Νέος σεισμικός χάρτης: Στο κόκκινο Δυτική Ελλάδα, στο επίκεντρο ο Κορινθιακός – Διαξιφισμοί μεταξύ σεισμολόγων
Η Πάτρα στη ζώνη μέγιστης σεισμικής επικινδυνότητας. Διαξιφισμοί μεταξύ σεισμολόγων για την πιθανότητα ενός νέου μεγάλου σεισμού.
Σημαντικές αλλαγές στον αντισεισμικό σχεδιασμό των κατασκευών φέρνει ο νέος σεισμικός χάρτης της χώρας, που εκπονήθηκε από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, με ιδιαίτερη έμφαση σε περιοχές υψηλής επικινδυνότητας όπως η Πάτρα, ο Κορινθιακός κόλπος και τα Ιόνια Νησιά.
Ο νέος χάρτης βασίζεται στις κατευθύνσεις του αναθεωρημένου Ευρωκώδικα 8 (EC8) και εισάγει αυστηρότερες προδιαγραφές στην ασφάλεια των κατασκευών. Oπως επισημαίνουν οι επιστήμονες, ο σύγχρονος αντισεισμικός σχεδιασμός δεν αποσκοπεί στην πλήρη αποφυγή ζημιών -κάτι που δεν είναι ρεαλιστικό- αλλά στην αποτροπή καταρρεύσεων ακόμη και σε ισχυρά σεισμικά γεγονότα.

Η σημαντικότερη διαφοροποίηση σε σχέση με το ισχύον πλαίσιο (ΕΑΚ2003) είναι η μετάβαση από τρεις σε πέντε σεισμικές ζώνες, γεγονός που επιτρέπει πιο ακριβή αποτύπωση της σεισμικής επικινδυνότητας σε όλη τη χώρα. Στο νέο μοντέλο λαμβάνονται υπόψη όχι μόνο τα γεωλογικά δεδομένα, αλλά και η πληθυσμιακή κατανομή, με στόχο τη μείωση των αβεβαιοτήτων, ιδίως σε πυκνοκατοικημένες περιοχές.
Σε τεχνικό επίπεδο, ο νέος χάρτης διαφοροποιεί και τη μεθοδολογία υπολογισμού των σεισμικών φορτίων. Η μέχρι σήμερα προσέγγιση που βασιζόταν κυρίως στη μέγιστη εδαφική επιτάχυνση αντικαθίσταται από πιο σύνθετες παραμέτρους, οι οποίες αποτυπώνουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τη συμπεριφορά των κατασκευών υπό σεισμική διέγερση. Παράλληλα, εισάγονται νέοι συντελεστές που λαμβάνουν υπόψη τις τοπικές εδαφικές συνθήκες.
ΟΙ ΝΕΕΣ ΣΕΙΣΜΙΚΕΣ ΖΩΝΕΣ
Στον νέο προτεινόμενο Σεισμικό Χάρτη της Ελλάδας η Ζώνη 5, που αποτυπώνεται με κόκκινο χρώμα, έχει την υψηλότερη σεισμική επικινδυνότητα και προβλέπονται οι υψηλότερες τιμές δράσεων σχεδιασμού, με τη μέγιστη εδαφική επιτάχυνση (PGA) ίση με 0.37g. Αντιστοίχως η Ζώνη 1, με πράσινο χρώμα έχει την χαμηλότερη σεισμική επικινδυνότητα. Οι ενδιάμεσες Ζώνες 2, 3 και 4 εμφανίζονται αντίστοιχα με ανοιχτό πράσινο, κίτρινο και πορτοκαλί χρωματισμό.
Στις βασικές διαφορές σε σχέση με τον ισχύοντα χάρτη είναι ότι η περιοχή γύρω από τον Κορινθιακό Kόλπο και η Δυτική Πελοπόννησος μαζί με την Πάτρα, έχουν μεταφερθεί στην υψηλότερη ζώνη επικινδυνότητας, μαζί με τα Ιόνια νησιά.
