Όσφρηση και ασθένεια: Μπορούμε να μυρίσουμε ότι κάτι δεν πάει καλά;

Μπορεί μια ανεπαίσθητη αλλαγή στη μυρωδιά του σώματος να είναι κάτι περισσότερο από ζήτημα υγιεινής; Οι ειδικοί εξηγούν τι κρύβεται πίσω από τη σωματική οσμή και πότε μπορεί να συνδέεται με την υγεία μας.

Όσφρηση και ασθένεια: Μπορούμε να μυρίσουμε ότι κάτι δεν πάει καλά;

Η σωματική οσμή συνήθως αντιμετωπίζεται ως κάτι ανεπιθύμητο, σχεδόν ταμπού. Συχνά συνδέεται με ελλιπή υγιεινή ή κοινωνική αμηχανία. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η μυρωδιά του σώματος αποτελεί φυσικό βιολογικό φαινόμενο, το οποίο επηρεάζεται τόσο από το μικροβίωμα του δέρματος όσο και από τις καθημερινές μας συνήθειες, τη διατροφή, ακόμη και το πολιτισμικό περιβάλλον στο οποίο ζούμε.

Ο ίδιος ο ιδρώτας είναι κατά βάση άοσμος. Η χαρακτηριστική μυρωδιά προκύπτει όταν βακτήρια – και σε ορισμένες περιπτώσεις μύκητες – που ζουν στην επιφάνεια του δέρματος διασπούν συστατικά του ιδρώτα και λιπαρές ουσίες, δημιουργώντας πτητικές ενώσεις με πιο έντονο αποτύπωμα. Γι’ αυτό και η οσμή ενισχύεται σε περιοχές με αυξημένη υγρασία και ιδρωτοποιούς αδένες, όπως οι μασχάλες, τα πέλματα και η βουβωνική χώρα.

Δεν είναι τυχαίο ότι δύο άνθρωποι μπορεί να μυρίζουν τελείως διαφορετικά μετά την ίδια άσκηση. Η «χημεία» του δέρματος και η σύσταση του μικροβιώματος διαφέρουν από άτομο σε άτομο.

Η όσφρηση ως μηχανισμός «συναγερμού»

Σύμφωνα με τον καθηγητή πειραματικής ψυχολογίας Mats J. Olsson από το Karolinska Institutet, ο άνθρωπος διαθέτει ανεπτυγμένη όσφρηση, ικανή να ανιχνεύει λεπτές διαφοροποιήσεις. Όπως έχει αναφέρει σε επιστημονικές συζητήσεις, η μύτη μας λειτουργεί συχνά ως ένας γρήγορος μηχανισμός αξιολόγησης: «πλησιάζω ή απομακρύνομαι;».

Ακόμη κι αν δεν μπορούμε να περιγράψουμε εύκολα μια οσμή, την ταξινομούμε σχεδόν ακαριαία ως ευχάριστη, ουδέτερη ή απωθητική. Ενδιαφέρον είναι ότι μεγάλο μέρος της αποστροφής απέναντι στη σωματική οσμή δεν είναι έμφυτο αλλά διαμορφώνεται μέσα από την κοινωνική εκπαίδευση. Τα μωρά δεν διαθέτουν πολιτισμικά φίλτρα· αυτά χτίζονται σταδιακά, καθώς μαθαίνουμε τι θεωρείται «καθαρό» ή «ενοχλητικό» σε κάθε κοινωνία.

Μπορεί η μυρωδιά να αποκαλύψει ασθένεια;

Ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι η όσφρηση ενδέχεται να ανιχνεύει πολύ πρώιμες βιολογικές αλλαγές. Σε πειράματα όπου ενεργοποιήθηκε προσωρινά το ανοσοποιητικό σύστημα συμμετεχόντων, δείγματα οσμής αξιολογήθηκαν από τρίτους ως ελαφρώς πιο δυσάρεστα – ακόμη κι αν οι ίδιοι οι «ασθενείς» δεν εμφάνιζαν εμφανή συμπτώματα.

Σε άλλες μελέτες, η έκθεση σε έντονες, δυσάρεστες οσμές φάνηκε να προκαλεί μετρήσιμη ανοσολογική αντίδραση, σαν ο οργανισμός να προετοιμάζεται για πιθανή απειλή. Η μύτη, δηλαδή, δεν περιορίζεται σε κοινωνικές εκτιμήσεις, αλλά ενδέχεται να λειτουργεί και προστατευτικά.

Παρά τα ευρήματα αυτά, οι περισσότερες αλλαγές στη σωματική οσμή δεν υποδηλώνουν νόσο. Η διατροφή (π.χ. σκόρδο ή κρεμμύδι), το στρες, οι ορμονικές διακυμάνσεις, οι δίαιτες χαμηλών υδατανθράκων ή ο εμμηνορροϊκός κύκλος μπορούν να μεταβάλλουν αισθητά τη μυρωδιά του σώματος. Ακόμη και ο ιδρώτας που παράγεται λόγω άγχους έχει διαφορετική χημική σύσταση από εκείνον της άσκησης.

Τι μπορούμε να κάνουμε πρακτικά

Αν η οσμή μάς απασχολεί, ο στόχος δεν είναι η πλήρης «εξαφάνισή» της – κάτι τέτοιο άλλωστε δεν είναι ρεαλιστικό. Σημασία έχει να περιορίσουμε τις συνθήκες που επιτρέπουν στα μικρόβια να πολλαπλασιάζονται.

Βοηθούν:

  • Το πλύσιμο μετά από έντονη εφίδρωση.
  • Τα αντιιδρωτικά, που μειώνουν την παραγωγή ιδρώτα φράζοντας προσωρινά τους πόρους.
  • Τα αποσμητικά, που καλύπτουν ή περιορίζουν τη βακτηριακή ανάπτυξη, ιδανικά όταν εφαρμόζονται σε καθαρό και στεγνό δέρμα.

Τελικά, η σωματική οσμή δεν είναι απλώς ένα ζήτημα υγιεινής. Είναι αποτέλεσμα μικροβιολογίας, βιοχημείας και κοινωνικών αντιλήψεων. Ένα φυσικό σήμα του σώματος, το οποίο η κουλτούρα μάς έχει μάθει να ερμηνεύουμε με συγκεκριμένο τρόπο.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125