.

Ο θύτης στο έργο εμφανίζεται τη στιγμή της αδυναμίας του, όχι της εξουσίας του. Γιατί σας ενδιέφερε να αντιστρέψετε έτσι τη σχέση δύναμης ανάμεσα στους δύο άντρες;

Η εξουσία του θύτη είναι μια εικόνα αρχετυπική και απεχθής, όμως η αδυναμία του αποτελεί την πραγματική δοκιμασία της ηθικής συγκρότησης του θύματος. Η Κλόουν εμφανίζεται καταρρακωμένη, να υποφέρει από σπασμούς και δύσπνοια, ζητώντας απεγνωσμένα βοήθεια. Αυτή η αντιστροφή απογυμνώνει τον θύτη από το πέπλο του «παντοδύναμου τέρατος» και τον μετατρέπει σε ένα θνητό ον που εξαρτάται από το έλεος εκείνων που κάποτε κατέστρεψε. Στόχος μου ήταν να θέσω τον Πέτρο μπροστά σε ένα δίλημμα: να λειτουργήσει ως τιμωρός ή ως άνθρωπος, τη στιγμή που ο «βασανιστής» του
δεν είναι παρά μια σκιά που αργοσβήνει στο πάτωμα μιας τουαλέτας.

Μιλάμε για ένα θέμα που προκαλεί άμεσα ηθική και συναισθηματική κινητοποίηση. Πόσο δύσκολο ήταν να μην επιτρέψετε στο έργο να γίνει διδακτικό ή να υποδείξει στον θεατή τι “οφείλει” να νιώσει;

Η αποφυγή του διδακτισμού επιτεύχθηκε μέσω της σύγκρουσης τριών διαφορετικών κοσμοθεωριών πάνω στη σκηνή. Από τη μία ο Πέτρος που παλεύει να κρατήσει την ανθρωπιά του και να προσφέρει μια «δεύτερη ευκαιρία», και από την άλλη η Ελένη που βλέπει μόνο «σκουπίδια με φλέβες» και διψά για δικαίωση μέσω του θανάτου. Ο Παύλος, από την πλευρά του, έχει ήδη δώσει τη δική του «λύση» μέσω του δηλητηριασμένου ποτηριού. Το έργο δεν κουνάει το δάχτυλο• αντιθέτως, εκθέτει την ηθική πολυπλοκότητα της εκδίκησης και της συγχώρεσης, αφήνοντας τον θεατή να αναμετρηθεί με τα δικά του ένστικτα μπροστά στην αποκάλυψη ότι η Κλόουν θεωρεί τα παιδιά «πρόστυχα».

Η συγχώρεση αιωρείται πάνω από το έργο, αλλά όχι με καθαρούς όρους. Για εσάς είναι πράξη δύναμης, βίας προς τον εαυτό ή κάτι που σε ορισμένες περιπτώσεις δεν μπορεί καν να ζητηθεί;

Στο «Θέλημα Θεού», η συγχώρεση ξεκινά ως μια ευγενής πρόθεση του Πέτρου, αλλά καταλήγει σε μια επώδυνη διαπίστωση. Όταν η Κλόουν αρχίζει να δικαιολογεί τις πράξεις της, υποστηρίζοντας ότι τα παιδιά την προκαλούσαν και ότι εκείνη απλώς έδινε «χριστιανική αγάπη», η συγχώρεση μετατρέπεται σε βία προς τον εαυτό. Δεν μπορείς να συγχωρήσεις κάποιον που δεν μετανοεί ειλικρινά, αλλά προσπαθεί να μεταθέσει την ευθύνη στα επτάχρονα θύματά του. Για μένα, είναι μια πράξη που σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως αυτή της συστηματικής κακοποίησης, παραμένει μετέωρη και ίσως αδύνατη, καθώς ο θύτης παραμένει αμετανόητος στον πυρήνα του.

Όταν ένα έργο καταπιάνεται με τόσο σκληρό υλικό, ποια είναι η μεγαλύτερη ευθύνη του σκηνοθέτη απέναντι στους ηθοποιούς του; Να τους προστατεύσει, να τους εκθέσει ή να τους οδηγήσει σε μια αλήθεια που δεν είναι πάντα άνετη;

Η κύρια ευθύνη μου είναι να τους οδηγήσω στην αλήθεια, όσο επώδυνη κι αν είναι, διασφαλίζοντας παράλληλα ένα πλαίσιο απόλυτης εμπιστοσύνης. Η Άννα Τζανακάκη, η ηθοποιός που ενσαρκώνει την Κλόουν, έπρεπε να καταδυθεί στην ψυχοσύνθεση ενός ατόμου που φέρει το στίγμα της φυλακής και της κοινωνικής κατακραυγής, ενώ ταυτόχρονα καταρρέει σωματικά. Ο Κωνσταντίνος Πινότσης, ο Πέτρος, έπρεπε να βρει τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στον πανικό και την ηρεμία ενός ανθρώπου που ανακαλύπτει τον βιαστή του. Η έκθεση των ηθοποιών είναι απαραίτητη για να παραχθεί έργο ουσίας, αλλά αυτή η έκθεση πρέπει να πηγάζει από την κατανόηση του «γιατί» πίσω από κάθε συναίσθημα και κάθε κυνικό σχόλιο.