Η Πάτρα και συνολικά η Δυτική Ελλάδα βρίσκονται δίπλα στους πιο ενεργούς σεισμικά χώρους της χώρας, τον Κορινθιακό κόλπο και το Ιόνιο, όπου επίσης καταγράφεται διαχρονικά ισχυρή σεισμική δραστηριότητα.
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ
Με τον νέο Σεισμικό Χάρτη έγινε μια συστηματική εκτίμηση της σεισμικής διακινδύνευσης για τα περίπου 3.200.000 κτίρια κατοικίας στη χώρα και υπολογίστηκε το αντίστοιχο κόστος για τις σεισμικές δράσεις σχεδιασμού, με πιθανότητα 10% υπέρβασης σε 50 χρόνια. Με την εφαρμογή των σεισμικών δράσεων, το 80% των κτιρίων κατοικίας θα έχει ασήμαντες έως μικρές ζημιές και το περίπου 4% σοβαρές έως πολύ σοβαρές, με το συνολικό εκτιμώμενο κόστος επισκευών να υπολογίζεται για όλη την Επικράτεια σε περίπου 108 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 20 δισ. σε σύγκριση με τον ισχύοντα κανονισμό, κάτι αναμενόμενο που οφείλεται στην ακριβέστερη εκτίμηση της σεισμικής επικινδυνότητας.
Ο νέος σχεδιασμός αφορά όχι μόνο τα μελλοντικά έργα, αλλά και το υφιστάμενο κτιριακό απόθεμα, μεγάλο μέρος του οποίου έχει ανεγερθεί με παλαιότερους ή ανεπαρκείς κανονισμούς. Με βάση την απογραφή του 2021, στην δημοτική ενότητα της Πάτρας καταγράφηκαν 34.000 κτίρια. Από αυτά, τα 494 έχουν κατασκευαστεί πριν από το 1919, τα 1.580 μεταξύ 1919 και 1945, τα 3.323 μεταξύ 1946 και 1960, τα 5.548 μεταξύ 1961 και 1970, τα 6.966 μεταξύ 1971 και 1980 και 4.128 μεταξύ 1981 και 1985. Δηλαδή, 22.039 κτίρια της Πάτρας έχουν χτιστεί πριν από τους αναθεωρημένους και πολύ πιο αυστηρούς αντισεισμικούς κανονισμούς και άρα, χρήζουν στατικού ελέγχου.
Για περιοχές, όπως η Πάτρα και συνολικά η Δυτική Ελλάδα, ο νέος σεισμικός χάρτης αποτελεί σαφές μήνυμα για ενίσχυση της αντισεισμικής θωράκισης, σε μια ζώνη όπου ο σεισμικός κίνδυνος παραμένει διαρκώς υψηλός.
Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος ο Κορινθιακός
Αναστάτωση έχει προκληθεί τις τελευταίες ημέρες σε τουριστικές περιοχές της χώρας, μετά από δημόσιες τοποθετήσεις για πιθανή εκδήλωση ισχυρού σεισμού. Στο κλίμα αυτό παρενέβη ο καθηγητής σεισμολογίας Ακης Τσελέντης, ασκώντας έντονη κριτική σε συναδέλφους του, για τον τρόπο με τον οποίο διατυπώνονται τέτοιες εκτιμήσεις.
Να σημειωθεί ότι την περασμένη Παρασκευή, ο σεισμολόγος Γεράσιμος Παπαδόπουλος, επικαλούμενος νεότερες αναλύσεις, υποστήριξε πως η περιοχή του Κορινθιακού Κόλπου φαίνεται να πλησιάζει στο τέλος ενός μακροχρόνιου σεισμικού κύκλου που ξεκίνησε μετά τον ισχυρό σεισμό του 1995 στο Αίγιο (6,1 Ρίχτερ). Κατά τον ίδιο, η πιθανότητα εκδήλωσης μιας νέας μεγάλης δόνησης στο προσεχές διάστημα είναι ιδιαίτερα αυξημένη, εξηγώντας τη θέση του ως εξής: «Δείχνει ότι πράγματι η αντίστροφη μέτρηση έχει ξεκινήσει για τον Κορινθιακό Κόλπο. Η στατιστική των σεισμών κάποια στιγμή επαληθεύεται».
