Σε Τροχιά Πολέμου

Έχει ο πόλεμος ενδιάμεσους σταθμούς;

Σε Τροχιά Πολέμου

Μια ανησυχία, σχεδόν σωματική, με διαπερνούσε καθώς το ρύγχος του αεροσκάφους της «Μπόινγκ 777» κατέβαινε αργά, σαν να δίσταζε κι εκείνο, προς το απέραντο, εξωπραγματικά φωτισμένο, αεροδρόμιο του Ντουμπάι. Οι δείκτες έδειχναν 4:50 ξημερώματα, μα ο χρόνος είχε χάσει τη γραμμικότητά του, είχε γίνει ένα θολό, παλλόμενο παρόν, φορτισμένο από εικόνες και σκέψεις που δεν έλεγαν να καταλαγιάσουν. Ο πόλεμος συμπλήρωνε την εικοστή πέμπτη του μέρα. Ένας σχεδόν μήνας αποδείχτηκε αρκετός για να αλλοιώσει την αίσθηση της ασφάλειας και να μετατρέψει την κανονικότητα σε εύθραυστη ψευδαίσθηση.

Ήταν ακόμα σκοτεινά, επέστρεφα από το Κέιπ Τάουν, μια πόλη που λούζεται στο φως και στην ελπίδα, όπου η κόρη μου βρισκόταν στο κατώφλι της ολοκλήρωσης του διδακτορικού της. Εκεί, μέσα σε δεκαπέντε μέρες, είχα καταφέρει να την «ξαναβρώ», να την αγκαλιάσω, να γεμίσω με την παρουσία της. Και όμως, η επιστροφή δεν είχε τίποτα από την ανεμελιά με την οποία είχα σχεδιάσει το ταξίδι στις αρχές Φεβρουαρίου. 3 Φεβρουαρίου έβγαζα τα εισιτήρια με μεγάλη άνεση, επέλεξα να φτάσω στο Ακρωτήρι μέσω Κωνσταντινούπολης και με ακόμη μεγαλύτερη χαρά διάλεξα το Ντουμπάι και τα Εμιράτα ως ενδιάμεσο σταθμό για την επιστροφή στην Αθήνα. Μικρές πολυτέλειες ενός κόσμου που λειτουργούσε ακόμη χωρίς τις τεράστιες ρωγμές που προκλήθηκαν εν τω μεταξύ.

Βγαίνοντας από το αεροπλάνο, με εκείνη τη χαρακτηριστική ψύχρα του κλιματισμένου αέρα να σε αγκαλιάζει αμέσως, το αεροδρόμιο απλωνόταν μπροστά μου τεράστιο, επιβλητικό, σχεδόν προκλητικά τέλειο. Σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Κι όμως, κάτω από αυτή τη λάμψη, όλα έμοιαζαν εύθραυστα.

Τώρα, κάθε ενδιάμεσος σταθμός έμοιαζε με πιθανό επίκεντρο. Η σκέψη ότι βρίσκομαι σε μια περιοχή όπου η ένταση κλιμακώνεται, όπου οι πύραυλοι και τα drones δεν είναι απλώς λέξεις σε δελτία ειδήσεων αλλά πραγματικές απειλές, βάραινε το στήθος μου. Καθώς περπατούσα στον αχανή χώρο αναμονής, από το C1 ως το C30 και ύστερα στην gate A ένιωθα μικρός, σχεδόν ασήμαντος μπροστά σε δυνάμεις που ξεπερνούν την κατανόηση και τον έλεγχο του απλού ανθρώπου. Πόσο εύθραυστη είναι τελικά η σταθερότητα που θεωρούμε δεδομένη; Και πόσο γρήγορα μπορεί να διαλυθεί, αφήνοντάς μας να περιπλανιόμαστε ανάμεσα στον φόβο και την αβεβαιότητα;

Οι ειδήσεις, οι αναλύσεις, οι συνεχείς ενημερώσεις, όλα συνέκλιναν σε μία διαπίστωση, η Μέση Ανατολή ξαναφλέγεται, και αυτή τη φορά οι συνέπειες δεν θα περιοριστούν εκεί, δεν θα είναι μικρής έκτασης και θα τυλίξουν όλον τον πλανήτη και σχεδόν αμετάκλητα.

Από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979 και μετά, το Ιράν έχει μετατραπεί σε έναν διαρκή πονοκέφαλο για τα κράτη του Κόλπου. Όχι μόνο ως στρατιωτική δύναμη, αλλά ως ιδεολογικό πρότυπο που απειλεί να διαβρώσει τις ισορροπίες. Το καθεστώς των μουλάδων, με τον θεοκρατικό και αυταρχικό του χαρακτήρα, προκαλεί όχι μόνο φόβο αλλά και μια έντονη αποστροφή, ένα σύστημα που μοιάζει να αντλεί δύναμη από την ίδια του την ακαμψία.