Στο έργο ανακύπτει και μια δύσκολη ερώτηση για την ανθρώπινη φύση: υπάρχει μια πράξη που ακυρώνει οριστικά τον άνθρωπο ή ακόμη και τότε η ανθρώπινη συνθετότητα παραμένει;

Η Ελένη είναι σαφής: υπάρχουν πράξεις που σε διαγράφουν από τον χάρτη της ανθρωπότητας, μετατρέποντάς σε «μια φρίκη με 56 νούμερο παπούτσι». Ωστόσο, η συνθετότητα παραμένει, καθώς ο θύτης δεν παύει να είναι ένα ον με παρελθόν, γεμάτο βία από τον ίδιο του τον πατέρα. Αυτή η πολυπλοκότητα είναι που καθιστά το έργο τρομακτικό• το γεγονός ότι το κακό δεν κατοικεί σε ένα απόμακρο τέρας, αλλά σε μια παπαδιά που κάποτε πίστευε ότι προσφέρει τρυφερότητα. Η ανθρώπινη φύση δεν ακυρώνεται, αλλά λερώνεται ανεπανόρθωτα, αφήνοντας πίσω της ένα ράκος που ζητά έλεος ενώ ταυτόχρονα προκαλεί αποστροφή.

Φοβάστε περισσότερο έναν θεατή που θα αντιδράσει έντονα ή έναν θεατή που θα φύγει ήσυχος από την αίθουσα;

Τρέμω τον «ήσυχο» θεατή, αυτόν που θα επιστρέψει στην καθημερινότητά του χωρίς να έχει ταραχθεί ούτε στο ελάχιστο. Η έντονη αντίδραση είναι δείγμα ότι το έργο πέτυχε τον στόχο του, ότι «γρατζούνισε» την ψυχή και ανάγκασε τη σκέψη να λειτουργήσει. Η καταληκτική σκηνή, όπου ο Πέτρος και η Ελένη αποχωρούν πιασμένοι από το μπράτσο, αφήνοντας την Κλόουν να πεθάνει αβοήθητη, είναι σχεδιασμένη για να προκαλέσει έναν εσωτερικό σεισμό. Αν ο θεατής φύγει χωρίς να αναρωτηθεί για τη δική του στάση απέναντι στην αυτοδικία και το τραύμα, τότε η παράσταση απέτυχε να γίνει ο καθρέφτης που όφειλε να είναι.

Πιστεύετε ότι το θέατρο μπορεί πραγματικά να ανοίξει συζητήσεις που η κοινωνία αποφεύγει ή τελικά απλώς φωτίζει κάτι που όλοι ήδη ξέρουμε αλλά δεν τολμάμε να πούμε;

Το θέατρο λειτουργεί ως ο προβολέας που πέφτει πάνω στις σκοτεινές γωνιές του συλλογικού μας υποσυνείδητου. Όλοι γνωρίζουμε για τις κακοποιήσεις στις «χριστιανικές κατασκηνώσεις» ή για την υποκρισία πίσω από τις κλειστές πόρτες των χωριών μας, αλλά επιλέγουμε τη σιωπή. Το έργο φωτίζει αυτή τη γνώση και την καθιστά πλέον αδύνατο να αγνοηθεί. Όταν ο Παύλος ομολογεί ότι το «δώρο γενεθλίων» του είναι η εκδίκηση, φέρνει στην επιφάνεια μια συζήτηση για τα όρια της φιλίας και του κοινού τραύματος που η κοινωνία προτιμά να κρατά θαμμένη. Το θέατρο δεν ανακαλύπτει την πυρίτιδα αλλά μπορεί να ανάψει το φυτίλι.

ΙΝΦΟ

Σύλληψη/Κείμενο/Σκηνοθεσία: Χάρης Λυμπερόπουλος

Πρωτότυπη μουσική: Σωτήρης Αδαμόπουλος

Επιμέλεια: Ζωή Λυμπεροπούλου

Βοηθοί σκηνοθέτη: Ζωή Λυμπεροπούλου, Μάγκι Τρίφτη

Ερμηνεύουν: Άννα Τζανακάκη, Άντα Πουράνη, Κωνσταντίνος Πινότσης

Θέατρο Επίκεντρο+

Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Δευτέρα 18 και Τρίτη 19 Μαΐου, 20.30

Εισιτήρια: ticketservices.gr

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125