Ο κ. Τσελέντης σχολιάζοντας τις παραπάνω δηλώσεις, έκανε λόγο για «σεισμολογικό μπαρμπούτι», υποστηρίζοντας ότι αόριστες προβλέψεις, χωρίς σαφές χρονικό και γεωγραφικό προσδιορισμό, δεν έχουν επιστημονική αξία και προκαλούν αδικαιολόγητο πανικό στους πολίτες. Οπως επισημαίνει, ο ίδιος έχει δεχθεί δεκάδες μηνύματα από ανήσυχους πολίτες και επαγγελματίες του τουρισμού, οι οποίοι φοβούνται για τις επιπτώσεις τέτοιων δηλώσεων στην οικονομική δραστηριότητα.
Σύμφωνα με τον κ. Τσελέντη, όταν υπάρχουν συγκεκριμένα επιστημονικά δεδομένα για πιθανό σεισμό, αυτά θα πρέπει να γνωστοποιούνται αρμοδίως στην Εθνική Επιτροπή Σεισμικού Κινδύνου και στον ΟΑΣΠ, και όχι να δημοσιοποιούνται αποσπασματικά μέσω των μέσων ενημέρωσης. Παράλληλα, τονίζει ότι η σεισμολογία δεν βασίζεται αποκλειστικά σε στατιστικά μοντέλα, αλλά απαιτεί συνδυαστική ανάλυση πολλαπλών παραμέτρων, όπως δορυφορικές μετρήσεις, ηλεκτρομαγνητικά σήματα, εκπομπές ραδονίου και γεωφυσικές μεταβολές.
Ο κ. Τσελέντης υπενθυμίζει ότι κατά τη διάρκεια της θητείας του στο Γεωδυναμικό Ινστιτούτο είχαν εγκατασταθεί εκτεταμένα δίκτυα παρακολούθησης στον ανατολικό Κορινθιακό, περιλαμβάνοντας δεκάδες σεισμογράφους, σταθμούς ραδονίου, συστήματα ΒΑΝ και δορυφορική παρακολούθηση μετατοπίσεων. «Δεν πήρα ζάρια», αναφέρει χαρακτηριστικά, υπονοώντας ότι η επιστημονική προσέγγιση δεν μπορεί να βασίζεται σε εικασίες.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στον ρόλο των μέσων ενημέρωσης, τα οποία -όπως υποστηρίζει- ενισχύουν την καταστροφολογία για λόγους τηλεθέασης. Επιπλέον, χαρακτηρίζει αντιδεοντολογική τη δημόσια προβολή επιστημονικών εκτιμήσεων χωρίς επαρκή τεκμηρίωση.
Τέλος, ασκεί κριτική στην Πολιτεία για τη διακοπή χρηματοδότησης βασικών ερευνητικών υποδομών, προειδοποιώντας ότι η υποβάθμιση δικτύων παρακολούθησης, όπως οι σταθμοί ΒΑΝ, μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες στην πρόληψη και κατανόηση της σεισμικής δραστηριότητας.
Ο Γεράσιμος Παπαδόπουλος έσπευσε χθες να διευκρινίσει τα εξής: «Σε συνέντευξή μου είπα ότι η πιθανότητα ισχυρού σεισμού στον Κορινθιακό Κόλπο έχει πλέον μεγαλώσει. Δεν πρόβλεψα συγκεκριμένο σεισμό. Μερικοί σεισμολογούντες – ΟΧΙ ΣΕΙΣΜΟΛΟΓΟΙ, γεωλόγοι ναι, εφαρμοσμένοι γεωφυσικοί, ναι -ενοχλήθηκαν. Ταυτόχρονα συνέπεσε η πρόταση του ΑΠΘ για νέο χάρτη σεισμικής επικινδυνότητας, όπου ο Κορινθιακός τίθεται πλέον στην υψηλότερη ζώνη επικινδυνότητας, στο κόκκινο, με βάση επίσης πιθανοτικές μεθόδους. Αυτά προς το παρόν».
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