Σήμερα όμως η ένταση έχει ξεφύγει από τα γνώριμα πλαίσια. Η σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ έχει περάσει σε μια πιο άμεση φάση, με επιθέσεις, αντίποινα και —το σημαντικότερο— με μια αίσθηση ότι κανείς δεν ελέγχει πλήρως την πορεία των γεγονότων. Ο αλλοπρόσαλλος, αλαζόνας και απρόβλεπτος  Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται στο κέντρο αυτής της δίνης, και η στάση του γεννά περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις. Υπάρχει μια νευρικότητα, μια σχεδόν υστερική παλινδρόμηση ανάμεσα στην επίδειξη ισχύος και στην αιφνίδια αποχώρηση  κάτι που δεν περνά απαρατήρητο ούτε από τους εχθρούς αλλά ούτε και από τους συμμάχους του.

Εδώ και εβδομάδες, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα του έχουν καταστήσει σαφές ότι, εφόσον ξεκίνησε αυτή τη σύγκρουση, δεν υπάρχει εύκολη επιστροφή. Τον πιέζουν να προχωρήσει μέχρι τέλους, τουλάχιστον μέχρι να εξουδετερωθούν οι δυνατότητες του Ιράν σε πυραύλους και drones, που έχουν ήδη δείξει πόσο ευάλωτες είναι οι ενεργειακές υποδομές της περιοχής. Η μνήμη των πρόσφατων επιθέσεων είναι ακόμη νωπή.

Κι όμως, αυτή η πίεση συνοδεύεται από έναν βαθύ φόβο, ότι ο Τραμπ μπορεί να κάνει ξανά πίσω, όπως έκανε με τους Χούθι στην Υεμένη. Ξεκίνησε με μεγαλοστομίες, απαίτησε άνευ όρων παράδοση, και μέσα σε λίγες εβδομάδες ανακοίνωσε το τέλος της επιχείρησης, βαφτίζοντας την «νίκη» ενώ στην πραγματικότητα ελάχιστα είχαν αλλάξει. Για τις χώρες του Κόλπου, ένα παρόμοιο σενάριο με το Ιράν θα ήταν καταστροφικό. Αν η Τεχεράνη βγει ενισχυμένη, θα πρόκειται για μια συμβολική νίκη τεράστιας σημασίας κάτι που θυμίζει το κύρος που απέκτησε ο Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ μετά την Κρίση του Σουέζ.

Καθώς περπατούσα μέσα στο αεροδρόμιο, χωρίς ακόμη να σταθώ πουθενά, με βοηθούσε η κίνηση να ξεμουδιάσω από την σχεδόν 10ωρη πτήση και να σκεφτώ πόσο παράξενη είναι αυτή η διπλή πραγματικότητα. Από τη μία, οι χώρες αυτές επενδύουν δισεκατομμύρια για να δείχνουν σταθερές, ασφαλείς, σχεδόν άτρωτες χωρίς, βέβαια, να αποτελούν και υποδείγματα δημοκρατίας και ανεκτικότητας. Από την άλλη, γνωρίζουν ότι ένα και μόνο πλήγμα μπορεί να διαταράξει τα πάντα. Τα Στενά του Ορμούζ, για παράδειγμα, δεν είναι απλώς μια θαλάσσια δίοδος, είναι η αρτηρία της παγκόσμιας ενέργειας. Αν κλείσει ή αποσταθεροποιηθεί, οι συνέπειες θα είναι άμεσες και παγκόσμιες.

Η στάση όμως δεν είναι ενιαία. Το Κατάρ και το Ομάν βλέπουν τα πράγματα διαφορετικά. Θεωρούν ότι ο πόλεμος εξαρχής δεν έπρεπε να γίνει και ότι ήδη τα οφέλη του μειώνονται. Για αυτούς, η παράταση της σύγκρουσης αυξάνει τον κίνδυνο χωρίς να προσφέρει ουσιαστικά κέρδη. Προτιμούν μια άμεση αποκλιμάκωση, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι το Ιράν δεν θα έχει πλήρως εξουδετερωθεί.

Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε αυτές τις αντικρουόμενες στρατηγικές, εγώ σκεφτόμουν την κόρη μου. Το γεγονός ότι βρέθηκε στο Κέιπ Τάουν για το διδακτορικό της, κυνηγώντας τη γνώση και το μέλλον της, μου φαινόταν ξαφνικά ακόμη πιο εύθραυστο μέσα σε έναν κόσμο που μοιάζει να γλιστρά προς την αστάθεια. Δεν είναι μόνο οι κυβερνήσεις που παίρνουν αποφάσεις, είναι οι ζωές που επηρεάζονται σιωπηλά από αυτές.

Η αλήθεια είναι πως κανείς δεν ξέρει πού θα καταλήξει αυτή η σύγκρουση. Το Ιράν, αδυνατώντας να πλήξει άμεσα τις ΗΠΑ, επιλέγει να χτυπήσει εκεί που πονάει περισσότερο, την εικόνα και την οικονομία των συμμάχων τους. Και αυτό λειτουργεί. Οι αγορές αντιδρούν, οι τιμές ανεβαίνουν, η αβεβαιότητα εξαπλώνεται.

