Όλες οι Κυριακές: Ανάμεσα στην πίστη και στο θόρυβο της ζωής
Η θρησκευτική πίστη είναι άλμα στο άγνωστο, πράξη ελευθερίας και παράδοσης μαζί, όπου ο άνθρωπος αναζητά νόημα υπερβαίνοντας τον φόβο και την αμφιβολία.
Η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία της Αλάουδα Ρουίθ ντε Αθούα, «Όλες οι Κυριακές» (Los Domingos), ξετυλίγει μια ιστορία που, στην επιφάνειά της, μοιάζει με κλασικό δράμα ενηλικίωσης, αλλά στην ουσία της είναι μια λεπτομερής ανατομία πίστης, ελευθερίας και οικογενειακών δεσμών. Στο κέντρο της αφήγησης βρίσκεται η Αϊνάρα, μια 17χρονη μαθήτρια που μεγαλώνει σε ένα τυπικό, αστικό περιβάλλον της σύγχρονης Ισπανίας. Βρίσκεται στο μεταίχμιο της ζωής της, οι συμμαθητές της σχεδιάζουν σπουδές, έρωτες, ανεξαρτησία. Εκείνη, όμως, ακούει κάτι διαφορετικό, ένα «θείο κάλεσμα» που τη σπρώχνει προς τη μοναστική ζωή.
Η απόφασή της δεν παρουσιάζεται ως παρόρμηση της στιγμής, αλλά ως αποτέλεσμα εσωτερικής διεργασίας. Η Αϊνάρα δεν είναι μια καταπιεσμένη έφηβη που αναζητά διέξοδο, είναι ένα κορίτσι με διαύγεια και πείσμα. Νιώθει πως η απόλυτη αφοσίωση στον Θεό δεν είναι φυγή από τον κόσμο, αλλά μια συνειδητή επιλογή νοήματος. Κι όμως, η ταινία δεν ωραιοποιεί τη σύγκρουση. Η ηρωίδα βιώνει τον διχασμό ανάμεσα στο σώμα και το πνεύμα, ανάμεσα στη φυσική έλξη για έναν συνομήλικό της και στην επιθυμία για πνευματική ολοκλήρωση. Το δίλημμα δεν είναι απλώς ρομαντικό, είναι υπαρξιακό.
Απέναντί της στέκεται η θεία της, Μάιτε, μια γυναίκα δυναμική, ορθολογίστρια, βαθιά γειωμένη στην καθημερινότητα. Μετά τον θάνατο της μητέρας της Αϊνάρα, έχει αναλάβει έναν σχεδόν μητρικό ρόλο και αισθάνεται πως η επιλογή της ανιψιάς της ισοδυναμεί με απώλεια. Για τη Μάιτε, η μοναστική ζωή δεν είναι πράξη ελευθερίας αλλά παραίτηση, εγκατάλειψη δυνατοτήτων, εμπειριών, αγάπης. Η σύγκρουση των δύο γυναικών δεν εκρήγνυται με κραυγές, εκτυλίσσεται μέσα από βλέμματα, σιωπές και επίμονες συζητήσεις γύρω από το οικογενειακό τραπέζι.
Ο πατέρας της Αϊνάρα, βυθισμένος στα δικά του οικονομικά αδιέξοδα, παραμένει αμήχανα αποστασιοποιημένος. Η απουσία του, περισσότερο συναισθηματική παρά σωματική, εντείνει τη μοναξιά της έφηβης και αφήνει τη Μάιτε να σηκώσει το βάρος της αντίδρασης. Έτσι, η ιστορία αποκτά έναν σχεδόν δυαδικό πυρήνα, πίστη απέναντι στη λογική, εσωτερική κλήση απέναντι στην κοινωνική κανονικότητα.
Η δημιουργός Αλάουδα Ρουίθ ντε Αθούα προσεγγίζει την ιστορία με διακριτικό ρεαλισμό και εσωτερική ένταση. Η κάμερα στέκεται συχνά κοντά στα πρόσωπα, παρατηρώντας τις ανεπαίσθητες μεταβολές στο βλέμμα της Αϊνάρα και της Μάιτε, σαν να αναζητά τη στιγμή όπου η βεβαιότητα μετατρέπεται σε αμφιβολία. Δεν υπάρχουν μελοδραματικές κορυφώσεις, η σύγκρουση εκφράζεται μέσα από σιωπές, παύσεις και καθημερινές χειρονομίες. Ο ρυθμός είναι μετρημένος, σχεδόν στοχαστικός, επιτρέποντας στον θεατή να κατοικήσει το δίλημμα της ηρωίδας αντί να το κρίνει. Οι εσωτερικοί χώροι, το σπίτι, το σχολείο, οι εκκλησιαστικοί χώροι, λειτουργούν σαν προεκτάσεις της ψυχολογίας των χαρακτήρων, άλλοτε ασφυκτικοί, άλλοτε προστατευτικοί. Η σκηνοθεσία αποφεύγει να πάρει θέση, επιλέγει την παρατήρηση αντί της καθοδήγησης, δημιουργώντας ένα ηθικό τοπίο ανοιχτό, όπου η πίστη και η λογική συνυπάρχουν χωρίς εύκολες απαντήσεις. Στο cast βρίσκουμε τους: Πατρίσια Λόπες Αρναΐθ, Μπλάνκα Σορόα, Μιγκέλ Γκαρσές, Χουάν Μινουχίν, Μέιμπελ Ριβέρα, Ναγκόρε Αραμπούρου. Η ταινία είναι μεγάλη εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία στην Ισπανία, καλύτερη ταινία στο φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν και 13 υποψηφιότητες για Γκόγια.
Το φιλμ δεν ειρωνεύεται τη θρησκευτικότητα, ούτε όμως την αντιμετωπίζει άκριτα. Αντίθετα, παρακολουθεί με προσοχή τη σταδιακή μετατόπιση των ισορροπιών, η Αϊνάρα δοκιμάζει τα όρια της απόφασής της, ενώ η Μάιτε έρχεται αντιμέτωπη με τους δικούς της φόβους. Μήπως, τελικά, αυτό που υπερασπίζεται ως «κανονική ζωή» είναι απλώς η δική της εκδοχή ευτυχίας.
Στις «Όλες τις Κυριακές», η ενηλικίωση δεν αφορά μόνο την Αϊνάρα. Είναι μια διαδικασία που αγγίζει και τη θεία της, αναγκάζοντάς την να επαναπροσδιορίσει τι σημαίνει αγάπη, να προστατεύεις ή να αφήνεις ελεύθερο. Κι εκεί, ανάμεσα στις Κυριακές της οικογενειακής ρουτίνας και στην υπόσχεση της αιώνιας αφοσίωσης, η ταινία βρίσκει τον αληθινό της παλμό. Για την ταινία η αγάπη είναι αποδοχή της ετερότητας, δεν κατέχει, δεν επιβάλλεται, αλλά επιτρέπει στον άλλον να γίνει αυτό που είναι, ακόμη κι αν απομακρύνεται.
Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη
Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.
Ακολουθήστε μας για όλες τις ειδήσεις στο Bing News και το Google News