Σε μια πυκνή αλληλουχία επαφών την τελευταία εβδομάδα, ο de facto ηγέτης της Σαουδικής Αραβίας, πρίγκιπας Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, διατυπώνει με αυξανόμενη σαφήνεια μια θέση που μέχρι πρότινος διατυπωνόταν υπαινικτικά, το Ιράν συνιστά μια διαρκή, δομική απειλή για την ασφάλεια του Κόλπου, η οποία —κατά την εκτίμησή του— δεν μπορεί να εξαλειφθεί παρά μόνο μέσω μιας ριζικής πολιτικής ανατροπής στο εσωτερικό του. Η τοποθέτηση αυτή δεν είναι απλώς ρητορική κλιμάκωση, αντανακλά έναν βαθύ, στρατηγικό σκεπτικισμό για τη δυνατότητα συνύπαρξης με ένα καθεστώς που θεωρείται απρόβλεπτο και αναθεωρητικό.

Την ίδια στιγμή, ανώτεροι αξιωματούχοι στη Σαουδική Αραβία, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και στις Ηνωμένες Πολιτείες εκφράζουν έντονη ανησυχία για το ενδεχόμενο μιας περαιτέρω κλιμάκωσης. Η ικανότητα της Τεχεράνης να εξαπολύει συντονισμένες επιθέσεις με πυραύλους και drones, ιδίως κατά κρίσιμων πετρελαϊκών εγκαταστάσεων, δεν αποτελεί πλέον θεωρητικό σενάριο αλλά υπαρκτό κίνδυνο με απτές συνέπειες. Ένα τέτοιο πλήγμα δεν θα είχε μόνο ενεργειακές επιπτώσεις, αλλά θα δοκίμαζε τα όρια της αποτρεπτικής ισχύος των περιφερειακών δυνάμεων.

Παράλληλα, στην Ουάσιγκτον εντείνεται ο φόβος ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να εγκλωβιστούν σε έναν ακόμη ατέρμονο πόλεμο στη Μέση Ανατολή, μια προοπτική που φέρει βαριά ιστορικά προηγούμενα και υψηλό πολιτικό κόστος. Η ισορροπία ανάμεσα στην αποτροπή και την εμπλοκή μοιάζει όλο και πιο εύθραυστη.

Οι συνέπειες αυτού του πολέμου για την οικονομία και την ασφάλεια των χωρών του Κόλπου διαγράφονται ήδη τεράστιες. Η αβεβαιότητα διαβρώνει τις αγορές, αποσταθεροποιεί τις επενδύσεις και εντείνει τον φόβο ότι μια περιφερειακή σύγκρουση μπορεί να εξελιχθεί σε γενικευμένη κρίση. Μέσα σε αυτό το τοπίο, το ερώτημα δεν είναι μόνο πώς θα τελειώσει ο πόλεμος, αλλά αν υπάρχει ακόμη χώρος για μια βιώσιμη ειρήνη.

Καθώς συνέχιζα να περπατώ μέσα σε αυτόν τον λαμπερό, σχεδόν εξωπραγματικό χώρο, με μια zero στο αριστερό και τον «σάκο εκστρατείας μου» στο δεξί, συνειδητοποιούσα ότι η πραγματική ένταση δεν βρίσκεται στους διαδρόμους ή στις αίθουσες αναμονής. Βρίσκεται έξω, και ταυτόχρονα μέσα μας. Στην αίσθηση ότι η σταθερότητα που θεωρούσαμε δεδομένη είναι στην πραγματικότητα μια λεπτή, εύθραυστη επιφάνεια. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ανησυχητικό απ’ όλα, όχι ότι υπάρχει πόλεμος, αλλά ότι κανείς δεν φαίνεται πραγματικά ικανός να τον ελέγξει.

Κάπου ανάμεσα στις πύλες επιβίβασης και στους φωτεινούς πίνακες αναχωρήσεων, συνειδητοποιεί κανείς ότι ο κόσμος δεν χωρίζεται πια σε ασφαλείς και επικίνδυνες ζώνες. Όλα επικοινωνούν, όλα επηρεάζονται, όλα μπορούν να αλλάξουν απότομα. Η κανονικότητα δεν είναι δεδομένη, είναι μια συμφωνία σιωπηλή που μπορεί να σπάσει χωρίς προειδοποίηση. Καθώς έγερνα σε ένα από τα αναπαυτικά καθίσματα του αεροδρομίου του Ντουμπάι, σκεφτόμουν ότι μέσα σε αυτή την αβεβαιότητα, οι άνθρωποι συνεχίζουν, ταξιδεύουν, σπουδάζουν, αγαπούν, ελπίζουν. Ίσως αυτή να είναι και η μόνη σταθερά που μας απομένει. Όχι η ισχύς των κρατών, ούτε οι ισορροπίες των συμμαχιών, αλλά η επιμονή της ζωής να προχωρά, ακόμη και στη σκιά του πολέμου.

Η «Πελοπόννησος» και το pelop.gr σε ανοιχτή γραμμή με τον Πολίτη

Η φωνή σου έχει δύναμη – στείλε παράπονα, καταγγελίες ή ιδέες για τη γειτονιά σου.

Viber: +306909196125